Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018

Ο Τραμπ και οι αλλοι



του Αντώνη Μιχαλάκη

Η κίνηση Τραμπ για μονομερή εφαρμογή δασμών στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου από ΕΕ, Μεξικό και Καναδά, κορυφώνει την ένταση που υπήρχε στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις. Αναμενόμενη για πολλούς, λαμβάνοντας υπόψη την φρασεολογία αλλά και την πολιτική ατζέντα του αμερικανού προέδρου, δίνει στην πραγματικότητα μια σαφή εικόνα των σημερινών εμπορικών σχέσεων και το πως διαδραματίζεται το παιχνίδι σε αυτό το επίπεδο.


Και οι δύο κινήσεις του Τραμπ (η αποχώρηση των ΗΠΑ από την συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και η εφαρμογή δασμών στις εισαγωγές βασικών βιομηχανικών πρώτων υλών) εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο άσκησης μιας πολιτικής που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως προστατευτική. Προστατευτική προφανώς για τις πρώτες ύλες και τους υλικούς πόρους, ανεξέλεγκτη βέβαια για τα άυλα προϊόντα του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Μια προστατευτική πολιτική δεν είναι απαραίτητα κακή. Με όρους διεθνοποιημένου καπιταλισμού αυτός ο προστατευτισμός, φυσικά, φαίνεται λίγο αιρετικός. Δεν παύει όμως να είναι ένα εργαλείο ενδυνάμωσης εσωτερικής κατανάλωσης και ενδογενούς παραγωγής, κυρίως όμως για τα ισχυρά κράτη με ενεργειακή αυτονομία και επάρκεια πόρων. Και προφανώς όποιος επιλέγει στην παγκόσμια οικονομία να πορευτεί σε αυτό τον δρόμο, ανοίγει πολλαπλά εμπορικά μέτωπα.

Η Goldman Sachs με την έκθεση του Απριλίου σκιαγραφούσε σαφώς το μέλλον. Οι παγκόσμιες κόντρες θα έχουν έναν νικητή: το πετρέλαιο στα 80 δολ. το βαρέλι. Λαμβάνοντας υπόψη πως αυτή τη στιγμή έχουμε αύξηση των αποθεμάτων πετρελαίου για τις ΗΠΑ αλλά και ρεκόρ εξαγωγών (με κύριο αποδέκτη τη Κίνα), καταλαβαίνουμε ότι ο Τραμπ προσπαθεί να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο για μια πιο κλειστή αμερικανική οικονομία. Μια κλειστή αλλά ιδιαίτερα κερδοφόρα οικονομία η οποία θα απορροφήσει πόρους από τις ανταγωνιστικές της.

Το σημαντικότερο όλων είναι πως η ευρωπαϊκή βιομηχανία θα πρέπει να βρει άλλους δρόμους πώλησης, και κυρίως ενδοενωσιακά. Αν υπολογίσουμε πως στην ίδια κυρίως αγορά θα βρεθεί και ο χάλυβας της Τουρκίας (ο οποίος εξάγοταν κατά κύριο λόγο στις ΗΠΑ), τότε καταλαβαίνουμε ότι αλλάζουν αρκετοί εμπορικοί δρόμοι και εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ ταυτόχρονα θα συμπιεστούν αρκετά οι τιμές και τα περιθώρια κέρδους των προμηθευτών.

Η Ελλάδα μπορεί να μην πλήττεται άμεσα, μιας και οι εξαγωγές χάλυβα στις ΗΠΑ ήταν μηδενικές ενώ οι αντίστοιχες του αλουμινίου περίπου 57 εκ. ευρώ , εντούτοις δεν μπορεί να παραμελήσει το γεγονός πως υπάρχει η πιθανότητα για εμπορικές πιέσεις και το άνοιγμα μιας φαρέτρας οικονομοτεχνικών μεθόδων που είχαν μείνει για αρκετό καιρό στο περιθώριο της παγκοσμιοποίησης. Αν, δηλαδή, επιβληθούν δασμοί όπου δεν υπάρχουν, τότε αλλάζει πολύ το πεδίο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, με πιθανότερο αποτέλεσμα να πληγούν οι πιο φτωχές χώρες.  

Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

Ο Nash, η διαπραγμάτευση και ο Βαρουφάκης


του Αντώνη Μιχαλάκη

O τραγικός θάνατος του John Nash πριν από λίγες μέρες σε τροχαίο έγινε άμεσα γνωστός είτε μέσω διαδικτύου, είτε από τα ρεπορτάζ της τηλερόρασης. Το κεντρικό σχόλιο όλων όσων γράφονταν ή λέγονταν, ήταν για την ταινία – αφιέρωμα στον Nash “Α Beautiful Mind”. Κι όμως η σχέση της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας με τον μεγάλο μαθηματικό είναι πολύ καλύτερα δομημένη και ξεπερνά τα εισιτήρια που έκοψε η ταινία στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες. Ας δούμε όμως γιατί.
Το 1928 ένας ιδιοφυής διανοητής ο John von Neumann, παρουσίασε μια χρήσιμη θεωρία σε ανταγωνιστικές καταστάσεις, με κύρια βλέψη τα παίγνια μηδενικού αθροίσματος. Με το θεώρημα minimax έλυσε αυτό το παίγνιο θεωρώντας ότι οι δύο παίκτες συμπεριφέρονται “έξυπνα”. Έτσι μπήκαν οι βάσεις για τη Θεωρία Παιγνίων. Ο von Neumann απέτυχε όμως να δώσει λύση στα παίγνια μη-μηδενικού αθροίσματος. Κυρίως γιατι δεν μπόρεσε να λύσει το Πρόβλημα της Απροσδιοριστίας, δηλαδή το πως να κάνεις τη βέλτιστη επιλογή εφόσον δεν γνωρίζεις τις επιλογές των άλλων, οι οποίες επιλογές εξαρτώνται και από τη δική σου κοκ. Στην πραγματικότητα το ερώτημα έμπαινε επιτακτικά: Πως μπορούμε να λάβουμε υπόψη, να αναλύσουμε και να ποσοτικοποιήσουμε τις προσδοκίες των “παικτών” ώστε να πάρουμε την βέλτιστη στρατηγική επιλογή; Σε πολιτικο-κοινωνικό επίπεδο αυτό μπήκε στην συζήτηση από τον Μακιαβέλι, τον Χομπς, τον Ρουσώ και σε οικονομικό επίπεδο (ως ισορροπία προσδοκιών) από τον Σμιθ, τον Ρικάρντο, τον Κέινς. 
 
Ο Nash ξεπερνά την Απροσδιοριστία, επινοώντας και αποδεικνύοντας μια “λύση” ως ισορροπία ανάμεσα στις πράξεις και τις προσδοκίες των παικτών που τους ώθησαν σε αυτές τις πράξεις. Η περίφημη ισορροπία Nash δεν ασχολείται με το τι σκέφτονται οι άλλοι παίκτες αλλά ποιές είναι εκείνες οι επιλογές που δεν θα κάνουν κανένα παίκτη να μετανιώσει για την αποφάσή του. Με αυτό τον τρόπο επιβεβαιώνονται οι προσδοκίες όλων των παικτών. Απεδειξε δηλαδή ότι κάθε κοινωνικό παίγνιο έχει τουλάχιστον μια τέτοια λύση.
Η δεύτερη μεγάλη συνεισφορά του Nash ήταν η προσέγγισή του στο διαπραγματευτικό πρόβλημα. Ως διαπραγματευτικό πρόβλημα μπορούμε να ορίσουμε το φόβο αθέτησης της συμφωνίας, την ίδια την ουσία της συμφωνίας, την διαφορά αντικειμενικών και υποκειμενικών ωφελειών και τη διαφορετικά σταθμισμένη βαρύτητά τους ,τη σχετική διαπραγματευτική ισχύ των μερών. Επειδή όλα αυτά δεν μπορούσαν να οριστούν επακριβώς, οι οικονομολόγοι οδηγήθηκαν στην άποψη ότι το μη επιλύσιμο διαπραγματευτικό πρόβλημα το λύνει μόνο ο ανταγωνισμός γιατί ακυρώνει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τις υποκειμενικότητες των μερών. Ταυτόχρονα θεωρούσαν πως η αποτυχία του πρώτου σταδίου διαπραγμάτευσης αυξάνει την πιθανότητα κατάρρευσης όλης της διαπραγμάτευσης, λόγω της σοβαρής σχέσης των προσδοκιών ενός διαπραγματευτή με τις προσδοκίες των άλλων.
 
Ο Nash υπερβαίνει τη λύση σε στάδια και πηγαίνει κατευθείαν στο αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης. Όρισε απευθείας τρεις ιδιότητες της λύσης: α) η λύση είναι μια ισορροπία Nash. Η τούρτα δηλαδή μοιράζεται με τέτοιο τρόπο ώστε κανείς να μην μετανιώσει για την επιλογή του, β) η λύση είναι ανεξάρτητη από το πως τα διαπραγματευτικά μέρη ορίζουν τις ωφέλειες τους, από την κλίμακα μέτρησής τους και γ) η λυση δεν επηρεάζεται από την “απαγόρευση” εναλλακτικών κατανομών που ούτως ή άλλως τα διαπραγματευτικά μέρη δεν θα κατέληγαν ποτέ. Ο Nash αποδεικνύει πως υπάρχει μια και μοναδική λύση που να ικανοποιεί και τις τρεις ιδιότητες. Είναι η συμφωνία που μεγιστοποιεί το γινόμενο (εδώ επέρχεται και η μαθηματικοποίηση του θέματος) των ωφελειών των διαπραγματευτών.
Σε αυτή τη μαγική στιγμή μπαίνουν στη συζήτηση όμως η αβεβαιότητα των παικτών (σε κοινωνικό επίπεδο θα λέγαμε η ενδεχομενικότητα), η εξέλιξη ενός παίγνιου στον χρόνο, ο ορισμός του τι θεωρούμε κάθε φορά ορθολογική συμπεριφορά και οι πολλαπλές ισορροπίες για σύνθετα κοινωνικά φαινόμενα. Όλα τα προβλήματα δηλαδή που δεν παρουσιάζει ο homo economicus αλλά είναι παρόντα στο σύγχρονο πλέγμα κοινωνικών σχέσεων. 
 
Ο σημερινός Υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης τα γνωρίζει όλα αυτά πάρα πολύ καλά. Άλλωστε αναφέρει σε ένα βιβλίο – αφιέρωμα για τον John Nash και για την δημιουργική απροσδιοριστία της ανθρώπινης δράσης (φαντάζομαι ότι σκέφτεστε την δημιουργική ασάφεια). Ο παγνιοθεωρητικός υπουργός υποστηρίζει ότι ο Nash απέτυχε να δώσει μια ενιαία κοινωνική λύση μέσω της Θεωριας Παιγνίων, γιατί ο Nash ανακάλυψε τα όρια του μεθοδολογικού ατομικισμού. Θα συμφωνήσω. Κυρίως γιατί μια ποσοτικοποιημένη προσέγγιση του θέματος αφήνει απέξω την ιστορική ενδεχομενικότητα για τον τρόπο συγκρότησης των κοινωνικών δεσμών και συμβολαίων. Όμως στην επίμαχη τωρινή περίοδο διαπραγμάτευσης φαίνεται ότι ο Βαρουφάκης έχει ξεχάσει τελείως τις ορθολογικότητες σαν να μην μιλούμε για μια ολόκληρη χώρα, σαν να μην μιλούμε για ένα κοινωνικό πλέγμα σχέσεων που διέπονται από καθημερινές διαμεσολαβήσεις, σαν να μην μας ενδιαφέρει η επίτευξη της μίας και μοναδικής λύσης, αλλά μόνο πως θα “παίξουμε” στο επίπεδο των προσδοκιών. Και μάλιστα με ένα τρόπο επικοινωνιακού επαναπροσδιορισμού της κλίμακας μέτρησης των ωφελειών/χρησιμοτήτων (αξιοπρέπεια vs υλικών αγαθών).

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Διαφορετικοί ορισμοί της ανταγωνιστικότητας μιας χώρας

  •  
  • Η εθνική ανταγωνιστικότητα είναι το πλέγμα εκείνο των παραγόντων, πολιτικών και θεσμών που προσδιορίζουν το επίπεδο της παραγωγικότητας μιας χώρας. Το επίπεδο της παραγωγικότητας, με τη σειρά του, προσδιορίζει το διατηρήσιμο επίπεδο ευημερίας που μπορεί να απολαμβάνει μία οικονομία. Με άλλα λόγια, οι πιο ανταγωνιστικές οικονομίες μπορούν τείνουν να είναι σε θέση να προσφέρουν υψηλότερα επίπεδα εισοδήματος στους πολίτες τους. Το επίπεδο της παραγωγικότητας προσδιορίζει επίσης την απόδοση των επενδύσεων σε μια οικονομία. Καθώς οι αποδόσεις είναι οι καθοριστικοί προσδιοριστικοί παράγοντες στη μεγέθυνση των οικονομιών, μια πιο ανταγωνιστική οικονομία είναι μια οικονομία που πιθανότατα θα αναπτυχθεί ταχύτερα στο μεσο- και μακροπρόθεσμο ορίζοντα. (World Economic Forum 2007: 3)
  • Η ανταγωνιστικότητα των χωρών είναι το πεδίο εκείνο της οικονομικής θεωρίας που αναλύει τα στοιχεία και τις πολιτικές εκείνες που διαμορφώνουν την ικανότητα μιας χώρας να δημιουργεί και να διατηρεί ένα περιβάλλον που υποστηρίζει μεγαλύτερη παραγωγή αξίας για τις επιχειρήσεις και μεγαλύτερη ευημερία για τους πολίτες.(Institute for Management Development 2006)
  • Ανταγωνιστικότητα είναι ο βαθμός στον οποίο ένα κράτος μπορεί, υπό συνθήκες ελεύθερης και δίκαιης αγοράς, να προσφέρει αγαθά και υπηρεσίες που πληρούν τα κριτήρια των διεθνών αγορών, διατηρώντας και αυξάνοντας ταυτόχρονα τα πραγματικά εισοδήματα των ανθρώπων μακροχρόνια. (OECD 1992: 237)
  • Η ανταγωνιστικότητα ενέχει στοιχεία παραγωγικότητας, αποτελεσματικότητας και κερδοφορίας. Αλλά δεν είναι αυτοσκοπός ή απλός στόχος. Είναι ένα ισχυρό μέσο αύξησης του βιοτικού επιπέδου και της κοινωνικής ευημερίας – ένα εργαλείο για την επίτευξη στόχων. Αυξάνοντας την παραγωγικότητα και την αποτελεσματικότητα στα πλαίσια της διεθνούς εξειδίκευσης, η ανταγωνιστικότητα προσφέρει παγκοσμίως τη βάση για την αύξηση των εισοδημάτων κατά μη πληθωριστικό τρόπο. Competitiveness Advisory (Ciampi) Group, “Enhancing European Competitiveness”. First report to the President of the Commission, the Prime Ministers and the Heads of State, June 1995.
  • Πρέπει να δούμε την ανταγωνιστικότητα ως το κύριο μέσο αύξησης του βιοτικού επιπέδου, απασχόλησης των ανέργων και εξάλειψης της φτώχειας.Competitiveness Advisory (Ciampi) Group. “Enhancing European Competitiveness”. Second report to the President of the Commission, the Prime Ministers and the Heads of State, December 1995
  • Η ανταγωνιστικότητα είναι η ικανότητα μιας χώρας να πετύχει διατηρήσιμα υψηλούς ρυθμούς αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ. (World Economic Forum 1996: 19)
  • Η έννοια της ανταγωνιστικότητας περικλείει τόσο την αποδοτικότητα (επίτευξη στόχων με το μικρότερο δυνατό κόστος) όσο και την αποτελεσματικότητα (επιλογή των κατάλληλων στόχων). Αυτή η επιλογή βιομηχανικών στόχων είναι κρίσιμη. Η ανταγωνιστικότητα περιλαμβάνει τόσο τους στόχους όσο και τα μέσα για την επίτευξή τους. (Buckley, et al. 1988)
  • Ανταγωνιστικότητα σημαίνει υποστήριξη της ικανότητας των επιχειρήσεων, κλάδων, περιφερειών, χωρών ή διακρατικών περιοχών να δημιουργούν σχετικά υψηλά επίπεδα εισοδήματος και απασχόλησης των συντελεστών τους, ενώ παραμένουν εκτεθειμένες στο διεθνή ανταγωνισμό. (OECD 1996)
  • Η ανταγωνιστικότητα αναφέρεται στην ικανότητα μιας χώρας να πετύχει τους βασικούς στόχους της οικονομικής της πολιτικής, ιδιαίτερα την αύξηση του εισοδήματος και της απασχόλησης, χωρίς να αντιμετωπίσει προβλήματα στο ισοζύγιο πληρωμών της. (Fagerberg 1996: 355)
  • Η ικανότητά μας να προσφέρουμε αγαθά και υπηρεσίες που πληρούν τα κριτήρια του διεθνούς ανταγωνισμού ενώ οι πολίτες μας απολαμβάνουν ένα βιοτικό επίπεδο που αυξάνεται και είναι διατηρήσιμο. (Tyson 1992)
  • Μια χώρα θεωρείται ανταγωνιστική αν πουλάει αρκετά προϊόντα και υπηρεσίες, με εισοδήματα για τους συντελεστές συμβατά με τις προσδοκίες και βλέψεις (τρέχουσες και συνεχώς μεταβαλλόμενες) της χώρας, υπό συνθήκες (μακρο-οικονομικές και κοινωνικές) που κρίνονται ως ικανοποιητικές από τους πολίτες. (Aiginger 1996: 141)
  • Ανταγωνιστικότητα είναι η ικανότητα μιας χώρας ή περιοχής να δημιουργεί ευημερία. (Aiginger 2006: 162)

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Τα πλεονεκτήματα και τα "κόστη" μίας άμεσης αναδιάρθρωσης του εθνικού χρέους


του Γιάννη Σιάτρα


Κατά τις τελευταίες μέρες, τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στο εξωτερικό, διευρύνεται σημαντικά η συζήτηση για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους.

Σε αρθρογραφία μας, έχουμε εξηγήσει για ποιούς λόγους θεωρούμε πλέον τις προσπάθειες για την αποφυγή της αναδιάρθρωσης ως μάταιες. Επιγραμματικά, κατά την άποψή μας, οι λόγοι που τελικά θα οδηγήσουν στις διαδικασίες μίας “σχεδιασμένης αναδιάρθρωσης” είναι το γιγάντιο μέγεθος του χρέους, ο ρυθμός μεταβολής του, η αποτυχία της Κυβέρνησης να εφαρμόσει τα μέτρα του Μνημονίου και κυρίως να περιορίσει το τερατώδες μέγεθος του Κράτους και περισσότερο απ’ όλα, η αποτυχία της Κυβέρνησης να εμπνεύσει τον ελληνικό λαό (αλλά ακόμη και πολλούς Υπουργούς) για το ότι υπάρχει διέξοδος και ότι οι θυσίες του μπορούν να πιάσουν τόπο.

Επί αρκετούς μήνες, θεωρούσαμε ότι, μέσα από πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις, το χρέος της χώρας μπορούσε να είναι διαχειρίσιμο, έτσι ώστε η χώρα να αποφύγει την αναγκαστική αναδιάρθρωσή του. Δύο από τις εκ των “ων ουκ άνευ” προϋποθέσεις ήταν η έκδοση ευρω-ομολόγων και η επίτευξη της μείωσης των ελλειμμάτων, ήδη από το 2010 και η εμφάνιση πρωτογενών πλεονασμάτων από το β’ εξάμηνο του 2011.
Με την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής, το πρώτο αποκλείστηκε, ενώ με την ανακοίνωση του δημοσιονομικού ελλείμματος του 2010, φάνηκε ότι η μείωση των ελλειμμάτων δεν επιτυγχάνεται και ούτε καν προσεγγίζει τους στόχους.

Μετά από τις εξελίξεις αυτές, αναθεωρήσαμε την άποψή μας για το ζήτημα της ικανότητας διαχείρισης του χρέους. Παράλληλα όμως, η αναθεώρηση αυτή μας οδηγεί στην υποστήριξη της θέσης για την όσο το δυνατό ταχύτερη λήψης της πολιτικής απόφασης για την αναδιάρθρωσή του. Δηλαδή, δεν έχει πλέον καμία σημασία να περιμένει η χώρα έως το 2013 για να καταλήξει να κάνει την αναδιάρθρωση του χρέους, αφού εάν αυτή γίνει άμεσα, παρέχει στη χώρα περισσότερες ωφέλειες.

Με τον όρο “αναδιάρθρωση” εννοούμε την ανάληψη πρωτοβουλίας για το “φιλικό και συναινετικό διακανονισμό” με τους ομολογιούχους, στη βάση της κοινής αντίληψης της μη διαχειρισιμότητας και στην εξεύρεση κοινά αποδεκτών πρακτικών για τους τρόπους αποπληρωμής τμήματος της οφειλής της χώρας προς αυτούς, ή την επιμήκυνση της περιόδου αποπληρωμής, ή της μείωσης του επιτοκίου, ή συνδυασμό όλων των προηγούμενων.

Ποιά είναι όμως τα πλεονεκτήματα και ποιά τα μειονεκτήματα από μία απόφαση για την αναδιάρθρωση του χρέους; Και ακόμη περισσότερο, ποιά είναι τα πλεονεκτήματα και ποιά τα μειονεκτήματα από μία άμεση αναδιάρθρωση;

Κατά την άποψή μας, τα κυριότερα πλεονεκτήματα είναι:

- Τερματισμός της περιόδου αβεβαιότητας και άγχους που επί μήνες βιώνει η ελληνική κοινωνία και οικονομία. Αυτό είναι το πιο σημαντικό κέρδος από την ταχύτερη έλευση μίας εξέλιξης που, όλο και περισσότερο, δείχνει να είναι αναπόφευκτη. Όσο περισσότερο διάστημα διατηρείται η παρούσα νοσηρή αβεβαιότητα, τόσο μεγαλύτερη βλάβη προκαλείται στις δομές της οικονομίας και τόσο βαθύτερα βυθίζεται στην ύφεση.

- Μείωση του χρέους. Αναλόγως των μεθόδων (εκτιμάται ότι θα προκριθούν 2-3 μέθοδοι αναδιάρθρωσης) που θα εφαρμοσθούν, το χρέος μπορεί να μειωθεί έως και 65 περίπου δισεκατομμύρια ευρώ (με την υπόθεση ότι το “κούρεμα” για μία κατηγορία ομολόγων θα φθάσει περίπου στο 40%). Αν σ’ αυτή τη μείωση προστεθεί και μία ωφέλεια ύψους 25 έως 30 δισεκ. ευρώ που μπορεί να έχει η χώρα από το (“κουρεμένο”) χρέος που έχει ήδη συγκεντρώσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τότε το συνολικό όφελος μπορεί να φθάσει κάπου μεταξύ 90 - 95 δισεκ. ευρώ, το οποίο αποτελεί περίπου το 25% του συνολικού χρέους, μειώνοντας έτσι τη σχέση ΑΕΠ προς Χρέος στο 105% περίπου. Η σχέση αυτή παραμένει υψηλή, αλλά εάν η χώρα πετύχει -και θα πρέπει να πετύχει- την εμφάνιση πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2012 και εάν υπάρξει μία στατιστική αναθεώρηση του ΑΕΠ, τότε η σχέση αυτή μπορεί να μειωθεί κοντά στο 90%, ποσοστό το οποίο είναι διαχειρίσιμο.

- Μείωση του επιτοκίου και  χρονική επιμήκυνση. Συχνά, η μείωση του επιτοκίου και η επιμήκυνση μέρους του χρέους είναι ζητήματα που τίθενται στο “πακέτο” των διαπραγματεύσεων, τουλάχιστον για ένα τμήμα του χρέους, που είτε δε θα “κουρευτεί”, είτε θα “κουρευτεί” λιγότερο.

- Μείωση των ετησίων τόκων. Η μείωση του χρέους θα μειώσει το ποσό που ετησίως καταβάλλει η χώρα σε τόκους. Αυτό θα βελτιώσει το μέγεθος του ελλείμματος ή το πρωτογενές πλεόνασμα και θα απελευθερώσει πόρους για την κοινωνία, την οικονομία και την ανάπτυξη.

- Μεγαλύτερο “κούρεμα” του μη-εγγυημένου χρέους. Γνωρίζουμε ότι, με κάθε δόση που η χώρα λαμβάνει από την τρόικα, αυξάνεται το ύψος του “εγγυημένου” (προς τα Κράτη που μας δανειοδοτούν) χρέους και μειώνεται το ύψος του “μη εγγυημένου” χρέους (προς τους ιδιώτες ομολογιούχους). “Κούρεμα” μπορεί να γίνει μόνον προς το “μη εγγυημένο” χρέος. Συνεπώς, όσο πιο γρήγορα αποφασιστεί η αναδιάρθρωση, τόσο πιο μεγάλο τμήμα του χρέους μπορούμε να κουρέψουμε. Και αυτό σημαίνει, πιο πολλά χρήματα που μπορεί να “γλυτώσει” το Κράτος, αλλά και μικρότερο ποσοστιαίο “κούρεμα” στο ιδιωτικό, μη εγγυημένο χρέος. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που οι διεθνείς οίκοι υποβαθμίζουν διαρκώς τη χώρα μας, αφού προσπαθούν να την πιέσουν να αναδιαρθρώσει το χρέος της το συντομότερο δυνατόν, έτσι ώστε το ποσοστιαίο “κούρεμα” για τους ιδιώτες (και πελάτες των οίκων αξιολόγησης) να είναι μικρότερο.

- Καλύτερος προσδιορισμός της καθαρής θέσης των τραπεζών και των επιχειρήσεων. Σήμερα, είναι αδύνατο για έναν αναλυτή να προσδιορίσει την καθαρή θέση μίας Τράπεζας, αφού κανείς δε μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια την αξία των ομολόγων που έχει στο χαρτοφυλάκιό της. Το ίδιο συμβαίνει και με πολλές επιχειρήσεις. Λόγω αυτής της αβεβαιότητας, οι τράπεζες δυσκολεύονται στη συμμετοχή τους στην διατραπεζική αγορά, ενώ παράλληλα αυξομειώνεται το επίπεδο του επιτρεπόμενου δανεισμού τους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Με άλλα λόγια, μετά την αναδιάρθρωση και εφ’ όσον αυτή γίνει με κατάλληλο χειρισμό, θα δημιουργηθούν οι συνθήκες για τη σταδιακή αναθέρμανση της τραπεζικής χρηματοδότησης.

- Διακοπή του φαινομένου της φυγής κεφαλαίων από το τραπεζικό σύστημα (με κατεύθυνση το εξωτερικό, τις θυρίδες, ή ακόμη και τα ...μαξιλάρια). Σ’ αυτό το σημείο βέβαια χρειάζεται μία ξεκάθαρη επικοινωνιακή πολιτική της Κυβέρνησης, μέσα από την οποία θα διαβεβαιώνεται ότι δεν υπάρχει περίπτωση αποχώρησης από το ευρώ, ή εφαρμογής περιοριστικών μέτρων στις αναλήψεις από τις τράπεζες.

- Πολιτικές ανακατατάξεις. Είναι εύκολα κατανοητό ότι, με βάση τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, η απόφαση για μία τέτοια κίνηση μπορεί να ληφθεί μόνον από μία κυβέρνηση ευρύτερης βάσης και κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Συνεπώς, η όποια απόφαση ληφθεί, θα είναι καλά προσχεδιασμένη τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό και θα συνεπάγεται τη συνέχιση της διακυβέρνησης της χώρας από μία κυβέρνηση συνασπισμού, η οποία θα έχει την ευκαιρία να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα προσαρμογής, το οποίο θα έχει ευρύτερη πολιτική αποδοχή.

Θα μπορούσαμε βέβαια να καταγράψουμε πολλά ακόμη πλεονεκτήματα που θα προσέφερε σήμερα η αναδιάρθρωση του χρέους. Όμως, παραμένουμε στα κυριότερα. Άλλωστε, στο μέλλον θα έχουμε την ευκαιρία να επανέλθουμε στο ζήτημα.

Ποιά είναι όμως τα μειονεκτήματα; Ποιά είναι τα γενικότερα μειονεκτήματα (και κόστη) μίας αναδιάρθρωσης και ποιά είναι τα μειονεκτήματα της άμεσης αναδιάρθρωσης;

Για τα “κόστη” της αναδιάρθρωσης, έχουμε γράψει σε παλαιότερα άρθρα. Όμως, κατά πόσον τα “κόστη” αυτά εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται ως “κόστη”, όταν η εξέλιξη μοιραία οδεύει προς αυτή την κατεύθυνση.

Το μεγαλύτερο κόστος είναι η “διακοπή” της χρηματοδότησης της χώρας από τις διεθνείς αγορές για ένα χρονικό διάστημα (το οποίο εξαρτάται ανάλογα με τη διαδικασία “ανάνηψης” της οικονομίας της χώρας.
Όμως, συμμετέχει σήμερα η χώρα στις διεθνείς αγορές; Υπάρχει κάποια ελπίδα για σύντομη επιστροφή της; Επί μήνες, πολλούς μήνες τώρα, τα επιτόκια των ομολόγων της χώρας βρίσκονται “καρφωμένα” σε επίπεδα άνω του 12%!
Το μεγάλο επίτευγμα της Κυβέρνησης (επειδή πρέπει να αναγνωρίζονται τα θετικά) είναι ότι, πρωτοστάτησε για τη δημιουργία ευρωπαϊκών μηχανισμών για τη στήριξη χωρών που αντιμετωπίζουν προβλήματα.
Σήμερα υπάρχουν μηχανισμοί που μπορούν να χρηματοδοτήσουν τις δανειακές ανάγκες της χώρας, μετά την αναδιάρθρωση. Βεβαίως, με την υπογραφή νέων μνημονίων. Όμως, αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα για όσους αποτυγχάνουν στη διαχείριση των οικονομικών τους. Και δε γίνεται αλλιώς.

Το μεγαλύτερο κόστος στην περίπτωση της αναδιάρθρωσης του χρέους σήμερα, δεν είναι για το λαό, δεν είναι για μας. Ο λαός, έχουμε υποστεί το κόστος. Και το υποστήκαμε δυσανάλογα με τις ευθύνες μας. Το μεγαλύτερο κόστος είναι για την Κυβέρνηση και το ευρύτερο πολιτικό σύστημα , αφού η αναδιάρθρωση μίας χώρας, συνήθως προκαλεί και την καταβαράρθρωση των πολιτικών που συσχετίστηκαν με αυτή. Και αυτός είναι άλλωστε ο λόγος της καθυστέρησης στη λήψη της απόφασης. Άλλωστε, η ελπίδα για τους πολιτικούς, πάντα πεθαίνει τελευταία. Για τους πολίτες, έχει ήδη πεθάνει... Και ο μόνος τρόπος για να αναστηθεί, είναι να φύγει αυτό το βάρος της αβεβαιότητας και της καθημερινής μιζέριας, το συντομότερο δυνατό!


Πηγή: Εurocapital.gr

Ο προκρούστης της θεωρίας



του Γρηγόρη Μπέκου


 
Αντρέ Ορλεάν
Η ηγεμονία της αξίας –
Για μια επανίδρυση της οικονομίας
Μετάφραση Χριστιάννα Σαμαρά.
Εκδόσεις Πόλις, 2013,


 Παρίσι, 1952. Ο αμερικανός στατιστικολόγος Λέοναρντ Σάβατζ συναντάται με τον γάλλο οικονομολόγο (και μετέπειτα νομπελίστα) Μορίς Αλέ στο πλαίσιο ενός επιστημονικού συνεδρίου αφιερωμένου στην αβεβαιότητα. Κύριο θέμα της συζήτησής τους είναι το «κριτήριο επιλογής» για ένα «σύστημα εναλλακτικών ενεργειών με αβέβαιες συνέπειες» που έχει επινοήσει ο πρώτος και το οποίο βασίζεται στη σύγκριση των διαφόρων «προσδοκιών ωφέλειας», ώστε να επιλεγεί προφανώς η μεγαλύτερη δυνατή ωφέλεια.

Οι δυο τους συζητούν, με άλλα λόγια και υπό μια ευρύτερη έννοια, πώς συμπεριφέρονται τα άτομα όταν έρχονται αντιμέτωπα με το ρίσκο. Ο Αλέ θέλει να αποδείξει ότι το κριτήριο του Σάβατζ που εισάγει στην προβληματική αυτή δύο υποκειμενικές εκτιμήσεις - δηλαδή τις ωφέλειες και τις πιθανότητες, οι οποίες βεβαίως εκτιμώνται διαφορετικά από τον καθένα μας - δεν συνάδει με τη συμπεριφορά του ορθολογικού ατόμου.

Ο Αλέ, προκειμένου να δοκιμάσει την εγκυρότητα του κριτηρίου του Σάβατζ, καταφεύγει στην εμπειρική εφαρμογή και στην παρατήρηση. Τι κάνει; Επινοεί με τη σειρά του ένα μαθηματικό πείραμα και προτείνει, σε μια ομάδα ατόμων που επιλέγει στην τύχη, δύο ταυτόχρονες επιλογές: ανάμεσα στο Α και στο Β, και ανάμεσα στο Γ και στο Δ. Το κάθε άτομο καλείται να επιλέξει χωρίς να γνωρίζει την «κρυφή συσχέτιση» που έχει σκαρώσει ο Αλέ, ο οποίος έχει διαρθρώσει με τέτοιον τρόπο τις επιλογές ώστε το άτομο που, σύμφωνα με το κριτήριο του Σάβατζ, θα προτιμήσει το Α από το Β, θα προτιμήσει αναγκαστικά και το Γ από το Δ ανεξαρτήτως της προσωπικής του κλίσης. Το αποτέλεσμα; Τα άτομα που προτίμησαν το Α από το Β, προτίμησαν στην πλειονότητά τους και το Δ από το Γ! Το συμπέρασμα; Η συμπεριφορά των ατόμων αντιφάσκει πλήρως με το μοντέλο του Σάβατζ, το κριτήριό του καταρρέει.

Αλήθεια και ψέμα
Ο Αλέ όμως πήγε ένα βήμα παραπέρα τότε: συμπεριέλαβε στο πείραμά του και τον ίδιο τον Σάβατζ. Τι συνέβη; Ο τελευταίος απάντησε όπως η πλειονότητα των ερωτηθέντων! «Ο επινοητής του κριτηρίου διαψεύδει με την επιλογή του τις ίδιες του τις υποδείξεις», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο 64χρονος γάλλος οικονομολόγος Αντρέ Ορλεάν στο βιβλίο του «Η ηγεμονία της αξίας - Για μια επανίδρυση της οικονομίας».

Ο ίδιος ανακαλεί το φαινόμενο αυτό, το οποίο ονομάστηκε «παράδοξο του Αλέ» και επηρέασε στη συνέχεια πλήθος επιστημόνων σε άλλα πεδία, όπως η ψυχολογία, για να καταδείξει ακριβώς ότι η διαπιστωμένη τάση της οικονομίας, η κυριαρχούσα σήμερα αντίληψη για την οικονομία καλύτερα, «επικεντρώνεται σε φορμαλιστικά σχήματα αποκομμένα από την εμπειρική πραγματικότητα».

Επί της ουσίας «η οικονομία ενδιαφέρεται λιγότερο για το είναι και περισσότερο για το δέον», οι οικονομολόγοι δηλαδή δεν ενδιαφέρονται τόσο να περιγράψουν την πραγματικότητα της οικονομίας στην ολότητά της όσο να περιορίσουν την ίδια την πραγματικότητα της οικονομίας στα μέτρα τους, να την κάνουν «λειτουργική» και «αποτελεσματική», πλην όμως περιορισμένης επιστημονικής ευθύνης, να την εγκλωβίσουν στο κανονιστικό πλαίσιο των μοντέλων τους και στα πρότυπα της «εργαλειακής ορθολογικότητάς» τους.

Το καταφέρνουν βεβαίως και, όπως διαβλέπει ο συγγραφέας, θα συνεχίσουν να το κάνουν λόγω μιας συνολικά ελλειμματικής αντίληψης που χαρακτηρίζει την παράδοση της οικονομικής θεωρίας - χωρίς να συνυπολογίζουμε τα συμφέροντα που καραδοκούν. Αν δηλαδή η πραγματικότητα δεν είναι συμβατή με τις ιδέες των οικονομολόγων, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα!

Θαρραλέο δοκίμιο
Οσοι θεωρούν τη διαπίστωση υπερβολική καλό θα ήταν να διαβάσουν αυτό το θαρραλέο δοκίμιο κριτικού και επιστημολογικού αναστοχασμού που στοχεύει στην επανίδρυση της οικονομικής θεωρίας και επιπλέον αποδεικνύει την αναγκαιότητα υπαγωγής της στις κοινωνικές επιστήμες.

Στο βιβλίο αυτό, μια ψύχραιμη και αναλυτική επιχειρηματολογία ενός οικονομολόγου που θέλει να τα έχει καλά με τον εαυτό ως επιστήμων αλλά και ως πολίτης, ο αναγνώστης δεν θα συναντήσει ούτε μία φορά τον όρο «νεοφιλελευθερισμός» μολονότι η προσέγγιση του συγγραφέα καταρρίπτει επί της ουσίας το θεωρητικό υπόβαθρο αυτής της αντίληψης ως δομικά ελλειμματικό.

Ο Αντρέ Ορλεάν, για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους που μεταχειρίζεται ο ίδιος, ασχολείται με τη «νεοκλασική θεωρία» ή το «βαλρασιανό μοντέλο» (το όνομα προέκυψε από τον γάλλο οικονομολόγο της «γενικής ισορροπίας» Λεόν Βαλράς), διερευνώντας τα όρια και τη συνοχή του. Δεν το ακυρώνει και αυτό είναι το ενδιαφέρον στο εγχείρημά του - εφόσον δεν υπάρχει ένα καινούργιο «παράδειγμα» για να πάρει τη σκυτάλη, δεν τίθεται θέμα απόρριψής του -, αντιθέτως αναγνωρίζει τη χρησιμότητά του στην τυποποίηση και στην κατανόηση των οικονομικών μηχανισμών. Αμφισβητεί ωστόσο τη γενική ισχύ του και εξηγεί γιατί δεν είναι αρκετό και γιατί μπορεί να αποβεί καταστροφικό - η ακραία απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας επικυρώνει του λόγου το ασφαλές.

Χρειαζόμαστε, υπογραμμίζει ο Αντρέ Ορλεάν, ένα ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο που θα συλλαμβάνει την εμπορευματική οικονομία στο σύνολο των σύνθετων καθορισμών της. «Το ζήτημα της αξίας οφείλει να τοποθετείται πάντοτε σε κεντρική θέση, ως βασικό εργαλείο ανάλυσης κάθε αμιγούς θεωρίας που εκκινεί από ένα ορθολογικό σχήμα» μας υπενθυμίζει ο Γιόζεφ Σουμπέτερ.

Η αξία ενός εμπορεύματος - λέει η νεοκλασική θεωρία - θεμελιώνεται στη χρησιμότητά του. «Αυτή είναι η βασική αρχή που εδρεύει στην καρδιά της σύγχρονης οικονομικής σκέψης» υπογραμμίζει ο Αντρέ Ορλεάν.

Στρεβλή σχέση
Εκεί βρίσκεται η ρίζα της στρεβλής σχέσης που έχουν οι οικονομολόγοι με την πραγματικότητα. «Η αξία γίνεται αντιληπτή ως ένα μέγεθος που προσδιορίζεται εξωγενώς προς τις ανταλλαγές, βάσει μιας ουσίας - της χρησιμότητας - η οποία ενυπάρχει στα εμπορεύματα» εξηγεί ο συγγραφέας. Ωστόσο «είναι λάθος να συναρτάμε την εμπορευματική αξία αποκλειστικά και μόνο με τη λογική της χρησιμότητας», καθώς υπάρχουν και άλλες παράμετροι, όπως ο αγώνας των ανθρώπων για «κοινωνική διάκριση» που ενεργοποιεί τον λεγόμενο «μιμητικό ανταγωνισμό» (μοντέλο Βέμπλεν). Τα άτομα ζουν σε κοινωνίες και όχι σε δοκιμαστικούς σωλήνες.

Ο Αντρέ Ορλεάν υποστηρίζει ότι πρέπει να συλλάβουμε την εμπορευματική αξία ως ένα αυτόνομο μέγεθος που απορρέει από τις κοινωνικές σχέσεις. «Τούτη η αυτονομία, η οποία προσδίδει στην αξία μια ηγεμονική δύναμη, επιτυγχάνεται χάρη στο χρήμα», τονίζει, «το χρήμα είναι ο ιδρυτικός θεσμός της αξίας» και των ανταλλαγών. «Η επιθυμία για χρήμα - και όχι η επιθυμία για χρήσιμα αγαθά - είναι η ζωογόνος ενέργεια, η κινητήρια δύναμη του εμπορευματικού ανταγωνισμού». Η φύση της αξίας επομένως είναι κατ' εξοχήν θεσμική σύμφωνα με τον συγγραφέα. «Η γενικευμένη δυσπιστία που προκαλεί το χρήμα στους φιλελεύθερους στοχαστές είναι πολύ διδακτική» γράφει - και έχει δίκιο. 
 
Πηγή: ΒΗΜΑ