Τρίτη 14 Απριλίου 2015

Στο μεταίχμιο Ανατολής-Δύσης. Για το βιβλίο του François Vallejo «Μεταμορφώσεις» (μετάφραση: Γιάννης Στρίγκος)

του 'Ακη Παπαντώνη


«Πού είσαι Αμπντελκρίμ Γιουσέφ; Σήκω πάνω
κι έλα μαζί μου, Αμπντελκρίμ Γιουσέφ!» (σ. 242)
Στη Γαλλία των έντονων φυλετικών ζυμώσεων, των (και) πρόσφατων ταραχών στα μπανλιέ, των αναπάντεχων (;) ποσοστών δημοφιλίας της ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν, η έκδοση του πιο πρόσφατου βιβλίου του Μισέλ Ουελμπέκ, «Υποταγή», στο οποίο η Μουσουλμανική Αδελφότητα έχει αναλάβει τις τύχες της χώρας, δεν συνιστά την πρώτη προσπάθεια αποτύπωσης της σύγχρονης πραγματικότητας με επίκεντρο τον εγχώριο μουσουλμανικό πληθυσμό.
Για παράδειγμα, ο ίδιος ο Ουελμπέκ στην «Πλατφόρμα» (Εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 2002) «θυσιάζει» την πρωταγωνίστρια του βιβλίου στο πλαίσιο ενός τρομοκρατικού χτυπήματος, ενώ στο ανά χείρας βιβλίο (πρώτη έκδοση, στα γαλλικά, το 2012) του πολλάκις βραβευμένου Φρανσουά Βαλεζό επιχειρείται κάτι αντίστοιχο: μια προσέγγιση στο ολοένα συχνότερο φαινόμενο του προσηλυτισμού στο ριζοσπαστικό παρακλάδι του Ισλάμ.
Στο βιβλίο η πλοκή περιστρέφεται γύρω από την Αλίξ Τεζέ, ετεροθαλή αδελφή του Αλμπάν Ζοζέφ, ή Αμπντελκρίμ Γιουσέφ μετά τον προσηλυτισμό του, συντηρήτρια έργων τέχνης και εξ ανάγκης «σωσίβια λέμβος» του αδελφού της.
Εκείνος είναι υποψήφιος διδάκτορας με ερευνητικό αντικείμενο τη Χημεία, απομακρυσμένος από τους γονείς του –οι οποίοι διατηρούν ταξιδιωτικό γραφείο και είναι ευλαβικά αφιερωμένοι στην εργασία τους–, ενώ ο πρότερος στενός δεσμός με την αδελφή του έχει από καιρό ατονήσει.
Ο συγγραφέας, δε, επιλέγει να προσδώσει στην αφήγηση και στοιχεία αστυνομικής πλοκής: γαλλικές μυστικές υπηρεσίες, ανατροπές, παρακολουθήσεις, ύποπτες παρεμβάσεις «αφ’ υψηλού».
Ομως κάθε πραγματολογικό στοιχείο της πλοκής, όπως αυτά που αναφέρονται πιο πάνω, δεν είναι παρά επιχρίσματα της αφήγησης. Ο Βαλεζό στην πραγματικότητα επιχειρεί κάτι πολύ πιο φιλόδοξο λογοτεχνικά.
Αφ’ ενός, λοιπόν, επιθυμεί να ψηλαφίσει το «γαλλικό τραύμα», όπως αυτό ενδεχομένως ορίζεται από την αδυναμία οργανικής ενσωμάτωσης των μουσουλμάνων και από τη διείσδυση ακροδεξιών, ρατσιστικών ιδεολογιών σε ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος του γαλλικού πληθυσμού.
Αφ’ ετέρου, αποφεύγει να φορτίσει –είτε θετικά είτε αρνητικά– το φαινόμενο της μεταστροφής προς το Ισλάμ. Με θαυμαστή ενάργεια και νηφαλιότητα ο Γάλλος συγγραφέας παραθέτει στοιχεία του φανατισμού που κρύβεται και στις δύο πλευρές, με το να στήνει μια διαρκή διελκυστίνδα μεταξύ αποδοχής-απόρριψης όλων των κλισέ που συνοδεύουν μια τέτοια ιστορία.
Για παράδειγμα, συχνά η άθεη Αλίξ εμφανίζεται πιο φανατική στη συμπεριφορά της από τον «προσηλυτισμένο φανατικό» αδελφό της, ενώ εξίσου συχνά ο αδελφός της αναλώνεται στο να αναπαράγει «στεγνά» υποδείγματα μουσουλμανικού καθοδηγητισμού.
Ο Βαλεζό όμως επιχειρεί και κάτι ακόμα – μια μορφική εμμονή στην αφήγησή του που, τουλάχιστον σε πρώτη ματιά, καθρεφτίζεται και στην ίδια τη θεματική του βιβλίου. Κοντολογίς, ο συγγραφέας αφήνεται σε μια χειμαρρώδη πρωτοπρόσωπη αφήγηση, από την οποία αφαιρεί ακόμα και τυπογραφικές διαφοροποιήσεις που θα επέτρεπαν τη διάκριση φωνών και των αναφορών σε άλλες φωνές από την αφηγήτρια, τη νεαρή Αλίξ.
Ετσι λοιπόν, καθώς η Αλίξ ψάχνει, βρίσκει, ξαναχάνει και ξαναβρίσκει τον αδελφό της, καθώς ξενυχτά κι ανησυχεί, καθώς συζητά ή σιωπά και εργάζεται σαν υπνωτισμένη, καθώς διαλέγεται μαζί του ψύχραιμα ή φωνάζει υστερικά, η δομή της αφήγησης παραμένει μονολιθικά αναλλοίωτη. Κυμαίνεται μεταξύ εσωτερικής, σχεδόν ημερολογιακής, καταγραφής της κάθε ημέρας από την πρωταγωνίστρια και πολυφωνικής μίξης όλων των χαρακτήρων του βιβλίου μέσα από το αφηγηματικό φίλτρο της Αλίξ.
Ωστόσο, και μέσω της καλής (και με λιγοστές αστοχίες) μετάφρασης, αυτή η «δομική» επιλογή του Βαλεζό φορές φορές μπερδεύει τον αναγνώστη ή ίσως τον επαναφέρει σε πιο αργό ρυθμό ανάγνωσης που όμως, σε πολλά σημεία, δεν συμβαδίζει με εκείνον της αφήγησης.
Τέλος, οφείλει κανείς να πιστώσει στον Βαλεζό το ότι καταπιάνεται με ένα ζέον θέμα της καθημερινότητας, χωρίς να καταφεύγει διαρκώς σε «δημοσιογραφικά» κλισέ (χωρίς πάντως να τα αποφεύγει εξ ολοκλήρου) και, κυρίως, χωρίς να οχυρώνεται πίσω είτε από αντι-ισλαμικά είτε από εθνολαϊκιστικά επιχειρήματα.
Μάλιστα, όσο ενδιαφέρον παρουσιάζει η «μεταμόρφωση» του νεαρού Γάλλου επιστήμονα, κοινωνιολογικά και ως ψυχογράφημα, άλλο τόσο ενδιαφέρουσες είναι οι διαρκείς μεταμορφώσεις της αδελφής του – η οποία καλείται να αντιπαρατεθεί στον εαυτό της, ο οποίος εν τέλει αντιπροσωπεύει τον «δυτικό κόσμο» σοκαρισμένο μπροστά στην τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα.
Κι έτσι, με τον τρόπο αυτό, ο συγγραφέας αμφισβητεί το παρόν μοντέλο ειρηνικής συνοίκησης στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού κράτους και προειδοποιεί –γιατί η λογοτεχνία δεν οφείλει να προσφέρει λύσεις, αλλά να υπενθυμίζει ή να ξαναθέτει ερωτήματα– για την ανάγκη μιας διαφορετικής διαχείρισης της έντασης, της Πίστης, της αποδοχή του «άλλου».

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα των Συντακτών

Οι δυο δημοκρατίες

του Νικόλα Σεβαστάκη

Υπάρχει ως γνωστόν μια παλαιά γραμμή κατάκρισης της δημοκρατίας και των δημοκρατικών ατόμων. Στο στόχαστρο βρέθηκε η «υπερβολικά χαλαρή» κατάσταση των κοινωνικών ηθών κι άλλοτε πάλι μια καταστροφική για τις πολιτικές και πνευματικές ιεραρχίες, συνθήκη.  Ο Γάλλος ριζοσπάστης φιλόσοφος Ζακ Ρανσιέρ ισχυρίζεται πως από τους πλατωνικούς διαλόγους μέχρι τους σύγχρονους διανοητές που εξοργίζονται με την ασυδοσία των επιθυμιών, το βλέμμα των ελίτ διαμορφώνεται κατά βάση ως μίσος για τη δημοκρατία[1]. Υιοθετώντας διάφορα λεξιλόγια κατάκρισης –διατείνεται ο Ρανσιέρ- οι ελίτ αμφισβητούν τις εμπειρίες και τους τρόπους πρακτικής χειραφέτησης των απλών και καθημερινών ανθρώπων.
Το επιχείρημα είναι, παρόλα αυτά, μια εμφανώς μονόπλευρη και εσφαλμένη κατασκευή. Και είναι λάθος έστω και αν παραδεχτούμε ότι στηρίζεται σε ένα αναντίρρητο δεδομένο: ότι διαχρονικά υφίστανται ποικίλες εκδοχές αντιδημοκρατικού ελιτισμού και ολιγαρχικών εμμονών. Για παράδειγμα μέχρι τον εικοστό αιώνα σε πολλούς σημαντικούς λόγιους και συγγραφείς είναι ευδιάκριτη η επίδραση ενός αφελούς «πολιτικού πλατωνισμού»: η άποψη ότι η αυθεντική πολιτική γνώση προσιδιάζει σε μια μειονότητα αμερόληπτων ειδημόνων οι οποίοι και πρέπει να κυβερνούν δίχως να λογοδοτούν σε συμβατικές κοινοβουλευτικές ή άλλες «περιττές» διαδικασίες.
Ο Φλομπέρ, ο Έλιοτ ή ο Τζορτζ Στάινερ κάτι τέτοιο θα θεωρούσαν λυτρωτικό ως αντίδοτο στη μαζική δημοκρατική κοινοτοπία. Παρόμοιες ιδέες ενδέχεται να επιβιώνουν και τώρα σε διανοούμενους που έχουν κατατρομάξει από την άνοδο των ανορθολογικών και λαϊκιστικών τάσεων στις σύγχρονες κοινωνίες. Υπάρχει πράγματι ένα  νήμα που συνδέει την κριτική του πολιτισμού με σχήματα πεφωτισμένης ολιγαρχίας.
Καλό είναι όμως να αποδίδουμε δικαιοσύνη στα φαινόμενα παρατηρώντας και την άλλη πλευρά. Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια γύρω από τη λέξη δημοκρατία εκτυλίχτηκε ένα δράμα ιδεολογικής χρήσης και κατάχρησης. Κάποιοι ταύτισαν αυθαίρετα τη δημοκρατία με τη φαντασίωση της άμεσης ή αδιαμεσολάβητης έκφρασης του λαού και των αναγκών του. Άλλοι πάλι αναφέρονται κατ’ επανάληψη στη λαϊκή κυριαρχία προϋποθέτοντας ότι το περιεχόμενο των εθνικών και λαϊκών δικαίων είναι κάτι διάφανο και προκαθορισμένο. Διαδίδεται εντέλει ένας δημόσιος λόγος στον οποίο ο λαός,  η κοινωνία, το έθνος και η δικαιοσύνη φτιάχνουν μια σχεδόν μυστικιστική ενότητα σημαινόντων. Ο λαός μετατρέπεται σε ηθικό υποκείμενο ενώ η αγανάκτηση/ αντίσταση προβιβάζεται σε μοναδική εκδοχή ευαίσθητης κριτικής.
Στον ορίζοντα της νεωτερικής εποχής, όμως, η δημοκρατία οριοθετεί πάντα ένα πεδίο εντάσεων και αμφίβολων εκβάσεων. Δεν είναι μια απλή έννοια αλλά μια σύνθετη εμπειρία: συνδέεται αφενός με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας περιλαμβάνει όμως και τη μέριμνα για τις εγγυήσεις δικαίου, τον πλουραλισμό και την προστασία του ατόμου. Η επέκταση των ελευθεριών και η φροντίδα για μείωση των  μεγάλων ανισοτήτων είναι οι δυο ψυχές της δημοκρατικής δυναμικής. Είναι όμως και πηγή πολλών από τις έριδες της ιστορίας της.
Ζούμε όμως μια ρητορική που συγχέει την αγαθότητα των προθέσεων με τις «πολιτικές» μιας περιστασιακής πολιτικής πλειοψηφίας. Και αυτή η ρητορική μαρτυρά περισσότερο επιστροφή σε κακέκτυπα ιακωβινισμού παρά ανανέωση της δημοκρατικής σκέψης. Ο λαϊκίστικος εθνικισμός συνέχει την κυρίαρχη ελληνική ιδεολογία της τρέχουσας περιόδου.
Από την άλλη πλευρά όσοι ταυτίζουν τη δημοκρατία με έναν δογματικό εξισωτισμό και την άρνηση κάθε αυθεντίας προωθούν μια επιπλέον σύγχυση: αντιλαμβάνονται ως δημοκρατική μία πολύ ιδιαίτερη, αναρχική αντίληψη για την κατάργηση κάθε κοινωνικής και διανοητικής ιεραρχίας. Σε αυτή την περίπτωση, η αναφερόμενη «δημοκρατία» δεν έχει βέβαια σχέση με τη φιλελεύθερη δημοκρατία αλλά με τη ρομαντική αναπαράσταση της κοινότητας των ίσων. Έχουμε λοιπόν τη μια ή άλλη εξιδανίκευση της μικρής συνέλευσης η οποία υποθετικά ενσαρκώνει την αγνότητα της δημοκρατικής βούλησης.
Είτε έτσι είτε αλλιώς θα έλεγε κανείς ότι ζούμε την επέκταση του πεδίου των συγχύσεων, για να παραφράσω τον Ουελμπέκ. Ο ριζοσπαστισμός αποδεικνύεται ανίκανος να γειώσει ή να εκλεπτύνει την κριτική στις υπαρκτές παθολογίες των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Αυτή του η αδυναμία τρέπει συχνά τους φορείς του στη νοσταλγία για κάποια απατηλά «καθαρή» δημοκρατία η οποία θα έλυνε με μιας τόσο το κοινωνικό ζήτημα όσο και την κρίση εμπιστοσύνης στους πολιτικούς θεσμούς.
Η επιστροφή όμως στη μια ή άλλη μυθικο-εκστατική ιδέα «λαϊκής» δημοκρατίας είναι το τίμημα που πληρώνουμε για δύο εκτροπές των προηγούμενων χρόνων: τόσο για την υψηλόφωνη ηθικολογία της αγανάκτησης που δημιούργησε μορφές τύφλωσης όσο και για την προσφυγή σε μια τεχνοκρατική ατζέντα μεταρρύθμισης η οποία δεν πήρε στα σοβαρά το ζήτημα των ανισοτήτων.
Οι συζητήσεις για τη δημοκρατία θα είχαν πιθανότητες να γεννήσουν αποκρίσεις αν αφήναμε πίσω αυτές τις συμπληρωματικές αυταπάτες…
[1] Ζακ Ρανσιέρ, Το μίσος για τη δημοκρατία. Πολιτική, δημοκρατία, χειραφέτηση, (μετ: Βίκυ Ιακώβου), εκδόσεις Πεδίο, 2010.

ΠΗΓΗ: dimartblog.com

Σοσιαλδημοκρατία: Έτσι ή αλλιώς;

του Αντώνη Μιχαλάκη
 
Για την σοσιαλδημοκρατία πολλά έχουν γραφτεί και πολλά έχουν λεχθεί και αναλυθεί, γιατί σ' αυτήν ακόμη αναφέρονται πολλοί πολίτες της χώρας μας αλλά και της Ευρώπης. Ένα ακόμη κείμενο με αναφορά σε αυτό το μεγάλο ιδεολογικό και πολιτικό ρεύμα είναι σταγόνα στον ωκεανό. Εντούτοις, υπάρχει πάντα η ανάγκη να εκφραστούν σκέψεις και διαθέσεις, χωρίς κανένα ίχνος καθοδήγησης ή μηδενισμού της ιστορικής διαδρομής.
Αναμφισβήτητα το σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα σκέψης έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εγκαθίδρυση της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως το πιο αποτελεσματικό πολίτευμα στον δυτικό κόσμο. Με ισχυρούς δεσμούς με το κοινωνικό κράτος και την συλλογική διαβούλευση, ενίσχυσε περαιτέρω την πολιτική ωρίμανση κοινωνιών που ήταν χτυπημένες από τις μεγάλες καταστροφές των ολοκληρωτισμών. Ταυτόχρονα λειτούργησε προωθητικά για την ευημερία των ευρωπαϊκών κοινωνιών και αφού στόχευσε στην υλοποίηση υλιστικών αιτημάτων, προχώρησε στην ικανοποίηση των μεταϋλιστικών αναγκών που δημιουργήθηκαν στη σύγχρονη εποχή. 
Η αναζήτηση στην δεκαετία του '90 ενός οράματος διαφορετικού από το ηγεμονικό ρεύμα του νεοφιλελευθερισμού, ώθησε την σοσιαλδημοκρατία σε μια παράταιρη ώσμωση με οικονομικές πολιτικές που οδηγούσαν σταδιακά στην αποδιάρθρωση του κράτους πρόνοιας και στην αποδόμηση της ιδέας της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η προσπάθεια για επανεγγραφή της αριστερής ευρωπαϊκής ατζέντας κατέληξε πολλές φορές σε απρόσκοπτη υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων οπτικών. Στην σημερινή εποχή είναι σαφές ότι αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί.

Αν θεωρήσουμε ως βασικές αξίες την κοινωνική δικαιοσύνη, την ελευθερία, την ισότητα, την ευρωπαϊκή συμπόρευση, τον οικολογικό μετασχηματισμό, την λογοδοσία, τότε η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία έχει πολύ δρόμο να διανύσει για να ξανααγκαλιάσει όλη αυτή την ιδεολογική χορογραφία. Γίνεται αναγκαία η περιγραφή μιας κοινωνικής Ευρώπης και στην Ελλάδα η περιγραφή μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας. Γίνεται αναγκαία η επανασύνδεση με το κοινωνικό γίγνεσθαι και ο επαναπροσδιορισμός των πολιτικών συμμαχιών. Ικανός όρος για την αναζωογόνηση του σοσιαλδημοκρατικού ρεύματος σκέψης είναι η ριζοσπαστικοποίησή του. Όχι φυσικά εκμεταλλευόμενο το λαϊκιστικό momentum αλλά μέσα από ειλικρινή κριτική για τα λάθη και τις παραλείψεις που οδήγησαν σε μια διαπλεκόμενη και ηττημένη σοσιαλδημοκρατία. Αναγκαίος όρος η κοινωνική γείωση. Η αναφορά στο λαϊκό χωρίς ελιτίστικες προθέσεις και χωρίς διάθεση καθοδήγησης. Αλλά συμπορευόμενη με την εμπειρία που δίνει η ιστορία των ευρωπαϊκών λαών.

Στην Ελλάδα τα πολιτικά οχήματα μεταφοράς της σοσιαλδημοκρατίας είναι φθαρμένα. Προφανώς μαζί τους και οι οδηγοί των οχημάτων. Θεωρώντας ότι στόχος για τη χώρα είναι η επιστροφή στην κανονικότητα – όχι με πισωγύρισμα αλλά με βήματα μπροστά – ο επαναπροσδιορισμός των πολιτικών σχεδίων και των συμμαχιών είναι το απαραίτητο πρώτο στάδιο. Και οι πρώτες συγκρούσεις ή ωσμώσεις μπορούν να γίνουν σε αυτό το πεδίο. Ας ειπωθούν λοιπόν τα σχέδια ξεκάθαρα και ειλικρινά.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Σταδιακή βελτίωση και όχι καταστροφικοί ηρωισμοί


Του Αλέξανδρου Παπουτσή

Βρισκόμαστε στην τρίτη εβδομάδα μετά τις εκλογές τις 25ης Ιανουαρίου και τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτό το διάστημα έχουν γίνει πολλά. Οι δράσεις έφεραν αντιδράσεις, η αεικινησία της νέας κυβέρνησης διεθνοποίησε ξανά το πρόβλημα της Ελλάδας μετά το 2010 και τις ανάλογες τότε προσπάθειες, χωρίς όμως καμία βεβαιότητα αποτελεσματικότητας μέχρι στιγμής. Η αρχική εντύπωση υποστήριξης των ελληνικών αιτημάτων υποχώρησε καθώς μετά την απομάκρυνση της ελληνικής αντιπροσωπίας  από τις πρωτεύουσες, διαδοχικά οι εταίροι επανέλαβαν τις πάγιες θέσεις τους για συνέχιση μεταρρυθμίσεων και συνεργασία με την τρόικα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως όλη αυτή η προσπάθεια από ελληνικής πλευράς πήγε χαμένη καθώς υπήρξε μία σημαντική διαφορά σε σχέση με την προηγούμενη κυβέρνηση. Αντιστράφηκε το δόγμα «πρώτα υλοποιώ και μετά διαπραγματεύομαι», παρουσιάστηκε η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας με τρόπο πιο ρεαλιστικό από το «success story», το κοινωνικό ζήτημα μπήκε στο επίκεντρο των προσπαθειών και αμφισβητήθηκε ανοιχτά η ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική λιτότητας. Με μια πρώτη ματιά η νέα ελληνική κυβέρνηση φάνηκε να σπάει μία άρρητη συμφωνία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Με αφέλεια και θάρρος παραδέχεται και υπογραμμίζει ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός και πως πρέπει να υπάρξει αλλαγή πολιτικής. Η ευρωζώνη ήταν και παραμένει ο βασικός αποσταθεροποιητικός παράγοντας για την παγκόσμια ανάπτυξη.

Υπάρχουν όμως και αρνητικές πλευρές της προσπάθειας αυτής. Εμφανίζεται η ελληνική κυβέρνηση να ζητάει χρόνο μέσω ενός προγράμματος γέφυρα, μέχρι να παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομικών ισοδυνάμων που θα αντικαταστήσει το μνημόνιο. Θεμιτή, λογική απαίτηση λέμε εμείς εντός Ελλάδας αλλά άλλοι το βλέπουν ως αθέτηση συμφωνιών και ασυνέχεια του κράτους και δυσφορούν. Επιπλέον, ένα λογικό ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί τα 2-3 χρόνια αξιωματικής αντιπολίτευσης ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ετοίμαζε ένα τέτοιο σχέδιο ώστε σήμερα να είναι σε θέση να το παρουσιάσει. Εάν είχε έτοιμο ένα στοιχειώδες πρόγραμμα προοδευτικών μεταρρυθμίσεων, ένα στοιχειώδες σχέδιο δημοσιονομικών ισοδύναμων μέτρων, ένα στοιχειώδες πλάνο διαπραγμάτευσης με πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις και στόχους, με εντοπισμό των πιο αδύναμων, άδικων, αναποτελεσματικών σημείων του μνημονίου, με συγκεκριμένες απαιτήσεις θεσμικού τύπου ( π.χ κατάργηση της Τρόικα), με προτάσεις διαχείρισης του δημοσίου χρέους συμβατές με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, σήμερα θα βρίσκονταν σε πιο πλεονεκτική θέση.  Ένα σχέδιο ρεαλιστικό, δημοκρατικό, ευρωπαϊκό που θα πατάει πάνω σε δίκαια αιτήματα αλλά και σε επίπονες και άβολες αλήθειες, που δεν θα βασίζεται σε έναν άκρατο και μονομερή βολονταρισμό, με κέντρο τον ελληνικό εξαιρετισμό θα μπορούσε ενδεχομένως να προκαλέσει μεγαλύτερα ρήγματα στην γερμανικής εμπνεύσεως οικονομική πολιτική της λιτότητας.

Σε κάθε περίπτωση όμως η νέα κυβέρνηση πρέπει να έχει την απαραίτητη ευελιξία ώστε να μπορέσει να αποφύγει τη διεθνή και ευρωπαϊκή απομόνωση.  Να μην τυφλωθεί από την μεγάλη εσωτερική υποστήριξη που απολαμβάνει διότι αυτό δεν είναι ασφαλές κριτήριο ορθότητας – το διδάσκει η ελληνική Ιστορία πλείστες όσες φορές. Να επιδιώξει τη βάσανο της καθημερινής και σταδιακής βελτίωσης και όχι την καταστροφική γοητεία ηρωικών ενεργειών. Οι προγραμματικές δηλώσεις αρχικά δημιούργησαν ανησυχία όχι γιατί ήταν ριζοσπαστικές αλλά γιατί δεν φάνηκε να γεφυρώνουν το χάσμα με την κυρίαρχη πολιτική των εταίρων – δείγμα και αυτό της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Μια αμοιβαία επωφελής συμφωνία και ένας κοινός τόπος για τα μετέπειτα φαίνεται παρόλα αυτά να διαμορφώνεται οδεύοντας στο eurogroup. Εάν ξεπεραστεί ο σκόπελος της επί της αρχής συμφωνίας ακολουθεί μαραθώνιος για κυβέρνηση και ελληνική κοινωνία.  

ΠΗΓΗ: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 11/02/2015

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Το έθνος, το μνημόνιο και η κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας

Του Ανδρέα Γιάνναρου

Οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης εδράζονταν σε τρεις άξονες. Πρώτον, να τηρηθούν οι προεκλογικές δεσμεύσεις και οι εξαγγελίες για αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, δεύτερον να κρατηθούν ανοικτές οι θύρες της Ευρώπης και οι αντίστοιχες δεσμεύσεις και τρίτον να διαμορφωθεί μια νέα εθνική συλλογική ταυτότητα με ιδιαίτερες αναφορές την ενότητα, την αντίσταση, τον σεβασμό στον σύνταγμα και στις θυσίες των πολιτών.

Ο Α. Τσίπρας επιχείρησε να υπερβεί το δίπολο ανάμεσα στις δεσμεύσεις και τα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα από την Ευρώπη και το φιλόδοξο οικονομικό σχέδιο που εκπονήθηκε στην Θεσσαλονίκη προτάσσοντας άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε με κενά και επικλήσεις εθνικών συμβόλων μια δέσμη βασικών θέσεων που θα αποτελούσαν την βάση της νέας διακυβέρνησης.

Το σπάσιμο των προεκλογικών εξαγγελιών σε δύο χρονικές περιόδους, η δέσμευση για μικρό πρωτογενές πλεόνασμα, η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης έκλειναν ουσιαστικά το μάτι προς την πλευρά της Ευρώπης και την διαμόρφωση ενός πλαισίου συνεννόησης.
Επίσης η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς για διαγραφή του χρέους, άρσης των ιδιωτικοποιήσεων ή κατάργησης της τρόικας ήταν το πεδίο συνάντησης της κυβέρνησης με τις απαιτήσεις των εταίρων.

Από την άλλη η δέσμευση ότι θα καταργηθεί ο ΕΝΦΙΑ, ότι θα επανακτηθούν οι συλλογικές συμβάσεις και ο κατώτατος μισθός και ότι θα επιστραφεί ο 13ος μισθός των συνταξιούχων, οι επαναπροσλήψεις όσων απολύθηκαν στο δημόσιο, έστω όλα αυτά σταδιακά, αποτύπωναν ουσιαστικά και την προσπάθεια της κυβέρνησης να δείξει ότι τηρεί τις προεκλογικές της εξαγγελίες και δείχνει συνέπεια των λόγων της. Η μη ευκρινής ωστόσο περιγραφή του πλαισίου πάνω στο οποίο θα υλοποιηθούν αυτές οι δεσμεύσεις αναδείκνυαν και τις αντιφάσεις αυτής της στρατηγικής.

Το πρόγραμμα γέφυρα που έχει αναδειχθεί ως ο βασικός μοχλός διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης με τους εταίρους προς το παρόν δεν φαίνεται να αποσπάει συναινέσεις, μένει να εξειδικευθεί και να περιγράφει συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις.

Η επίκληση ωστόσο του Α. Τσίπρα ότι η προηγούμενη κυβέρνηση δεν πήρε εξάμηνη παράταση ήταν και μια έμμεση παραδοχή για την αναγκαιότητα της παράτασης και ενδεχομένως μια προσαρμογή της κυβέρνησης στις νέες συνθήκες σε περίπτωσης απόρριψης των προτάσεών της.

Όσον αφορά μερικές από τις χθεσινές εξαγγελίες, εντύπωση προκάλεσε η αναφορά για μείωση των κρατικών δαπανών και κατάργηση προνομίων που αφορούν περουσιακά στοιχεία του κράτους αλλά και δημοσίων λειτουργών. Μια κίνηση που πέρα από τους πολιτικούς και οικονομικούς και επικοινωνιακούς συμβολισμούς, επιχειρεί να ξεκλειδώσει την οργή ενός μεγάλου τμήματος πολιτών για την διαφθορά του πολιτικού συστήματος.

Στα θετικά η απόδοση ιθαγένειας, η αδειοδότηση από την αρχή των καναλιών, η διατήρηση της εθνικής εξωτερικής πολιτικής που έχει οικοδομηθεί εδώ και χρόνια (Κύπρος, Σκοπιανό), στα αρνητικά η οπισθοχώρηση όπως φαίνεται στην εκπαίδευση (τράπεζα θεμάτων, συμβούλια ιδρύματος), η παντελής έλλειψη για κάποιου είδους διαχωρισμό κράτους-Εκκλησίας (η κόκκινη γραμμή όπως φαίνεται της συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ), η επιστράτευση και πάλι των εξεταστικών επιτροπών για το μνημόνιο που φαίνεται ότι αποτελεί και διάθεση της κυβέρνησης να συντηρήσει τουλάχιστον φρασεολογικά την ιδιότυπη κόντρα με τους πολιτικούς της αντιπάλους.

Τέλος οι αναφορές του Α.Τσίπρα σε πολλά σημεία της ομιλίας του, για την αναγκαιότητα της χαμένης εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, αν και ξένισαν τα παραδοσιακά ακροατήρια της αριστεράς, είχαν σκοπό να ξεδιπλώσουν μια νέα μορφή διασύνδεσης της αριστεράς με το έθνος και την διαμόρφωση μιας νέας εθνικής συλλογικής ταυτότητας.

Οι επικλήσεις για κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας αντί για κυβέρνηση αριστεράς, για ανάκτηση της εθνικής αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας, αναδεικνύουν και την μεγάλη αυτή στροφή της κυβέρνησης προς ένα εθνικό ακροατήριο με έναν λόγο πιο συναισθηματικό, πιο ψυχολογικό, πιο αιχμηρό.

Αν δεν αποσαφηνιστεί όμως ο νέος αυτός αριστερός πατριωτισμός και δεν διαχωριστεί από τον εθνολαϊκισμό στην βάση υπαρκτών διλημμάτων, μνημόνιο αντιμνημόνιο χθες, με την κυβέρνηση ή με τους ξένους σήμερα, μπορεί να δημιουργήσει αντίρροπες δυνάμεις και να ενισχύσει αντιθεσμικές συμπεριφορές και νοοτροπίες.

Στο δια ταύτα, διάθεση συνεννόησης, ασάφειες και κενά, ρητορική έντονου εθνικού στοιχείου. Οι επόμενες ημέρες θα δείξουν τα περιθώρια, τις αντοχές και τις πιθανές προσαρμογές αυτού του σχεδίου...

ΠΗΓΗ : www.o-klooun.com

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

«Όπως αργεί το ατσάλι να γίνει κοφτερό...»




Του Ρωμανού Οικονομίδη
 
Λένε ότι ο χειρότερος εφιάλτης είναι να πραγματοποιηθεί το όνειρό σου. Έτσι κι εγώ, μεγαλωμένος σε ένα «αριστερό σπίτι», ποτέ δε φανταζόμουν ότι θα έγραφα αυτές τις γραμμές, με τον τρόπο που θα τις γράψω, για τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και την ταυτόχρονη εξαΰλωση του δικού μου κόμματος, της ΔΗΜΑΡ. 
 
Ωστόσο, το συγκεκριμένο κείμενο δε γράφεται ούτε ως αποδοκιμασία του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ως επικήδειος της ΔΗΜΑΡ. Γράφεται για να μεταφέρω τις δικές μου εμπειρίες, αυτές που αποκόμισα από τη συμμετοχή μου σε ένα διαφορετικό κόμμα της Αριστεράς και πώς βίωσα –σαν εξωτερικός παρατηρητής- την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, ελπίζοντας να εκφράσω κι άλλους της γενιάς μου.
Όπως αποδείχθηκε περίτρανα, στη σημερινή κυβέρνηση το αντιμνημονιακό μένος επιβλήθηκε του αριστερού και ευρωπαϊκού προσανατολισμού, οι οποίοι θα μπορούσαν να συνδυαστούν και να κυβερνήσουν. Λογικό από τη μία, αφού η ρητορική και οι επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ, δεν άφηναν τέτοια περιθώρια. Μοιραίο σφάλμα από την άλλη, για ένα νέο και ισχυρό κόμμα που φιλοδοξεί να διαμορφώσει συνειδήσεις. 
 
Η αλήθεια είναι ότι η λαϊκή εντολή δεν ήταν κυβέρνηση της Αριστεράς, ούτε καν κυβέρνηση με αριστερό χαρακτήρα. Οι ψηφοφόροι αντάμειψαν τα κόμματα που επέδειξαν αντιμνημονιακή συνέπεια και σίγουρα πολλές ήταν οι ψήφοι οργής. Όσο εύκολα κερδήθηκαν αυτές οι ψήφοι, τόσο εύκολα μπορούν να χαθούν. Κι αυτό, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν παίδευσε ποτέ το λαό και αριστερή κυβέρνηση χωρίς αριστερή παιδεία, δε γίνεται. 
 
Εκ διαμέτρου αντίθετα, τη νύχτα των εκλογών, τα συναισθήματα για όσους συντρόφους έμειναν στη ΔΗΜΑΡ και ήπιαν όλο το πικρό ποτήρι μέχρι τέλους. Ο κύκλος της Δημοκρατικής Αριστεράς κλείνει με το χειρότερο ίσως τρόπο. Κουρασμένη, απαξιωμένη και περιθωριοποιημένη οδηγήθηκε σε ένα ταπεινωτικό αποτέλεσμα που θα γραφτεί με μαύρα γράμματα στην ιστορία της Ανανεωτικής Αριστεράς. 
 
Από τη στιγμή που το κόμμα μετατράπηκε σε ιδιοκτησία, γεμίσαμε «μισθοφόρους και πραιτοριανούς» και ακόμα και η αξιοπρέπεια έγινε ζητούμενο. Δε θα πω ότι θα ξανασυναντηθούμε με όσους σμίξαμε. Το timing χάθηκε, οι ιδέες, οι προτάσεις και το αξιόλογο πολιτικό προσωπικό δόθηκαν προίκα αλλού. 
 
Ας μη δώσουμε υποσχέσεις που δε θα κρατήσουμε.


Παρόλα αυτά, η ΔΗΜΑΡ αποτέλεσε τεράστιο κεφάλαιο για τη χώρα και τη νέα γενιά σε μια δύσκολη περίοδο. Έφερε στο προσκήνιο ιδέες που αργότερα έγιναν πλειοψηφικές.
Ναι, ποτέ δεν κατάφερε να αποτυπώσει το παραπάνω γεγονός σε ποσοστά, αλλά θυμηθείτε:
*Μίλησε για δίκαιη λιτότητα και κατανομή των βαρών, όταν οι μεν έλεγαν ότι είναι αδύνατη η διαπραγμάτευση και οι δε μιλούσαν για καταγγελίες.
*Διακήρυξε ότι η Αριστερά δεν μπορεί να μένει στον απορριπτικό λόγο, αλλά και να προτείνει ρεαλιστικές λύσεις.
*Εισήγαγε στην ελληνική κοινωνία την έννοια των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων εν μέσω κρίσης, όταν οι κυβερνήσεις ισοπέδωναν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και οι αντιπολιτεύσεις αρνούνταν οποιαδήποτε αλλαγή.

Σταθμό στην πορεία της, βέβαια, αποτέλεσε η γενναία συμμετοχή της στην κυβέρνηση, εκεί όπου κόπηκε ο ομφάλιος λώρος και οι προσδοκίες για κάτι μεγαλύτερο από αυτό που αρχικά σκεφτήκαμε φούντωσαν. Τα πράγματα, όμως, ήταν πολύ πιο δύσκολα σε σχέση με αυτά που από αφέλεια νομίσαμε.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που ένιωσα ότι τα όπλα που είχε στη φαρέτρα του το κόμμα της Ανανεωτικής Αριστεράς, ήταν πολύ πιο αδύναμα από αυτά των πολιτικών του αντιπάλων. Με αποτέλεσμα πολλές φορές να δοκιμαστούν τα όρια της Αριστεράς και να καταλήξουμε η γραμμή μας να είναι το σύνολο των δισταγμών μας.

Για τους νέους που οργανωθήκαμε ανιδιοτελώς, αυτή η Αριστερά ήταν κάτι παραπάνω. Ένα δεύτερο σχολείο, θα έλεγα.

Ανησυχώ βλέποντας το φανατισμό και την ελαφρότητα πολλών «νεοαριστερών», οι οποίοι εύκολα περιπέφτουν σε αυθαίρετους μανιχαϊσμούς και υποκύπτουν στο λαϊκισμό. Κι εδώ, είναι μεγάλη και ιστορική η ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ για το όνομα της Αριστεράς, το οποίο θα παραδώσει στις επόμενες γενιές. Δεν έχει το μονοπώλιο όμως.
Εμάς, η δική μας Αριστερά, μας έμαθε για τον Μπερλίνγκουερ, τον Αγιέντε, τους δικούς μας Λεωνίδα Κύρκο, Μιχάλη Παπαγιαννάκη και πολλούς άλλους. Μορφές της που ένωναν, δεν αναβίωναν πάθη του παρελθόντος, ούτε δίχαζαν. 
 
Καταλάβαμε ότι εκτός από τους κοινωνικούς αγώνες, υπάρχουν και οι κοινωνικοί συμβιβασμοί, οι οποίοι είναι αναγκαίοι για την ομαλή λειτουργία της Δημοκρατίας, ειδικά σε περιόδους κρίσης.
Πέρα από τούτες τις ιδέες, έχουν μείνει δύο βαθύτερες αξίες, που αποτελούν εφόδιο ζωής.
Το πρώτο, είναι να αγωνίζεσαι για τις ιδέες σου, όσο μόνος κι αν είσαι, γιατί μόνο τότε είσαι ελεύθερος. Και το δεύτερο, να υπομένεις όταν σε λοιδορούν ή σε περιθωριοποιούν.
Κάναμε πράξη το πρώτο, τώρα ήρθε η ώρα για το δεύτερο. Μεγαλώσαμε με πρότυπα ανθρώπους της μεταπολίτευσης, οι οποίοι δεν ενέδωσαν στις σειρήνες του ΠΑΣΟΚ. Δε θα υποκύψουμε τώρα εμείς στον ΣΥΡΙΖΑ. 
 
Το όλο εγχείρημα της δημιουργίας της Δημοκρατικής Αριστεράς, θα μπορούσα να το συμπυκνώσω στο ερώτημα που μου έθεσε ένας σύντροφος και συμπατριώτης σε μια συνομιλία μας έξω από το 3ο Συνέδριο:
«Μήπως έπρεπε να μείνουμε και να παλέψουμε για τις ανανεωτικές μας ιδέες μέσα από ένα ευρύτερο σχήμα της Αριστεράς;»
Για να απαντήσει ο ίδιος αμέσως: «Όχι ρε γαμώτο! Δεν μπορώ να πείσω τον εαυτό μου ότι έκανα λάθος τότε που έφυγα!»

Η Δημοκρατική Αριστερά, μέσα από τις ιδέες και τις πράξεις της, κλόνισε πολλά από τα κακώς κείμενα της Αριστεράς και αμφισβήτησε ιδεολογήματα και μυθεύματα. Η ανάγκη της αμφισβήτησης όμως δεν «πνίγεται» εύκολα.
Πέρα από την κρίση, η γενιά μου έχει κάτι πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπίσει. Την έλλειψη μιας ουτοπίας, στην οποία θα αφοσιωθεί και θα παλέψει για να τη δει να πραγματώνεται.
Είμαστε καταδικασμένοι να κοιμόμαστε με όνειρα και να ξυπνάμε με ρεαλισμό.

Όσοι νέοι κάνουμε την επιλογή να μην ακολουθήσουμε τον ΣΥΡΙΖΑ και να μείνουμε σε μια δική μας, διαφορετική Αριστερά, είμαστε ηττημένοι και νικητές μαζί. Ηττημένοι για τους σημερινούς θριαμβευτές, αλλά και νικητές γιατί ανοίγουν νέοι δρόμοι στο διάβα μας.

Θα αγωνιστούμε για το σήμερα, αλλά θα κάνουμε και υπομονή για το αύριο. Ακριβώς όπως έγραψε ο Άρης Αλεξάνδρου: «Όπως αργεί το ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι, έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο. Σκοπός μας το μαχαίρι».

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Ο δρόμος έως την υπουργοποίηση ήταν 3 ½ δηλώσεις δρόμος




Της Ιωάννας Γρηγοριάδου
 
«Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου»
                                       
                                                Μανόλης Αναγνωστάκης

Δύο ημέρες πριν από τις εκλογές, στις 23 Ιανουαρίου 2015, ο κ. Γιάννης Πανούσης (μέχρι πρότινος βουλευτής της ΔΗΜΑΡ) αφιέρωσε στη ΔΗΜΑΡ  άρθρο του με τίτλο : «Πολιτικό παντοπωλείο». 

Στο υπ’ αριθμ. 2 υστερόγραφο αναφέρει : «Η ΔΗΜΑΡ, ως μικροπαντοπωλείο της γειτονιάς, ξεπούλησε τα πάντα σε φτηνές τιμές. Τώρα το μόνο που ελπίζει είναι να την εξ-αγοράσει ένα super market. Αυτό κι αν είναι η «υπεραξία» της Ανανεωτικής Αριστεράς!!».

Ο κ. Πανούσης, βουλευτής  και μέλος της Εκτελεστικής και Κεντρικής  Επιτροπής της ΔΗΜΑΡ για αρκετά χρόνια, αναφέρθηκε απαξιωτικά στη ΔΗΜΑΡ  χαρακτηρίζοντάς την «μικροπαντοπωλείο». Ίσως επειδή ο ίδιος  αποφάσισε να ψωνίζει μόνο από μεγάλα super markets.
Θα είχε ενδιαφέρον  ωστόσο να μας πει με ποια ιδιότητα ο ίδιος μετείχε στο «μικροπαντοπωλείο».Με την ιδιότητα εκείνου που μετείχε στο μικροπαντοπωλείο και ξεπούλησε τα «εμπορεύματά» του  ή με εκείνη του «εμπορεύματος»  που εξ-αγοράστηκε από το  super market;

Σήμερα μετά την υπουργοποίησή του,  οι δηλώσεις και τα άρθρα που το τελευταίο διάστημα είχε υπογράψει ως βουλευτής της ΔΗΜΑΡ  αποκτούν τη σημασία τους.    

Δηλώσεις του κ. Πανούση από το καλοκαίρι του 2014 έως τον Ιανουάριο του 2015

1). «Συγκρότηση της Κεντροαριστεράς με τη ΔΗΜΑΡ αυτόνομη και όχι εντασσόμενη στον ΣΥΡΙΖΑ ή στο ΠΑΣΟΚ» 
(καλοκαίρι 2014)

Στις 11/7/2014, με δήλωσή του περί της συγκρότησης της κεντροαριστεράς  αναφέρει : «Όλοι οι επιμέρους χώροι της κεντροαριστεράς, Λοβέρδος, ένα κομμάτι του ΠΑΣΟΚ, ένα κομμάτι της Λούκας Κατσέλη, θα ήθελαν τον Φώτη Κουβέλη αρχηγό αυτής της κίνησης
Ερωτώμενος για το τι πρέπει να πράξει η ΔΗΜΑΡ απάντησε πως «η ΔΗΜΑΡ ούτε πρέπει να συγχωνευτεί με τον ΣΥΡΙΖΑ αυτή τη στιγμή, ούτε πρέπει να μείνει μόνη της σε μια γωνιά. Πρέπει να δυναμώσει η ίδια, να δυναμώσει την κεντροαριστερά και όταν συμβεί αυτό μετεκλογικά και εφόσον ο ελληνικός λαός, απ’ ότι φαίνεται και από τις δημοσκοπήσεις, δώσει στο ΣΥΡΙΖΑ την πρώτη θέση, τότε η ΔΗΜΑΡ να συμβάλλει σε αυτό που λέει κυβερνώσα αριστερά».

Στις 24/7/2014, δύο βδομάδες μετά,  δημοσίευσε άρθρο του με  πρόταση  για την ίδρυση νέου πολιτικού φορέα στον οποίο θα μετάσχει η ΔΗΜΑΡ  «υπεύθυνα, αυτόνομα και με καθαρή στρατηγική». Σε ότι αφορά δε στο πρόσωπο που θα ηγείται του νέου πολιτικού φορέα δήλωσε: «είτε προσωρινή τριμελής επιτροπή νέων προσώπων, είτε μεταβατικός πρόεδρος». Και το όνομα αυτού : «ΣΟΔΗΑ» (Σοσιαλιστική Δημοκρατική Αριστερά) με έμβλημα του νέου πολιτικού  φορέα :  ένα δεμάτι στάχυα. Στο άρθρο του μάλιστα σημείωνε πως : «Αν πάει να ενταχθεί η ΔΗΜΑΡ στο ΣΥΡΙΖΑ ή στο ΠΑΣΟΚ, θα εξαφανιστεί».

Σε διευκρινιστικές του δηλώσεις  στις 29/7/2014  αναφέρεται  στη ΣΟΔΗΑ «ως φορέα-«ομπρέλα» και άλλων κομμάτων και φορέων που εφόσον πετύχει θα συνεργαστεί με τον ΣΥΡΙΖΑ για την κυβερνώσα Αριστερά». Δεν αμελεί να πει πως «η ΣΟΔΗΑ θα αποτελεί την ενοποίηση του χώρου που ονομάζεται κεντροαριστερά».


2).  «Αντίο Κεντροαριστερά… Ήρθε η ώρα της Αριστεράς! Η ΔΗΜΑΡ με ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ!» *
(Νοέμβριος 2014)

Στις 14/11/2014 σε συνέντευξή του στον ραδιοφωνικό σταθμό «Κόκκινο» αναφέρει:
«ο χώρος της κεντροαριστεράς ολοκλήρωσε τον κύκλο του και πλέον είναι η ώρα της αριστεράς, για την οποία σημείωσε πως δε μπορεί να κυβερνήσει δίχως τη σύμπραξη ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ»*.

*Αυτή του η δήλωση  τον κατέστησε  πολιτικά  συμπαθή ή απλώς ανεκτό για την  Αριστερή  Πλατφόρμα του κ. Λαφαζάνη,  που ως γνωστόν δεν επιθυμούσε και δεν επιθυμεί οποιαδήποτε συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ με ΔΗΜΑΡ.

3). «Η ΔΗΜΑΡ να μην κατέβει στις εκλογές, να στηρίξει ΣΥΡΙΖΑ!»
(τέλη Δεκεμβρίου 2014)

Μετά την άκαρπη  τρίτη ψηφοφορία στη Βουλή (29/12/2014) για την εκλογή ΠτΔ και ενώ οδεύουμε σε Εθνικές εκλογές ο κ. Πανούσης κάνει εκ νέου δηλώσεις. Ζητά  από τη ΔΗΜΑΡ να μην κατέλθει στις εκλογές,  και  να στηρίξει ΣΥΡΙΖΑ.

Και η  ½ δήλωση αφού πριν ο αλέκτωρ λαλήσει τρεις αυτοακυρώθηκε…

«Εγώ είμαι δάσκαλος, δεν είμαι πολιτικός. Αποσύρομαι από την πολιτική»*.
(Ιανουάριος 2015)

«Η δική μου στάση είναι δηλωμένη εδώ και ενάμιση χρόνο και βέβαια ενισχύθηκε και με τα τελευταία γεγονότα. Είμαι δάσκαλος, δεν είμαι πολιτικός. Οπότε σε οποιαδήποτε μορφή δεν κατεβαίνω, είτε αν η ΔΗΜΑΡ αποφασίσει να κατέβει μόνη της, είτε αν είχε συνεργαστεί - συγχωνευθεί με τον ΣΥΡΙΖΑ, ή οποιοδήποτε άλλο σενάριο θα γινόταν, εγώ θα είχα αποσυρθεί έτσι και αλλιώς» 

*Μετά από αυτήν τη δήλωση ήρθε η υπουργοποίηση. Αλλά «πώς τα φέρνει η ζωή»,  είπε  κατά την τελετή – παραλαβή στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, «…τώρα είμαι εδώ για να διδάξουμε μαζί ήθος, πίστη στους θεσμούς, σεβασμό στο νόμο».  Ο κ. καθηγητής της Εγκληματολογίας, πρέπει να βρει  χρόνο  να διδάξει και τι σημαίνει «εκ προμελέτης», τι σημαίνει «δόλος», πώς συντελείται η «απόσβεση ενοχών», τι σημαίνει «σύμβαση έργου» και τι είναι η «μεσιτεία».Τα τρία τελευταία αφορούν το Αστικό Δίκαιο αλλά είμαστε βέβαιοι πως οι γνώσεις του είναι επαρκείς και επ’ αυτού, πέραν του Ποινικού.

------------------------------------------------

Οι πολιτικές μεταγραφές της τελευταίας εκλογικής μάχης ήταν πέρα από όσα έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε. Βουλευτές και στελέχη κομμάτων πρόταξαν την επιδίωξή τους πρώτα να βρουν κόμμα που να τους εξασφαλίσει τη βουλευτική έδρα και μετά να εφεύρουν τους λόγους για τη μετακίνησή τους. 

Στην περίπτωση του Γ. Πανούση υπάρχουν διαφορές.  Η επιδίωξή του δεν ήταν η εξασφάλιση της βουλευτικής έδρας. Ήταν η εξασφάλιση του πολιτικού ρόλου και η συμμετοχή του στη νέα κυβέρνηση. Επιπλέον κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει πως πρώτα  υπουργοποιήθηκε και μετά επέλεξε να στηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ. Στήριξε συστηματικά και ανοιχτά τον ΣΥΡΙΖΑ (ενόσω ήταν βουλευτής της ΔΗΜΑΡ)  και η υπουργοποίηση επήλθε ως αποτέλεσμα της στάσης του αυτής. 

Αυτή η επιβράβευση δεν αφορά μόνο τον κ. Πανούση. Αφορά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί από όσα στελέχη έφυγαν από τη ΔΗΜΑΡ προς τον ΣΥΡΙΖΑ ή παρέμειναν στη ΔΗΜΑΡ και με αποφασιστικότητα και σταθερότητα εργάστηκαν για την Πολιτική Αλλαγή με ρεαλισμό και όραμα (αποχώρηση από την κυβέρνηση Σαμαρά, μη ψήφιση ΠτΔ  και απόρριψη κάθε πρότασης για επανείσοδο της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση Σαμαρά παρ’ όλη την ανοίκεια επίθεση από το σύνολο των ΜΜΕ που είχαν αποφασίσει πως η ΔΗΜΑΡ πρέπει να εξαφανιστεί)  ο ΣΥΡΙΖΑ προέκρινε ως άξια «ανταμοιβής» με τη θέση του υπουργού, τη στάση εκείνου που έδρασε ως  απλός διαφημιστής του και ως δυσφημιστής για το κόμμα με το οποίο εξελέγη βουλευτής συμβάλλοντας με τη στάση του και όσο του αναλογούσε στην πολιτική εξαφάνιση της ΔΗΜΑΡ. Και μάλιστα ως βουλευτής που δεν ανεξαρτοποιήθηκε από τη ΔΗΜΑΡ αλλά παρέμεινε σε αυτήν έως τη διάλυση της Βουλής, αποδεχόμενος ακόμη και προσκλήσεις από  ΜΜΕ προκειμένου να συνεχίσει να υποστηρίζει την μη κάθοδο της ΔΗΜΑΡ στις εκλογές  και την στήριξή του στον ΣΥΡΙΖΑ.

Ούτως  ή άλλως η ΔΗΜΑΡ  το «έργο» αυτό το είδε να παίζεται και μετά την αποχώρησή της από την κυβέρνηση Σαμαρά,  από όλους εκείνους (βουλευτές και στελέχη της) που εκπροσωπούσαν στα ΜΜΕ τη ΔΗΜΑΡ  …κατηγορώντάς την για την αποχώρησή της από την  κυβέρνηση Σαμαρά. Ε! έμελλε να  το δει κι από  τα «αριστερά» της. Έχει τροφοδοτήσει με πολλά στελέχη και βουλευτές της  ποτάμια, πράσινους ήλιους, και πράσινες ελιές, ελπίδες που σχηματίζουν κυβέρνηση αλλά και γαλάζιες κεντροαριστερές…
Τελικά στον τηλεοπτικό χρόνο που αναλογούσε στη  ΔΗΜΑΡ χτίστηκαν πολλές πολιτικές καριέρες.

Υ.Γ.1 Ο κ. Πανούσης σε εκπομπή του Σκάι στις 30/1/2015 απαντώντας σε ερώτηση των δημοσιογράφων της εκπομπής «Οι αταίριαστοι» είπε πως δεν υπήρχε προσυνεννόηση με τον ΣΥΡΙΖΑ για την υπουργοποίησή του. Προς «απόδειξη» μάλιστα ανέφερε: «Έγινε μια πρόταση αναπάντεχη, πραγματικά αναπάντεχη. Τον κ. Τσίπρα του έχω πει μια φορά καλημέρα στη Βουλή. Δεν τον ξέρω, ούτε ζήτησα ποτέ τίποτα κλπ» …

Είπε κάποιος πως   ο χαιρετισμός του με τον Αλέξη Τσίπρα  ή κάποιο ραντεβού του με στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ τον έκανε υπουργό; Η στάση που επέδειξε ο κ. Πανούσης  (όπως αυτή περιγράφεται στο παρόν κείμενο) ήταν από μόνη της ένας διαρκής χαιρετισμός και στήριξη από πλευράς του προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Εξαιτίας αυτής της στάσης υπουργοποιήθηκε και όχι γιατί συνάντησε ή δεν συνάντησε τον κ. Τσίπρα.
(από το 1.15΄)

Υ.Γ.2
«Άντε να λύσουμε, να ξεκινήσουμε
και τους βαρέθηκα, δεν τους μπορώ…»


Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

Ούλριχ Μπεκ: «Πρέπει να αλλάξει η αντίληψη που έχουμε για τον κόσμο»

Ο κόσμος ήταν ανέκαθεν γεμάτος κινδύνους, συχνά θανατηφόρους. Ο Ούλριχ Μπεκ είναι ο πρώτος κοινωνιολόγος που εκπόνησε ένα σύστημα αντιμετώπισής τους βασισμένο στην ίδια τη λογική των κινδύνων - διατυπωμένο στην περίφημη θεωρία του περί κοινωνίας του ρίσκου. Ο πυρήνας της θεωρίας είναι ότι το ρίσκο διαφέρει σαφώς από την καταστροφή: το ρίσκο είναι απλώς η πρόληψη μελλοντικών καταστροφών και η προβολή τους στο παρόν με στόχο την έγκαιρη ματαίωσή τους - μέσω της θεωρίας των πιθανοτήτων, ασφαλιστικών ρυθμίσεων και ποικίλων προληπτικών μέτρων. Η αρχική μορφή της θεωρίας ωστόσο, που εκπονήθηκε τη δεκαετία του '80, δεν ανταποκρίνεται πλέον στις σημερινές ανάγκες που είναι η αντιμετώπιση όλο και περισσότερων παγκόσμιων ρίσκων, όπως η κλιματική αλλαγή, η «νέα εξαθλίωση» εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων ή οι χρηματιστικές κρίσεις. Γι' αυτό και ο κ. Μπεκ την εμπλουτίζει συνεχώς με νέους όρους-κλειδιά: «μεταμόρφωση», «κοσμοπολιτικοποίηση», «απελευθερωτικός καταστροφισμός», «κοσμοπολιτικός ρεαλισμός», και πάει λέγοντας. Μερικούς από αυτούς τους εξηγεί στην παρακάτω συνέντευξη.

- Ο κόσμος μας δεν ήταν ποτέ άλλοτε τόσο πολύπλοκος, το λεγόμενο «πλανητικό χωριό» μοιάζει με κουβάρι. Για το ξετύλιγμά του χρειάζονται προφανώς καινούργιες έννοιες. Μία από αυτές, η «μεταμόρφωση», Verwandlung, είναι δική σας επινόηση. Αυτή ακούγεται πολύ ποιητικά - έχει όμως και επιχειρησιακή αξία;
«Νομίζω, ναι. Η μεταμόρφωση είναι έννοια που συνδυάζει την κατάρρευση μιας παλιάς τάξης πραγμάτων με το κανονιστικό πλαίσιο μιας υπό εκκόλαψη καινούργιας. Για τις κοινωνικές επιστήμες, η νέα τάξη πραγμάτων δεν είναι μονόπλευρη αλλά αμφίσημη. Παράδειγμα, η αλλαγή του κλίματος: Η αναζήτηση γρήγορων πολιτικών λύσεων δεν οδήγησε ως τώρα πουθενά - προκαλεί μόνο αμφιβολίες, για να μην πω απόγνωση. Αν όμως εγκαταλείψουμε την εμμονή σε εύκολες λύσεις και αποδεχθούμε ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί παγκόσμιο ρίσκο, που εμπεριέχει ταυτόχρονα τη δυνατότητα πρόληψης της καταστροφής, θα διαπιστώσουμε πως η αλλαγή αυτή δεν απειλεί μόνο το μέλλον μας αλλά έχει αλλάξει και το παρόν μας. Η ιδέα της μεταμόρφωσης αλλάζει εδώ και τώρα τις προϋποθέσεις για την απόκρουση της καταστροφής. Στη θέση του παλιού κανονιστικού ορίζοντα μπαίνει ένας καινούργιος. Στη βάση του μπορούμε να αναζητήσουμε κατόπιν λύση για το κλιματικό πρόβλημα παίρνοντας υπόψη τα συμφέροντα των φτωχών χωρών και οργανώνοντας με νέο τρόπο την κατανάλωση και τον καπιταλισμό».

- Στο Βερολίνο γίνεται αυτή την εποχή μια έκθεση με τον τίτλο «Anthropocene» («Εποχή του ανθρώπου»), που δείχνει ότι ο άνθρωπος έχει γίνει πλέον η σπουδαιότερη αιτία των γεωλογικών αλλαγών και ότι διαμορφώνει τη Γη κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν του...
«Το ξέρω, επειδή συμμετείχα στην επιστημονική προετοιμασία της έκθεσης».

- Πολλοί επισκέπτες αποκομίζουν την εντύπωση ότι η καταστροφή του περιβάλλοντος είναι πλέον τόσο γενικευμένη που η κλιματική αλλαγή αποτελεί δευτερεύουσα λεπτομέρεια.
«Ως λεπτομέρεια τη χρησιμοποίησα κι εγώ, για να δείξω ότι συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε τη ροή του κόσμου ως γραμμική εξέλιξη. Αυτό προκαλεί όμως απαισιοδοξία, επειδή υποβάλλει την ιδέα ότι πάμε συνεχώς από το κακό στο χειρότερο, με αναπόφευκτο τέλος την καταστροφή. Οσο όμως είμαστε ανίκανοι να καταλάβουμε ότι αυτό που πρέπει να αλλάξει δεν είναι ο κόσμος αλλά η αντίληψη που έχουμε φτιάξει για τον κόσμο, όπως υπαγορεύει η έννοια της μεταμόρφωσης, θα βρισκόμαστε στην κατάσταση μιας κάμπιας, η οποία πιστεύει ότι όλα γύρω της διαλύονται, δεν βλέπει όμως αυτό που βλέπουν όλοι οι άλλοι - ότι θα μπορούσε να μετατραπεί σε πεταλούδα».

- Σε τι διαφέρει η μεταμόρφωση από τα ως τώρα βασικά εργαλεία της κοινωνιολογικής ανάλυσης, όπως η κοινωνική αλλαγή ή η επανάσταση;
«Η κοινωνική αλλαγή λαμβάνει χώρα εντός μιας σταθερής δομής, που είναι η ταξική κοινωνία. Τέτοια αλλαγή αναπαράγει απλώς την κοινωνική δομή, γι' αυτό και είναι πάντα περιορισμένη. Η επανάσταση, πάλι, είναι δογματική: Λέει "αυτό πρέπει να γίνει"! Η μεταμόρφωση, αντίθετα, απλώς "συμβαίνει" - είναι το αποτέλεσμα αμέτρητων παράπλευρων αλλαγών στις οργανώσεις, στους θεσμούς και στην καθημερινή ζωή. Για αυτήν δεν ισχύει, όπως στην περίπτωση της επανάστασης, το διαζευκτικό "ή το ένα ή το άλλο", αλλά το συμπλεκτικό "και το ένα και το άλλο". Γι' αυτό και εν όψει των παγκόσμιων ρίσκων προσφέρει περισσότερες δυνατότητες για τη διάγνωση μιας κατάστασης και την πρόληψη της καταστροφής».

- Σε έναν «μεταμορφωμένο» κόσμο ανθούν και άλλες καινούργιες έννοιες, όπως η κοσμοπολιτικοποίηση. Εχει σχέση με τον κοσμοπολιτισμό;
«Ο κοσμοπολιτισμός είναι θεωρητική κατασκευή, που ανάγεται στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και χρησιμοποιήθηκε στη νεότερη εποχή από όλους τους μεγάλους διαφωτιστές - από τον Ιμάνουελ Καντ ως τον Γιούργκεν Χάμπερμας. Μόνο που ο όρος έχει ένα ψεγάδι: εκείνο της θαυμάσιας αλλά όχι ρεαλιστικής ιδέας. Η κοσμοπολιτικοποίηση, ως πρακτική διαδικασία, δεν έχει σχέση με τον κοσμοπολιτισμό. Με την έννοια αυτή θέλω να δείξω ότι στις αρχές του 21ου αιώνα ζούμε σε μια πραγματικότητα στην οποία δεν έχουν πλέον εφαρμογή οι μέχρι πρότινος ισχύουσες αρχές της συμβίωσης μεταξύ κρατών και ηπείρων. Επιγραμματικά, κοσμοπολιτικοποίηση σημαίνει τον εγκλεισμό των αποκλεισμένων - κάτι που συχνά γίνεται με καταναγκαστικό τρόπο. Ενα παράδειγμα για αυτό είναι τα εκατομμύρια άτομα από χώρες του Τρίτου Κόσμου, που για να επιζήσουν αναγκάζονται να πουλάνε σωματικά τους όργανα, όπως νεφρά, μάτια, ή συκώτι, σε πλούσιους ασθενείς στη Δύση. Το αποτέλεσμα είναι μια μοντέρνα μορφή συμβίωσης: η συγχώνευση δύο άνισων κόσμων μέσω της ιατρικής τεχνολογίας. Στα σώματα των ατόμων συνενώνονται ήπειροι, ράτσες, τάξεις, έθνη και θρησκείες. Μουσουλμανικά νεφρά καθαρίζουν χριστιανικό αίμα, άσπροι ρατσιστές αναπνέουν με πνεύμονες μαύρων. Ετσι προκύπτει ο λεγόμενος "βιοπολιτικός κοσμοπολίτης". Τέτοια λιγότερο φρικιαστικά δείγματα εγκλεισμού του αποκλεισμένου βλέπουμε άπειρα στην καθημερινή ζωή, για παράδειγμα, στα ράφια των καταστημάτων, που είναι γεμάτα με προϊόντα, που προέρχονται από την αδυσώπητη εκμετάλλευση των κατοίκων του Τρίτου Κόσμου από δυτικές επιχειρήσεις. Και αυτό αποτυπώνεται στα παγκόσμια ρίσκα, που εφορμούν στη ζωή μας: κλιματική αλλαγή, φτώχεια, πυρηνικά όπλα, χρηματιστική κρίση».

- Πώς επιδρά πολιτικά η κοσμοπολιτικοποίηση στην ευρωζώνη;
«Η κατάσταση στην Ελλάδα επηρεάζεται άμεσα από τις αποφάσεις που λαμβάνουν οι χρηματιστές σε άλλα μέρη του κόσμου. Αλλά και εδώ ισχύει η αμφισημία: από τη μία βλέπουμε ανθρώπους, όπως τους τραπεζίτες, να δρουν διακρατικά και να επηρεάζουν τη μοίρα εκατομμυρίων κατοίκων άλλων χωρών, από την άλλη όμως πολλά από τα "θύματά" τους να αντιδρούν ταυτιζόμενα είτε με τις δημοκρατικές δομές και την εθνική κυριαρχία της χώρας τους είτε με ευρωσκεπτικιστικά κινήματα».

- Σας φοβίζει η PEGIDA;
(σ.σ.: το ρατσιστικό κίνημα «Ευρωπαίοι πατριώτες εναντίον του εξισλαμισμού της Εσπερίας» που κάνει τελευταία θραύση στην Ανατολική Γερμανία)
«Οχι. Το φόντο του κινήματος είναι ότι μετά το 1989 οι Ανατολικογερμανοί αισθάνονταν μειονεκτικά έναντι των Δυτικογερμανών. Το συναίσθημα αυτό εκτονώνεται τώρα, ιδίως από εκείνους που δεν είχαν την ευκαιρία να ανέβουν επαγγελματικά και κοινωνικά. Από την άλλη όμως δεν έχει εμφανιστεί κάποιος διανοούμενος που θα έδινε φωνή και φτερά στο κίνημα. Γι' αυτό και νομίζω ότι σύντομα θα ξεθυμάνει - όπως και τόσα άλλα ως σήμερα».

-Τι ρόλο παίζει η κυβέρνηση Μέρκελ στην άνοδο του ευρωσκεπτικισμού;
«Πολύ άσχημο. Η γερμανική πολιτική της αποταμίευσης δίνει φτερά στους ευρωσκεπτικιστές όλων των χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας. Η λεγόμενη "τυχαία αυτοκρατορία" ("accidental empire") της γερμανικής αποταμιευτικής ορθοδοξίας έχει καταστρεπτικές συνέπειες στην Ευρωπαϊκή Ενωση: αυξανόμενα ποσοστά αυτοκτονίας στις χώρες του Νότου, τεράστια ανεργία στη νεολαία, αποσύνθεση των μεσαίων στρωμάτων, αυξανόμενη αντιγερμανική έχθρα σε Ελλάδα, Γαλλία και Ιταλία. Η "Ευρώπη των πολιτών", που θα συμπεριελάμβανε τους Ρώσους, είναι προς το παρόν ξένη στο Βερολίνο».

- Αναφορικά με την τρέχουσα διαμάχη μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας, έχω την εντύπωση ότι οι ρίζες της βρίσκονται στο 1989, όταν ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ μιλούσε για «κοινό ευρωπαϊκό σπίτι» και πολλοί γερμανοί πολιτικοί δήλωναν σύμφωνοι μαζί του. Δεν θα ήταν πολύ καλύτερο για τη Γερμανία να είχε προχωρήσει αυτή η ιδέα αντί να αντικατασταθεί από την ασταθή «στρατηγική συμμαχία» των δύο χωρών, που κατέρρευσε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα μόλις ξέσπασε η πρώτη σοβαρή κρίση, εκείνη της Ουκρανίας;
«Με την τελευταία διαπίστωσή σας συμφωνώ, όχι όμως με τον τρόπο με τον οποίο τη θεμελιώνετε. Περί το 1989 υπήρχαν όντως δύο ιδέες που ηλέκτριζαν την Ευρώπη: η μία ήταν να μπει η Ρωσία στο ΝΑΤΟ, η άλλη να μπει στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Για μένα ήταν θαυμάσιες και οι δύο. Και αυτό επειδή και μόνο μια τέτοια συμμετοχή θα ανάγκαζε τη Ρωσία να αλλάξει εσωτερικά προς όφελος της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δυσκολεύομαι να πω ποιος φταίει για την αποτυχία και των δύο. Προς το παρόν όμως βιώνουμε μιαν άλλη κατάσταση, η οποία προκύπτει από τη σύγκρουση δύο αντιθετικών αντιλήψεων αναφορικά με το έθνος: Από τη μία εκείνη της Μόσχας, η οποία εμμένει στο παραδοσιακό "εθνικό έθνος", από την άλλη αυτή του Βερολίνου, που προτάσσει το "ανοιχτό στον κόσμο έθνος" εν όψει της αβέβαιης τύχης όλων των εθνών. Η πρώτη αντίληψη στηρίζεται στην "αρχή της ανεξαρτησίας", που θέλει να βγει και μιλιταριστικά "από πάνω", η δεύτερη στην "αρχή της αμοιβαίας εξάρτησης", που αποβλέπει στη συνεργασία και στην πτώση των "τειχών". Είναι φανερό ότι οι δύο αυτές αντιλήψεις, που κατάγονται από διαφορετικούς αιώνες, είναι ασύμβατες. Αδηλο ποια θα επικρατήσει τελικά».

- Οι υπερχρεωμένες χώρες της ευρωζώνης, όπως η Ελλάδα, βρίσκονται τα τελευταία χρόνια σε ένα άτυπο καθεστώς εκτάκτου ανάγκης. Οι κυρίαρχοί τους θα έπρεπε να είναι, κατά τον Καρλ Σμιτ, οι εκάστοτε κυβερνώντες. Το αντίθετο όμως συμβαίνει. Οι κυβερνώντες είναι υποχείρια της τρόικας. Με την υποβάθμιση της εθνικής κυριαρχίας υποβαθμίζεται και η κυριαρχία τους επί του καθεστώτος εκτάκτου ανάγκης. Δεν είναι και αυτό μια επιπλέον απόδειξη ότι χρειαζόμαστε καινούργιες έννοιες για την κατανόηση της κρίσης;
«Απολύτως. Η αντίληψη του Καρλ Σμιτ έχει ως κεντρικό σημείο αναφοράς το εθνικό κράτος. Η λογική της όμως τίθεται εκτός λειτουργίας λόγω της κρίσης. Η λογική των παγκόσμιων ρίσκων λέει ότι οι κυβερνώντες των προβληματικών χωρών δεν διαθέτουν πλέον εκείνη την κυριαρχία που θα τους επέτρεπε να βρουν την απάντηση στην κρίση. Η εθνική κυριαρχία, αλλά και η εθνική περηφάνια, μπορεί να προκύψει μόνο από τη συνεργασία μεταξύ των εθνών και πρέπει να στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαιότητας. Η εθνική "παράγκα" του Καρλ Σμιτ δεν ενδείκνυται για αυτό».

- Είστε ευχαριστημένος με την ευρωπαϊκή πολιτική των Σοσιαλδημοκρατών στο πλαίσιο του κυβερνητικού συνασπισμού τους με τους Χριστιανοδημοκράτες;
«Οχι. Η ευρωπαϊκή γραφή των Σοσιαλδημοκρατών δεν είναι αναγνωρίσιμη στην κυβερνητική πολιτική. Κυριολεκτικά θάβεται. Θα ήταν καλό αν ένας από τους σοσιαλδημοκράτες υπουργούς παρουσίαζε ένα ευρωπαϊκό όραμα για την Ελλάδα ή για μια κοινωνική Ευρώπη. Τίποτε παρόμοιο όμως δεν συμβαίνει - και πρέπει να πω ότι αυτό με έχει απογοητεύσει».

-Τελευταία, αν και όχι με μεγάλη ένταση, έχει αρχίσει ξανά η συζήτηση για το Grexit, την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Θεωρείτε πιθανό τέτοιο ενδεχόμενο;
«Οχι. Κατ' αρχάς δεν υπάρχει καμία νομική βάση για αυτό. Υστερα δεν πρόκειται να γίνει ποτέ πράξη χωρίς την ενεργή συμμετοχή της Ελλάδας. Εξάλλου η Ευρωπαϊκή Ενωση θα πρέπει να αναλάβει την πλήρη αποκατάσταση για την Ελλάδα των ζημιών που θα προέρχονταν από τυχόν έξωση. Απορώ πώς μπορεί να γίνεται λόγος για τόσο εξωπραγματικά σενάρια, πέρα από το ότι δεν βλέπω κάποιον στη Γερμανία να τα υποκινεί».

- Η συζήτηση γίνεται με αναφορά σε ενδεχόμενη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ σε περίπτωση πρόωρων εκλογών...
«Η ευρωπαϊκή πολιτική της Γερμανίας καθορίζεται από τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Σοσιαλδημοκράτες. Τα δύο αυτά μεγάλα κόμματα συνεργούν στη διατήρηση της ενότητας της Ευρώπης ακόμη και όταν δεν συνεργάζονται στην κυβέρνηση. Και μόνο αυτό το γεγονός αποκλείει την έξωση. Εξάλλου η Ανγκελα Μέρκελ δήλωσε πρόσφατα σαφώς ότι η Ευρώπη και κατ' επέκταση η Γερμανία εξαρτώνται άμεσα από την ύπαρξη της Ελλάδας. Η διατήρησή της στην ευρωζώνη υπηρετεί και τα γερμανικά συμφέροντα. Η έξωση είναι λοιπόν αδιανόητη. Ολα τα άλλα είναι φλυαρίες». 
Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

"Βιώσιμες πόλεις" στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης

Της Ευαγγελίας Αθανασίου*
Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
 
Η εισήγηση αναδεικνύει πτυχές της σχέσης ανάμεσα στη συνθήκη της οικονομικής κρίσης και τον στόχο της αστικής βιωσιμότητας. Όπως και η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης, η έννοια της αστικής βιωσιμότητας στοιχειοθετήθηκε, στις αρχές της δεκαετίας του '90, ως μία πραγματιστική έννοια διαχείρισης και σχεδιασμού των πόλεων στο πλαίσιο του υπάρχοντος μοντέλου ανάπτυξης και όχι ως εναλλακτική, κοινωνικά μεταρρυθμιστική πρόταση. Είκοσι χρόνια αργότερα, η βιωσιμότητα συρρικνώνεται στη 'πράσινή' της συνιστώσα και ενσωματώνεται στη κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη ρητορική ως μία διάσταση της αστικής ανταγωνιστικότητας. Η 'πράσινη' στρατηγική των πόλεων, παρουσιάζεται ως μία σειρά τεχνικών επιλογών, που δεν συνδέονται με τις πολιτικές και κοινωνικές διαδικασίες που συγκροτούν, αναπαράγουν και εμπεριέχονται στο αστικό περιβάλλον.
Στην Ελλάδα, τα χρόνια της κρίσης, η περιβαλλοντική προστασία τίθεται με όρους αντιφατικούς και αποκλίνοντες στη δημόσια σφαίρα: αφ' ενός παρουσιάζεται ως εμπόδιο στον στόχο της ανάπτυξης, αφ' ετέρου ενσωματώνεται στην ρητορική της 'πράσινης ανάπτυξης', ως στοιχείο προσέλκυσης επενδύσεων. Ειδικότερα, η σχέση της οικονομικής κρίσης με την αστική βιωσιμότητα υλοποιείται σε πολλαπλές χωρικές κλίμακες. 
Εθνικές πολιτικές που νομιμοποιούνται στο πλαίσιο των υποχρεώσεων των Μνημονίων, όπως ο νόμος για τις fast track επενδύσεις, η πολεοδομική μεταρρύθμιση, η 'αξιοποίηση' της δημόσιας γης υπονομεύουν βασικές διαστάσεις του παραδείγματος της βιώσιμής πόλης. 
Τοπικές πρακτικές για την πόλη, όπως οι ήπιες παρεμβάσεις του Δήμου Θεσσαλονίκης στο δημόσιο χώρο και η διεκδίκηση του τίτλου της European Green Capital 2014, επενδύουν στην ρητορική της 'πράσινης πόλης'. Ταυτόχρονα, παραχωρήσεις εδάφους και ευθύνης σε ιδιώτες, η επικείμενη ιδιωτικοποίηση φυσικών πόρων, όπως το νερό, υπονομεύουν βασικές διαστάσεις της κοινωνικής βιωσιμότητας και απογυμνώνουν την πόλη από το πολιτικό της περιεχόμενο.

1.       ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η εισήγηση εστιάζει στην κλίμακα της πόλης και επιχειρεί να φωτίσει πτυχές της σχέσης ανάμεσα στη συνθήκη της οικονομικής κρίσης και τον στόχο της αστικής βιωσιμότητας. Η σχέση διερευνάται στο επίπεδο των συντεταγμένων πολιτικών και της ρητορικής τους, και όχι των παράπλευρων επιπτώσεων της μείωσης των οικονομικών πόρων, στην περιβαλλοντική συμπεριφορά των πολιτών, που είναι πολλές και ποικίλες.
2.ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
Η σχέση ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος είναι αντικείμενο συζήτησης τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν διοργανώθηκε από τον ΟΗΕ στη Στοκχόλμη, η πρώτη διάσκεψη κορυφής με θέμα την παγκόσμια περιβαλλοντική κρίση και την ανάγκη παγκόσμιας συνεργασίας για την αντιμετώπισή της . Οι ηγέτες των φτωχών χωρών του κόσμου εμφανίστηκαν τότε δύσπιστοι σε οποιαδήποτε συνεργασία για το περιβάλλον, που απειλούσε να υπονομεύσει τις δικές τους δυνατότητες για ανάπτυξη, στο όνομα της πλανητικής ισορροπίας. Η επίκληση της οικουμενικότητας των περιβαλλοντικών προβλημάτων, του κοινού πλανητικού συμφέροντος και της κοινής ευθύνης για την αναστροφή των περιβαλλοντικών προβλημάτων έγινε αντιληπτή ως μία ακόμη προσπάθεια χειραγώγησής των φτωχών χωρών από τις πλούσιες βιομηχανικές χώρες της Δύσης - από εκείνες δηλαδή που ήταν υπεύθυνες για την περιβαλλοντική κρίση. 

Καμία συμφωνία δεν επετεύχθη και το ζήτημα της φτώχειας αναδείχθηκε στο κέντρο του ενδιαφέροντος. «Δεν είναι η φτώχεια και η ανάγκη οι χειρότερες αιτίες ρύπανσης;» έλεγε η πρωθυπουργός της Ινδίας Ίντιρα Γκάντι στην εναρκτήρια ομιλία της. Η αντίδραση εκείνη των φτωχών μπορεί να ενταχθεί στην παραδοσιακή άποψη που θεωρεί την περιβαλλοντική προστασία ένα «μετα-υλιστικό» ζητούμενο, που διατυπώνεται σε κοινωνίες που έχουν ήδη αναπτυχθεί επαρκώς ώστε να έχουν λύσει τα προβλήματα επιβίωσης και να ανησυχούν πλέον για ζητήματα ποιότητας ζωής. Η προστασία του περιβάλλοντος γίνεται αντιληπτή ως εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη. Στο αντίποδα της παραδοσιακής αυτή προσέγγισης, οι Martinez-Alier και Guha (1997) θεωρούν ότι το ενδιαφέρον για τους φυσικούς πόρους και το περιβάλλον είναι συχνά μέρος της ίδιας της στρατηγικής επιβίωσης των κοινωνιών και επομένως όχι «μετα-υλιστικό» ζητούμενο, αλλά αναγκαία συνθήκη. Τεκμηριώνουν την άποψή τους παρουσιάζοντας περιβαλλοντικά κινήματα που εκδηλώθηκαν σε φτωχές χώρες, όχι με στόχο την βελτίωση της ποιότητας ζωής αλλά την ίδια την επιβίωση παραδοσιακών κοινοτήτων που εξαρτώνται από τους τοπικά διαθέσιμους φυσικούς πόρους και αγωνίζονται για την διατήρησή τους.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, διατυπώθηκαν τα οικονομικά του περιβάλλοντος που προώθησαν την ιδέα ότι η περιβαλλοντική προστασία, όχι μόνο δεν είναι εμπόδιο στην ανάπτυξη αλλά μπορεί και να αποτελέσει εφαλτήριο. Οι θεωρητικοί των οικονομικών του περιβάλλοντος προτείνουν την ένταξη της περιβαλλοντικής προστασίας στους μηχανισμούς της αγοράς και όχι στον έλεγχο του κράτους. Με την απόδοση χρηματικής αξίας στα μέχρι τώρα 'κοινά' περιβαλλοντικά αγαθά, όπως το καθαρό νερό, η ποιότητα της ατμόσφαιρας ή η θέα ενός όμορφου τοπίου (Pearce, Markandya, Barbier, 1989) η περιβαλλοντική υποβάθμιση μπορεί να γίνει ασύμφορη και να προωθήθει τη προστασία του περιβάλλοντος χωρίς να είναι αναγκαία η ρυθμιστική παρέμβαση και ο έλεγχος του κράτους. Τα οικονομικά του περιβάλλοντος προετοίμασαν το έδαφος για την μετέπειτα κυριαρχία της έννοιας της βιώσιμης ανάπτυξης. 

Η βιώσιμη ανάπτυξη, απαντώντας στο αδιέξοδο της Στοκχόλμης, και αφήνοντας πίσω την κοινωνικά μεταρρυθμιστική ατζέντα του '70, δεν ασκεί κριτική στο ισχύον πρότυπο ανάπτυξης. Απενοχοποιεί την ανάπτυξη και θεωρεί ότι περαιτέρω οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη είναι απαραίτητη ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες των φτωχών του κόσμου. Έτσι μπορεί να εξασφαλιστεί και η συνεργασία τους στο όνομα του πλανήτη. Χωρίς αποκλίσεις από το ισχύον καπιταλιστικό μοντέλο, η οικονομική ανάπτυξη συνδυάζεται με ταυτόχρονη προώθηση της περιβαλλοντικής προστασίας και της κοινωνικής ισότητας. 

Η βιώσιμη ανάπτυξη είναι ένας ασαφώς ορισμένος όρος και, ως τέτοιος, έγινε κοινά αποδεκτός. Κυριάρχησε στη συζήτηση για το περιβάλλον από τη δεκαετία του '90 και μετά, ενώ για κάποιους κριτικούς δεν περιείχε καμία μεταρρυθμιστική δυναμική. Αντιθέτως λειτούργησε ως προπέτασμα καπνού, αφού πρόσφερε νομιμοποίηση σε μία business as usual πρακτική για το περιβάλλον. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, αναπτύχθηκε η θεωρία του οικολογικού εκσυγχρονισμού (Hajer 1995, Spaargaren, 1997 κ.α.) που υποστήριξε ότι η οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη αποτελούν διέξοδο από την περιβαλλοντική κρίση, υιοθέτησαν τον ρόλο της αγοράς και τον συμπληρωματικό ρόλο του κράτους, και δημιούργησαν τη βάση για την διατύπωση της 'πράσινης ανάπτυξης'. Στη κυρίαρχη συζήτηση για το περιβάλλον, η περιβαλλοντική προστασία και η οικονομική ανάπτυξη δεν θεωρούνται πλέον αντιφατικοί στόχοι, αλλά αλληλοτροφοδοτούμενοι.

2.1 ΑΠΟ ΤΗ 'ΒΙΩΣΙΜΗ ΠΟΛΗ' ΣΤΗ ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΑΝΤΕΧΕΙ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η αστικοποίηση είχε γίνει πλέον πλανητικό φαινόμενο και οι πόλεις αναγνωρίστηκαν ως μέρος του περιβαλλοντικού ζητήματος αλλά και, για πρώτη φορά ως μέρος της λύσης. Από τη Διάσκεψη του Ρίο το 1992 και έπειτα, η αστική διάσταση της περιβαλλοντικής κρίσης υπάρχει σε όλες τις διακηρύξεις και συμφωνίες για το περιβάλλον. Όπως και η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης, με την οποία συνδέεται εννοιολογικά, η έννοια της αστικής βιωσιμότητας στοιχειοθετήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ως μία πραγματιστική έννοια διαχείρισης και σχεδιασμού των πόλεων στο πλαίσιο του υπάρχοντος μοντέλου ανάπτυξης και όχι ως εναλλακτική, κοινωνικά μεταρρυθμιστική πρόταση. Η αρχική της θεωρητική συγκρότηση εμπεριείχε την περιβαλλοντική προστασία, την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη ως τρεις αλληλένδετες διαστάσεις της βιώσιμης πόλης.

Ο στόχος της βιώσιμης αστικής ανάπτυξης έχει πλέον ενσωματωθεί στα εθνικά πλαίσια του πολεοδομικού σχεδιασμού στις χώρες της Ευρώπης και είναι κυρίαρχος στο σκεπτικό αστικών στρατηγικών, διαγωνισμών, μεμονωμένων παρεμβάσεων και στην ρητορική των φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης για τις πόλεις. Η αστική βιωσιμότητα, με μία συρρικνωμένη και μονοδιάστατη έκφανσή της αυτή των καλοσχεδιασμένων πάρκων, των πεζοδρομημένων κέντρων με τα υπαίθρια καφέ, της καθαρής ατμόσφαιρας και της βιώσιμης κινητικότητας, μπορεί να συμβάλει στην προβολή μίας ανανεωμένης και ελκυστικής εικόνας της πόλης στον κόσμο των επενδυτών, των επιχειρήσεων και των τουριστών. Περιθωριοποιείται η κοινωνική της διάσταση, συρρικνώνεται σε μια τεχνική και επιφανειακή 'πράσινη' συνιστώσα και ενσωματώνεται στη νεοφιλελεύθερη αστική πολιτική ως μία διάσταση του κυρίαρχου δόγματος της αστικής ανταγωνιστικότητας. Από το 2010, κάθε χρόνο η Ευρωπαϊκή Ένωση απονέμει τον τίτλο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Πρωτεύουσας' (2) ενώ το Economist Intelligence Unit του περιοδικού Economist, που έχει ως αντικείμενο να βοηθά τους επενδυτές να αναγνωρίζουν επενδυτικές ευκαιρίες, αξιολογεί και κατατάσσει τις πόλεις του κόσμου ως προς την περιβαλλοντική τους βιωσιμότητα (3). Το πρόγραμμα αυτό χρηματοδοτείται από τη Siemens. Η βιώσιμη πόλη γίνεται 'πράσινη' και ανταγωνιστική.

Η πιο πρόσφατη έννοια της αστικής ανθεκτικότητας (urban resilience) μπορεί να θεωρηθεί ως μία μετεξέλιξη της αστικής βιωσιμότητας. Αναφέρεται στην δυνατότητα των πόλεων να αντιμετωπίσουν μία κρίση που προέρχεται είτε από φυσικά αίτια παραδείγματος χάριν έναν σεισμό ή μία πλημμύρα είτε από ανθρωπογενή αίτια παραδείγματος χάριν ένα τρομοκρατικό χτύπημα ή ακόμη και μία μεγάλη οικονομική κρίση (Vale και Campanella 2005). Κεντρική στη νέα συζήτηση είναι η δυνατότητα ανάκαμψης από τις πιθανές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής (OECD, 2010). Η αστική ανθεκτικότητα αξιολογώντας θεσμούς και υποδομές περιθωριοποιεί τις σημαντικές διαφοροποιήσεις στις επιπτώσεις των κρίσεων μέσα στην ίδια πόλη, σε διαφορετικές κοινότητες και διαφορετικές περιοχές και αποδίδει τεχνικό, μη πολιτικό χαρακτήρα επείγοντος στη διαχείριση των αστικών ζητημάτων. Γρήγορα, και η ανθεκτικότητα συνδέθηκε με την ανταγωνιστικότητα, καθώς μία ανθεκτική πόλη προετοιμασμένη για την οποιαδήποτε αλλαγή προσφέρει σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις. Η ανθεκτική πόλη, μια πόλη τεχνικά προετοιμασμένη για την επικείμενη αλλαγή, είναι μία ανταγωνιστική πόλη.

Συνολικά, οι στρατηγικές για την «πράσινη» ανάπτυξη και την ανθεκτικότητα των πόλεων παρουσιάζονται ως μία σειρά τεχνικών, μη πολιτικών επιλογών, που επιβάλλονται από μία επιστημονικά τεκμηριωμένη, και αδιαμφισβήτητη επείγουσα αναγκαιότητα φυσικής - και άρα ανώτερης - προέλευσης (βλ. Swyngedouw, 2009). Η αναγκαιότητα των πόλεων να αποκριθούν στα δεινά της περιβαλλοντικής υποβάθμισης και να προλάβουν τις καταστροφικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, αποσυνδέει τις πόλεις από τις πολιτικές και κοινωνικές διαδικασίες που συγκροτούν, αναπαράγουν και εμπεριέχονται σε όλες τις διαστάσεις του αστικού περιβάλλοντος. Σε συνδυασμό με το, επίσης αδιαμφισβήτητο, ζητούμενο της αστικής ανταγωνιστικότητας στη παγκόσμια οικονομία, η αστική πολιτική γίνεται ζήτημα τεχνικής διαχείρισης.

3. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
Στην Ελλάδα, τα χρόνια της κρίσης και του προγράμματος οικονομικής αναπροσαρμογής ο στόχος της περιβαλλοντικής προστασίας γενικά τίθεται με όρους αντιφατικούς και αποκλίνοντες στη δημόσια σφαίρα: παρουσιάζεται αφ' ενός ως εμπόδιο στον στόχο της ανάπτυξης και της επανάκαμψης της οικονομίας αφ' ετέρου ενσωματώνεται στην ρητορική της 'πράσινης ανάπτυξης' της χώρας ως στοιχείο οικονομικής μεγέθυνσης και προσέλκυσης επενδυτικών κεφαλαίων.

Η ρητορική της σύγκρουσης ανάμεσα στην ανάπτυξη και την περιβαλλοντική προστασία αναπτύχθηκε ρητώς στις αρχές του 2011, την περίοδο που η τότε υπουργός Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής προωθούσε το Νομοσχέδιο για την προστασία της Βιοποικιλότητας που τελικά ψηφίστηκε με τροποποιήσεις. Μέσα από το νόμο αυτό, ανάμεσα σε άλλα, επιχειρήθηκε η αύξηση της αρτιότητας των εκτός σχεδίου οικοπέδων μόνο σε περιοχές που εντάσσονται μέσα στο ευρωπαϊκό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000. Η αντιδράσεις ήρθαν από όλα τα κόμματα και εστίασαν σε ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά κυρίως στο επιχείρημα ότι μία τέτοια κίνηση θα περιόριζε περαιτέρω την ανάπτυξη που είχε ήδη πληγεί από την κρίση (4).

Υπόρρητα, ειδικοί νόμοι και διατάξεις σε «πολυνομοσχέδια» των τελευταίων ετών επιχειρούν να προωθήσουν την πολυπόθητη ανάπτυξη παρακάμπτωντας ή περιορίζοντας την περιβαλλοντική προστασία. Ο νόμος 3894/2010 για την Επιτάχυνση και Διαφάνεια Υλοποίησης Στρατηγικών Επενδύσεων, γνωστός και ως fast track, είναι ο κεντρικός νόμος που στοχεύει στην βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων. Σ' αυτή τη κατεύθυνση και με στόχο την μείωση της γραφειοκρατίας ο νομός επιτρέπει, ανάμεσα στ' άλλα, την τροποποίηση όρων δόμησης στις εντός σχεδίου περιοχές καθώς και άλλων δεσμεύσεων που προκύπτουν από τα θεσμοθετημένα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια και τις Πολεοδομικές Μελέτες. Στις εκτός σχεδίου περιοχές επιτρέπει την μετακίνηση της γραμμής του αιγιαλού για την παραχώρηση της χρήσης της παραλίας στους επενδυτές και την κατασκευή κτιρίων στη ζώνη του αιγιαλού, με τον όρο ότι η ιδιοκτησία τους θα παραχωρηθεί στο ελληνικό δημόσιο από το οποίο ο επενδυτής θα τα νοικιάζει. Στη πράξη, η κεντρική πολιτική υιοθετεί με τρόπο σαφή την προσέγγιση που θεωρεί την προστασία του περιβάλλοντος εμπόδιο στην ανάπτυξη, όπως αυτή είχε διατυπωθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και κυριάρχησε στη συζήτηση της πρώτης διάσκεψης του ΟΗΕ για το περιβάλλον. Η άρση των περιβαλλοντικών ελέγχων και περιορισμών συνδέεται με την δημιουργία ευνοϊκού επενδυτικού κλίματος και την ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη. Η περιβαλλοντική προστασία γίνεται πολυτέλεια στο όνομα της οικονομικής μεγέθυνσης.

Ταυτόχρονα, η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης ενεργοποιείται για να νομιμοποιήσει πολιτικές και έργα αποδίδοντάς τους «πράσινη» χροιά. Διατυπώνεται εδώ μία αποκλίνουσα ρητορική που δεν βλέπει σύγκρουση ανάμεσα στην περιβαλλοντική προστασία και την οικονομική ανάπτυξη, αντιθέτως θεωρεί ότι τα δύο μπορούν να συνδυαστούν και να αλληλοϋποστηριχτούν. Στο πνεύμα της θεωρίας του οικολογικού εκσυγχρονισμού και της περιβαλλοντικής οικονομίας, η βιώσιμη διαχείριση των αποβλήτων, η μετακίνηση της παραγωγής ενέργειας προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η προστασία ενός ευαίσθητου οικοσυστήματος μπορούν να τροφοφοδοτήσουν μία 'πράσινη' ανάπτυξη. Σ' αυτή την κατεύθυνση, μεγάλης κλίμακας επενδύσεις για εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης αιολικής και ηλιακής ενέργειας, και νέου τύπου τουριστικές εγκαταστάσεις που εντάσσονται στις διαδικασίες του νόμου για τις fast track επενδύσεις, επενδύονται με πράσινο μανδύα. Με περιορισμένους περιβαλλοντικούς ελέγχους, αμφισβητούμενα οικονομικά οφέλη, κατανάλωση γης, αισθητική και λειτουργική υποβάθμιση ευαίσθητων τοπίων, εξάντληση των υδατικών πόρων και με την αντίδραση των τοπικών κοινωνιών , ο περιβαλλοντικός χαρακτήρας τέτοιων έργων παραμένει μόνο ως μέσο νομιμοποίηση της επένδυσης.

3.1 ΒΙΩΣΙΜΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Η σχέση της οικονομικής κρίσης με την αστική βιωσιμότητα υλοποιείται σε πολλαπλές χωρικές κλίμακες που καλύπτουν όλο τα φάσμα ανάμεσα στη διεθνή σκηνή των συμφωνιών για τα πλανητικά περιβαλλοντικά προβλήματα μέχρι τις τοπικές στρατηγικές που υιοθετούνται από την τοπική αυτοδιοίκηση. Παρατηρείται επιστροφή στην υιοθέτηση μίας συγκρουσιακής σχέσης ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και την αστική βιωσιμότητα στο επίπεδο των πολιτικών, είτε αυτές αφορούν άμεσα το αστικό περιβάλλον είτε έμμεσα. Την ίδια στιγμή, προωθείται μία ρητορική συνεργασίας ανάμεσα στην «πράσινη» αστική ανάπτυξη και την αστική ανταγωνιστικότητα, κυρίως όσον αφορά τοπικές αστικές παρεμβάσεις στην Αθήνα και την Θεσσαλονίκη.

Εθνικές πολιτικές που νομιμοποιούνται στο πλαίσιο των υποχρεώσεων των Μνημονίων όπως ο νόμος για τις fast track επενδύσεις, η «αξιοποίηση» δημόσιας γης από το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου και οι απανωτές «τακτοποιήσεις» αυθαιρέτων συνθέτουν το ευρύτερο πλαίσιο της αστικής ανάπτυξης, θέτουν υπό αμφισβήτηση βασικές διαστάσεις του παραδείγματος της βιώσιμης πόλης και έχουν συγκεκριμένες χωρικά προσδιορισμένες επιπτώσεις σε διαφορετικά αστικά περιβάλλοντα. Αντιμετωπίζουν το κτισμένο χώρο ως ανεξάντλητο πεδίο παραγωγής εισοδήματος, ενώ ακυρώνουν κάθε προηγούμενη θεσμική προσπάθεια περιορισμού της αστικής διάχυσης και προστασίας του τοπίου. Το μοντέλο της συμπαγούς πόλης που από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 υιοθετήθηκε από πολεοδομικές μελέτες και ρυθμιστικά σχέδια ως βιώσιμη αστική μορφή και για την ελληνική πόλη, κυρίως όσον αφορά τον περιορισμό της αστικής διάχυσης και την ανάμιξη των χρήσεων γης, εγκαταλείπεται στην πράξη μέσα από πολλαπλές πολιτικές που επιχειρούν να εξάγουν αξία από το τοπίο και να μετατρέψουν τη γη σε ευέλικτο υποδοχέα της ανάπτυξης.

Η δρομολογημένη πολεοδομική μεταρρύθμιση, που προέκυψε ως υποχρέωση της κυβέρνησης από το δεύτερο Μνημόνιο και έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί το τρίτο τρίμηνο του 2012, αφορά ειδικότερα τις πόλεις και το πλαίσιο που ρυθμίζει την ανάπτυξή τους . Σύμφωνα με το Μνημόνιο, η πολεοδομική μεταρρύθμιση, που περιλαμβάνεται στα «Λοιπά μέτρα για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος», θα πρέπει να εξασφαλίσει «μεγαλύτερη ευελιξία στην αξιοποίηση των ιδιωτικών ακινήτων και να απλοποιήσει και να επιταχύνει τα χωροταξικά σχέδια». Οι θεσμοί, τα ρυθμιστικά πλαίσια και τα σχέδια όπως έχουν διαμορφωθεί στην Ελλάδα από την δεκαετία του 1980 μέχρι σήμερα, παρουσιάζονται ως εμπόδιο στην αξιοποίηση της ιδιωτικής περιουσίας, ως πολύπλοκος μηχανισμός καθυστέρησης της εφαρμογής των χωροταξικών σχεδίων και άρα ως περιοριστικό πλαίσιο στην ανάπτυξη. Στο πλαίσιο της στρατηγικής οικονομικής ανάκαμψης της χώρας, η λογική το δεύτερου Μνημονίου υπαγορεύει την μετάλλαξη των στόχων της πολεοδομίας: από την προώθηση της κοινωνικής ισότητας και της περιβαλλοντικής ποιότητας μέσα από την ρύθμιση της laissez faire αστικής ανάπτυξης, στην άρση των περιορισμών της ανάπτυξης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, την ευελιξία στην αξιοποίηση της γης και την επιτάχυνση των διαδικασιών μέσα από την μείωση των ελέγχων και της κοινωνικής συμμετοχής. Δεν είναι βέβαια η μετάλλαξη αυτή ελληνική ιδιαιτερότητα, όπως δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα το σύνολο των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που δοκιμάζονται μέσω του Μνημονίου στην Ελλάδα, όπως έχουν δοκιμαστεί σε άλλες χώρες του κέντρου και της περιφέρειας.

Στο επίπεδο των εθνικών πολιτικών που αφορούν έμμεσα ή άμεσα την αστική ανάπτυξη υιοθετείται ενεργά η ρητορική της σύγκρουσης της βιώσιμης αστικής ανάπτυξης με την οικονομική μεγέθυνση. Οι διαδικασίες του πολεοδομικού σχεδιασμού εμφανίζονται ως γραφειοκρατικά εμπόδια και οι στόχοι του, ως περιττή πολυτέλεια. 

Αντίθετα, στο επίπεδο των τοπικών πολιτικών συχνά επιλέγεται η ρητορική της συνεργασίας και της αλληλοϋποστήριξης των δύο στόχων. Τοπικές πρακτικές για την πόλη και τον δημόσιο χώρο, επενδύουν στην ρητορική της 'πράσινης πόλης' και της βιώσιμης αστικής ανάπτυξης ως στρατηγικές που βελτιώνουν, όχι μόνο την ποιότητα του περιβάλλοντος για τους πολίτες αλλά και την εικόνα της πόλης και άρα την ελκυστικότητα της στις επενδύσεις. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί ο διαγωνισμός Re-think Athens για την ανάπλαση του κέντρου της Αθήνας, που προκηρύχθηκε από το Ίδρυμα Ωνάση. Ο διαγωνισμός είχε ως στόχο, αφ' ενός την βελτίωση της εικόνας και την «προώθηση μίας υγιούς μελλοντικής εικόνας μιας ζωντανής μητρόπολης που συνεχίζει να εξελίσσεται» αφ' ετέρου την περιβαλλοντική αναβάθμιση του κέντρου. Είναι σαφές ότι οι δύο στόχοι θεωρούνται αλληλένδετοι. Συγκεκριμένα, όπως διατυπώνεται στην ιστοσελίδα του διαγωνισμού επιδιώκεται «η βελτίωση της καθημερινότητας του πολίτη με τη διαμόρφωση προϋποθέσεων περιβαλλοντικής αναβάθμισης, τη βελτίωση του μικροκλίματος με φυτεύσεις και στέγαστρα, την καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη με οικολογικά μέσα μαζικής μετακίνησης που θα μειώσουν τους παραγόμενους ρύπους και θα είναι φιλικά στον πεζό και τους ποδηλάτες. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με ευρύτερα κίνητρα, θα οδηγήσουν στην αντιστροφή του κλίματος κοινωνικής και οικονομικής υποβάθμισης, στην αποκατάσταση και την επαναλειτου7ργία των κτιρίων, και στο ζωντάνεμα των πιο κεντρικών περιοχών της πόλης» (7).
Όπως διατυπώνεται στην ιστοσελίδα του Re-think Athens, η λειτουργία του δημόσιου χώρου που προωθείται είναι „το πρωί για την οικονομική και εμπορική δραστηριότητα και το βράδυ για την ψυχαγωγία και το δημιουργικό ελεύθερο χρόνο'. Στην ανταγωνιστική πόλη της νεοφιλελεύθερης συνθήκης, ο δημόσιος χώρος μετατρέπεται σε προνομιακό 'πράσινο' και καλοσχεδιασμένο υποδοχέα μοναδικών εμπειριών κατανάλωσης και ελεύθερου χρόνου. Όπως συμβαίνει και σε άλλες πόλεις του κόσμου, στη περίπτωση του κέντρου της Αθήνας, ο φορέας που προωθεί και εγγυάται την καλή λειτουργία και την ελκυστική εικόνα του δημόσιου χώρου δεν είναι το κράτος και η τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά ένας ιδιωτικός οργανισμός.

Την ίδια λογική συνεργασίας και αλληλλοϋποστήριξης ανάμεσα στην αστική βιωσιμότητα και την οικονομική μεγέθυνση υιοθετεί και το διαμορφούμενο νέο πρότυπο παρεμβάσεων στο δημόσιο χώρο του Δήμου Θεσσαλονίκης. Τα τελευταία τρία χρόνια καταγράφεται ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον δημόσιο χώρο. Έχουν προκηρυχθεί τέσσερις διαγωνισμοί για διαμόρφωση νέων πλατειών στην πόλη και τον επανασχεδιασμό των υπαρχόντων χώρων ενώ ολοκληρώνεται και η δεύτερη φάση της ανάπλασης της Νέας Παραλίας. Στις προκηρύξεις των διαγωνισμών, η βελτίωση των περιβαλλοντικών συνθηκών συνδυάζεται με τον στόχο της αύξησης της ανταγωνιστικότητας και αποτελεί κριτήριο αξιολόγησης των προτάσεων. Επιπλέον, έχει υλοποιηθεί ένας αριθμός μικρής κλίμακας παρεμβάσεων του Δήμου στο δημόσιο χώρο με σαφή και διατυπωμένη κατεύθυνση την ανάκτηση χώρου από το ιδιωτικό αυτοκίνητο προς όφελος των πεζών και των ποδηλατών, και την αύξηση του πρασίνου στην πόλη. Τέλος, ο Δήμος Θεσσαλονίκης σε μια προσπάθεια διεθνοποίησης της εικόνας της πόλης, επένδυσε στη προωθούμενη πράσινη εικόνα της και διεκδίκησε τον τίτλο της European Green Capital 2014, τον οποίον όμως δεν κατάφερε να κατακτήσει. Είναι σαφές ότι στο επίπεδο των αστικών παρεμβάσεων η βιωσιμότητα, με την περιορισμένη έκφανσή της, της αύξησης του πρασίνου και της βιώσιμης κινητικότητας αποτελεί κυρίαρχη ρητορική.

Η «πράσινη» αυτή στροφή επενδύει σε μία διάσταση της βιωσιμότητας, την περιβαλλοντική με τρόπο αποσπασματικό και επιφανειακό. Η σημαντική αποθάρρυνση του ιδιωτικού αυτοκινήτου στο κέντρο της πόλης και η μικρή αύξηση του πρασίνου περιορίζονται στα κεντρικά και περισσότερο ορατά σημεία της πόλης και δεν αφορούν τους αθέατους χώρους των γειτονιών που ασφυκτιούν από την πυκνή δόμηση, την απουσία ανοικτών χώρων πρασίνου και τα ιδιωτικά αυτοκίνητα. Δεν αφορούν δηλαδή, τουλάχιστον μέχρι τώρα, τους πιο επιβαρυμένους περιβαλλοντικά χώρους, όπου ξετυλίγονται οι καθημερινές ζωές των κατοίκων της πόλης, αλλά την εικόνα της. Οι παρεμβάσεις επίσης, περιορίζονται στη αποθάρρυνση του ΙΧ και την δενδροφύτευση ενώ δεν ασχολούνται με ζητήματα διαχείρισης του νερού στον αστικό ιστό, διαχείρισης των απορριμμάτων και των υλικών, αποκατάστασης των φυσικών διαδικασιών στο περιβάλλον της πόλης. Τα σημειακά περιβαλλοντικά οφέλη των παρεμβάσεων εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που καθορίζεται από τις τοπικές εκφάνσεις των εθνικών πολιτικών, όπως οι πρόσφατες εκχωρήσεις δύο στρατοπέδων της Δυτικής Θεσσαλονίκης στο ΤΑΓΠΕΔ και η δρομολογούμενη ιδιωτικοποίηση της Εταιρείας Ύδρευσης Θεσσαλονίκης (ΕΥΑΘ) που έχει επίσης περιληφθεί στην προς αξιοποίηση δημόσια περιουσία του ΤΑΓΠΕΔ.

Η «πράσινη» στροφή του Δήμου Θεσσαλονίκης θα πρέπει να ειδωθεί στο πλαίσιο άλλων πρωτοβουλιών του Δήμου που αφορούν την διαχείριση του δημόσιου χώρου. Πρωτοβουλίες, που νομιμοποιούνται στο όνομα της κρίσης και της συρρίκνωσης των οικονομικών πόρων του δήμου, υπονομεύουν τον δημόσιο χαρακτήρα του δημόσιου χώρου και αμφισβητούν καθοριστικές του διαστάσεις. Τέτοιες πρακτικές των τελευταίων τριών χρόνων είναι η εκχώρηση ευθύνης για τη συντήρηση δημόσιων χώρων σε ιδιώτες, οι χορηγίες δημόσιων χώρων, οι εντεινόμενες εκκαθαρίσεις δημόσιων χώρων από ανεπιθύμητους χρήστες όπως είναι οι μετανάστες-μικροπωλητές και οι χρήστες ναρκωτικών, καθώς και η απαγόρευση πολιτικών συγκεντρώσεων σε κεντρικές πλατείες στο όνομα της ομαλής λειτουργίας της αγοράς (Athanassiou, 2013).

Συμπερασματικά, η αστική βιωσιμότητα όπως και η περιβαλλοντική προστασία τίθενται στη δημόσια σφαίρα, αφ' ενός ως εμπόδια στην ανάπτυξη που πρέπει να παρακαμφθούν, αφ' ετέρου ενεργοποιούνται επιλεκτικά ως προωθητική δύναμη της ανάπτυξης, συνήθως για να παρέχουν νομιμοποίηση σε μεγάλες επενδύσεις αμφισβητούμενης περιβαλλοντικής ταυτότητας. Η παραπάνω αντιφατική ενεργοποίηση της προστασίας του περιβάλλοντος και της αστικής βιωσιμότητας έχει αναδειχθεί με τρόπο έντονο στα χρόνια της κρίσης στην Ελλάδα. Έχει όμως τις καταβολές της στην ίδια την κυρίαρχη ρητορική για το περιβάλλον που παραδοσιακά εμφορείται από τεχνοκρατικό ντετερμινισμό και πίστη σε μία παρωχημένη αντίληψη της επιστήμης. Η έννοια της αστικής βιωσιμότητας εκκινώντας από μία τέτοια βάση, αποχωρίζεται την κοινωνική της διάσταση, απογυμνώνει την πόλη από την πολιτική της φύση και χρησιμοποιείται για νομιμοποίηση αστικών στρατηγικών και παρεμβάσεων στο πλαίσιο του κυρίαρχου δόγματος της ανταγωνιστικότητας .

Υποσημειώσεις :

(1)United Nations Sustainable Development Knowledge Platform http://sustamabledevelopment.un.org/mdex.php?menu=1373

(2)http://ec.europa.eu/environment/europeangreencapital/ 

(3)http: //www .siemens.com/entry/cc/en/greencityindex.htm

(4)Πληθαράς Α. «Εκτός σχεδίου δόμηση: μια πράξη του πολέμου για το περιβάλλον» Εφημερίδα Αυγή Φύλλο 6-2-2011.

(5)Βλ., παραδείγματος χάριν, τις αντιδράσεις για τη εγκατάσταση αιολικών πάρκων στην Κρήτη στο Ιος, «Φαραωνικά έργα με fast track και πράσινο μανδύα: Οι εγκαταστάσεις Βιομηχανικών ΑΠΕ μεταβάλλουν το νησί σε πηγή ενέργειας για όλη την Ευρώπη, αλλά με βαρύ κόστος για το περιβάλλον και τους κατοίκους του» Εφημερίδα των Συντακτών, Φύλλο 10/2/2013. Διαθέσιμο στο http://www.efsyn.gr/?p=22550 (τελευταία πρόσβαση 10/10/2013)

(6)Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, Παράρτημα V_2, Κεφάλαιο 4.2, (Φεβρουάριος 2012) διαθέσιμο στο http://www.hellenicparliament.gr

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Athanassiou, Evangelia, 2013 "The shifting grounds of public space in Thessaloniki: 'bottom-up' and 'top-down' responses to crisis" στο Spaces of Crisis, πρακτικά Σεμιναρίου του Αιγαίου, Σύρος, Σεπτέμβριος 2012, (υπό δημοσίευση).
  • European Commision, Environment, European Green Capital http://ec.europa.eu/environment/europeangreencapital/index_en.htm
  • Guha R., Martinez-Alier J. 1997 Varieties of environmentalism: Essays North and South,, Earthscan, London.
  • Hajer M.A. 1995 The politics of environmental discourse Ecological modernization and the policy process, Clarendon Press, Oxford. 
  • OECD 2010 Cities and climate change OECD Publishing.
  • Pearce D., Markandya, A. Barbier E. 1989 A blueprint for a Green Economy, Earthscan, London.
  • Rethink Athens http://www.rethinkathens.org/ (τελευταία πρόσβαση 10 Οκτωβρίου 2013) 
  • Siemens http://www.siemens.com/entry/cc/en/greencityindex.htm (τελευταία πρόσβαση 10 Οκτωβρίου 2013)
  • Spaargaren G. 1997 Ecological modernization of production and consumption. Essays on environmental sociology, Wageningen University, Wageningen.
  • Swyngedouw E. 2009 "The antinomies of the post-political city. In search of a democratic politics of environmental production", International Journal of Urban and Regional Research, 33, 601-620. 
  • United Nations Environment Programme http://www.unep.org/Documents.Multilingual/Default.asp?documentid=97&articleid=1 503 (τελευταία πρόσβαση 10 Οκτωβρίου 2013) 
  • United Nations Sustainable Development Knowledge Platform http://sustainabledevelopment.un.org/index.php?menu=1373 (τελευταία πρόσβαση 10 Οκτωβρίου 2013)
  • Vale L, Campanella, T. 2005 The resilient cities: How modern cities recover from disaster, Oxford, Oxford University Press.
  • Ιος 2013 «Φαραωνικά έργα με fast track και πράσινο μανδύα: Οι εγκαταστάσεις Βιομηχανικών ΑΠΕ μεταβάλλουν το νησί σε πηγή ενέργειας για όλη την Ευρώπη, αλλά με βαρύ κόστος για το περιβάλλον και τους κατοίκους του» Εφημερίδα των Συντακτών, Φύλλο 10 Φεβρουαρίου 2013 Διαθέσιμο στο http://www.efsyn.gr/?p=22550 (Τελευταία πρόσβαση 10 Οκτωβρίου 2013)
  • Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, Παράρτημα V_2 (Φεβρουάριος 2012) διαθέσιμο στο http://www.hellenicparliament.gr
  • Πληθαράς Α. 2011 «Εκτός σχεδίου δόμηση: μια πράξη του πολέμου για το περιβάλλον» Εφημερίδα     Αυγή,     Φύλλο     6     Φεβρουαρίου     2011.     Διαθέσιμο     στο http://archive.avgi.gr/arxweb/avgi/demo/www.nnet.gr/www.greenpeace.org/greece/pre ss/118523/ArticleActionshow.action?articleID=597422    (τελευταία   πρόσβαση    10 Οκτωβρίου 2013)
  • ΦΕΚ Α/ 204/02/12/2010 Νόμος 3894/2010 Επιτάχυνση και Διαφάνεια Στρατηγικών Επενδύσεων.
  • ΦΕΚ/Α 60/31.03.2011 Νόμος 3937/2011 «Διατήρηση της Βιοποικιλότητας και άλλες διατάξεις. 
*Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Πηγή: citybranding.gr