Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άποψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άποψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018

Ο Τραμπ και οι αλλοι



του Αντώνη Μιχαλάκη

Η κίνηση Τραμπ για μονομερή εφαρμογή δασμών στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου από ΕΕ, Μεξικό και Καναδά, κορυφώνει την ένταση που υπήρχε στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις. Αναμενόμενη για πολλούς, λαμβάνοντας υπόψη την φρασεολογία αλλά και την πολιτική ατζέντα του αμερικανού προέδρου, δίνει στην πραγματικότητα μια σαφή εικόνα των σημερινών εμπορικών σχέσεων και το πως διαδραματίζεται το παιχνίδι σε αυτό το επίπεδο.


Και οι δύο κινήσεις του Τραμπ (η αποχώρηση των ΗΠΑ από την συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και η εφαρμογή δασμών στις εισαγωγές βασικών βιομηχανικών πρώτων υλών) εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο άσκησης μιας πολιτικής που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως προστατευτική. Προστατευτική προφανώς για τις πρώτες ύλες και τους υλικούς πόρους, ανεξέλεγκτη βέβαια για τα άυλα προϊόντα του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Μια προστατευτική πολιτική δεν είναι απαραίτητα κακή. Με όρους διεθνοποιημένου καπιταλισμού αυτός ο προστατευτισμός, φυσικά, φαίνεται λίγο αιρετικός. Δεν παύει όμως να είναι ένα εργαλείο ενδυνάμωσης εσωτερικής κατανάλωσης και ενδογενούς παραγωγής, κυρίως όμως για τα ισχυρά κράτη με ενεργειακή αυτονομία και επάρκεια πόρων. Και προφανώς όποιος επιλέγει στην παγκόσμια οικονομία να πορευτεί σε αυτό τον δρόμο, ανοίγει πολλαπλά εμπορικά μέτωπα.

Η Goldman Sachs με την έκθεση του Απριλίου σκιαγραφούσε σαφώς το μέλλον. Οι παγκόσμιες κόντρες θα έχουν έναν νικητή: το πετρέλαιο στα 80 δολ. το βαρέλι. Λαμβάνοντας υπόψη πως αυτή τη στιγμή έχουμε αύξηση των αποθεμάτων πετρελαίου για τις ΗΠΑ αλλά και ρεκόρ εξαγωγών (με κύριο αποδέκτη τη Κίνα), καταλαβαίνουμε ότι ο Τραμπ προσπαθεί να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο για μια πιο κλειστή αμερικανική οικονομία. Μια κλειστή αλλά ιδιαίτερα κερδοφόρα οικονομία η οποία θα απορροφήσει πόρους από τις ανταγωνιστικές της.

Το σημαντικότερο όλων είναι πως η ευρωπαϊκή βιομηχανία θα πρέπει να βρει άλλους δρόμους πώλησης, και κυρίως ενδοενωσιακά. Αν υπολογίσουμε πως στην ίδια κυρίως αγορά θα βρεθεί και ο χάλυβας της Τουρκίας (ο οποίος εξάγοταν κατά κύριο λόγο στις ΗΠΑ), τότε καταλαβαίνουμε ότι αλλάζουν αρκετοί εμπορικοί δρόμοι και εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ ταυτόχρονα θα συμπιεστούν αρκετά οι τιμές και τα περιθώρια κέρδους των προμηθευτών.

Η Ελλάδα μπορεί να μην πλήττεται άμεσα, μιας και οι εξαγωγές χάλυβα στις ΗΠΑ ήταν μηδενικές ενώ οι αντίστοιχες του αλουμινίου περίπου 57 εκ. ευρώ , εντούτοις δεν μπορεί να παραμελήσει το γεγονός πως υπάρχει η πιθανότητα για εμπορικές πιέσεις και το άνοιγμα μιας φαρέτρας οικονομοτεχνικών μεθόδων που είχαν μείνει για αρκετό καιρό στο περιθώριο της παγκοσμιοποίησης. Αν, δηλαδή, επιβληθούν δασμοί όπου δεν υπάρχουν, τότε αλλάζει πολύ το πεδίο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, με πιθανότερο αποτέλεσμα να πληγούν οι πιο φτωχές χώρες.  

Πέμπτη 31 Μαΐου 2018

Νέες προκλήσεις



του Αντώνη Μιχαλάκη

Διανύουμε μια κρίσιμη περίοδο για τη χώρα. Από τη μια το εσωτερικό μέτωπο με τις αβεβαιότητες, τις παλινδρομήσεις, την ανεπάρκεια πολιτικού και διοικητικού προσωπικού, τη διαρκή άρνηση σε κάθε μορφής συζήτηση και από την άλλη το εξωτερικό μέτωπο με τις μεγάλες προκλήσεις και ευκαιρίες, τα εμπόδια και τις δυσκολίες αλλά και την αυξανόμενη αντισυστημική - αντιδημοκρατική στάση.
Είναι σαφές νομίζω πως αυτή η κυβέρνηση με τον συγκεκριμένο τρόπο εφαρμογής των ασκούμενων πολιτικών δε μπορεί να έχει συνέχεια. Η ανάγκη μιας νέας αφήγησης για το μεταμνημονιακό πεδίο αλλά και η αναγκαιότητα ύπαρξης μιας διαφορετικής προσέγγισης από τα υφιστάμενα πολιτικά σχήματα κρίνεται επιτακτική. Το ψευδεπίγραφο δίλημμα μνημόνιο – αντιμνημόνιο έχει καταρρεύσει. Το δίλημμα όμως πρόοδος ή συντήρηση υφίσταται. Και δίνει αξία στο πως αντιμετωπίζουμε την  χώρα μετά τα μνημόνια ή τελικά στο τι επιδιώκουμε να γίνει αυτή η χώρα.
Πάνω σε αυτά τα κρίσιμα θέματα χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε τι εννοούμε προοδευτικό σήμερα και κατά πόσο οι πολιτικοί φορείς που υφίστανται με τις υπάρχουσες μορφές τους μπορούν να εκφράσουν έναν προοδευτικό ρεαλισμό. Εάν δεχτούμε λοιπόν, πως αυτή η κυβέρνηση ήταν μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού – όπως εμμέσως υποστηρίζουν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ – τότε δεν μπορεί παρά, η νέα πρόταση προοδευτικής διακυβέρνησης να απευθύνεται στους χώρους της μεταρρυθμιστικής αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας, της πολιτικής οικολογίας και του δημοκρατικού κέντρου. Πόσες πιθανότητες επιτυχίας έχει ένα τέτοιο εγχείρημα; Δεν τολμώ να απαντήσω. Με τις σημερινές συνθήκες και την πολεμική ατμόσφαιρα περισσότερο ως διακαής πόθος μου φαίνεται. Εντούτοις, είναι μια πολιτική πρόταση που αν ξεπεραστούν εγωισμοί, πίκρες και η άρνηση διαλόγου επί των συγκεκριμένων, μπορεί να λειτουργήσει ελπιδοφόρα. 

Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

Ο Nash, η διαπραγμάτευση και ο Βαρουφάκης


του Αντώνη Μιχαλάκη

O τραγικός θάνατος του John Nash πριν από λίγες μέρες σε τροχαίο έγινε άμεσα γνωστός είτε μέσω διαδικτύου, είτε από τα ρεπορτάζ της τηλερόρασης. Το κεντρικό σχόλιο όλων όσων γράφονταν ή λέγονταν, ήταν για την ταινία – αφιέρωμα στον Nash “Α Beautiful Mind”. Κι όμως η σχέση της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας με τον μεγάλο μαθηματικό είναι πολύ καλύτερα δομημένη και ξεπερνά τα εισιτήρια που έκοψε η ταινία στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες. Ας δούμε όμως γιατί.
Το 1928 ένας ιδιοφυής διανοητής ο John von Neumann, παρουσίασε μια χρήσιμη θεωρία σε ανταγωνιστικές καταστάσεις, με κύρια βλέψη τα παίγνια μηδενικού αθροίσματος. Με το θεώρημα minimax έλυσε αυτό το παίγνιο θεωρώντας ότι οι δύο παίκτες συμπεριφέρονται “έξυπνα”. Έτσι μπήκαν οι βάσεις για τη Θεωρία Παιγνίων. Ο von Neumann απέτυχε όμως να δώσει λύση στα παίγνια μη-μηδενικού αθροίσματος. Κυρίως γιατι δεν μπόρεσε να λύσει το Πρόβλημα της Απροσδιοριστίας, δηλαδή το πως να κάνεις τη βέλτιστη επιλογή εφόσον δεν γνωρίζεις τις επιλογές των άλλων, οι οποίες επιλογές εξαρτώνται και από τη δική σου κοκ. Στην πραγματικότητα το ερώτημα έμπαινε επιτακτικά: Πως μπορούμε να λάβουμε υπόψη, να αναλύσουμε και να ποσοτικοποιήσουμε τις προσδοκίες των “παικτών” ώστε να πάρουμε την βέλτιστη στρατηγική επιλογή; Σε πολιτικο-κοινωνικό επίπεδο αυτό μπήκε στην συζήτηση από τον Μακιαβέλι, τον Χομπς, τον Ρουσώ και σε οικονομικό επίπεδο (ως ισορροπία προσδοκιών) από τον Σμιθ, τον Ρικάρντο, τον Κέινς. 
 
Ο Nash ξεπερνά την Απροσδιοριστία, επινοώντας και αποδεικνύοντας μια “λύση” ως ισορροπία ανάμεσα στις πράξεις και τις προσδοκίες των παικτών που τους ώθησαν σε αυτές τις πράξεις. Η περίφημη ισορροπία Nash δεν ασχολείται με το τι σκέφτονται οι άλλοι παίκτες αλλά ποιές είναι εκείνες οι επιλογές που δεν θα κάνουν κανένα παίκτη να μετανιώσει για την αποφάσή του. Με αυτό τον τρόπο επιβεβαιώνονται οι προσδοκίες όλων των παικτών. Απεδειξε δηλαδή ότι κάθε κοινωνικό παίγνιο έχει τουλάχιστον μια τέτοια λύση.
Η δεύτερη μεγάλη συνεισφορά του Nash ήταν η προσέγγισή του στο διαπραγματευτικό πρόβλημα. Ως διαπραγματευτικό πρόβλημα μπορούμε να ορίσουμε το φόβο αθέτησης της συμφωνίας, την ίδια την ουσία της συμφωνίας, την διαφορά αντικειμενικών και υποκειμενικών ωφελειών και τη διαφορετικά σταθμισμένη βαρύτητά τους ,τη σχετική διαπραγματευτική ισχύ των μερών. Επειδή όλα αυτά δεν μπορούσαν να οριστούν επακριβώς, οι οικονομολόγοι οδηγήθηκαν στην άποψη ότι το μη επιλύσιμο διαπραγματευτικό πρόβλημα το λύνει μόνο ο ανταγωνισμός γιατί ακυρώνει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τις υποκειμενικότητες των μερών. Ταυτόχρονα θεωρούσαν πως η αποτυχία του πρώτου σταδίου διαπραγμάτευσης αυξάνει την πιθανότητα κατάρρευσης όλης της διαπραγμάτευσης, λόγω της σοβαρής σχέσης των προσδοκιών ενός διαπραγματευτή με τις προσδοκίες των άλλων.
 
Ο Nash υπερβαίνει τη λύση σε στάδια και πηγαίνει κατευθείαν στο αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης. Όρισε απευθείας τρεις ιδιότητες της λύσης: α) η λύση είναι μια ισορροπία Nash. Η τούρτα δηλαδή μοιράζεται με τέτοιο τρόπο ώστε κανείς να μην μετανιώσει για την επιλογή του, β) η λύση είναι ανεξάρτητη από το πως τα διαπραγματευτικά μέρη ορίζουν τις ωφέλειες τους, από την κλίμακα μέτρησής τους και γ) η λυση δεν επηρεάζεται από την “απαγόρευση” εναλλακτικών κατανομών που ούτως ή άλλως τα διαπραγματευτικά μέρη δεν θα κατέληγαν ποτέ. Ο Nash αποδεικνύει πως υπάρχει μια και μοναδική λύση που να ικανοποιεί και τις τρεις ιδιότητες. Είναι η συμφωνία που μεγιστοποιεί το γινόμενο (εδώ επέρχεται και η μαθηματικοποίηση του θέματος) των ωφελειών των διαπραγματευτών.
Σε αυτή τη μαγική στιγμή μπαίνουν στη συζήτηση όμως η αβεβαιότητα των παικτών (σε κοινωνικό επίπεδο θα λέγαμε η ενδεχομενικότητα), η εξέλιξη ενός παίγνιου στον χρόνο, ο ορισμός του τι θεωρούμε κάθε φορά ορθολογική συμπεριφορά και οι πολλαπλές ισορροπίες για σύνθετα κοινωνικά φαινόμενα. Όλα τα προβλήματα δηλαδή που δεν παρουσιάζει ο homo economicus αλλά είναι παρόντα στο σύγχρονο πλέγμα κοινωνικών σχέσεων. 
 
Ο σημερινός Υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης τα γνωρίζει όλα αυτά πάρα πολύ καλά. Άλλωστε αναφέρει σε ένα βιβλίο – αφιέρωμα για τον John Nash και για την δημιουργική απροσδιοριστία της ανθρώπινης δράσης (φαντάζομαι ότι σκέφτεστε την δημιουργική ασάφεια). Ο παγνιοθεωρητικός υπουργός υποστηρίζει ότι ο Nash απέτυχε να δώσει μια ενιαία κοινωνική λύση μέσω της Θεωριας Παιγνίων, γιατί ο Nash ανακάλυψε τα όρια του μεθοδολογικού ατομικισμού. Θα συμφωνήσω. Κυρίως γιατί μια ποσοτικοποιημένη προσέγγιση του θέματος αφήνει απέξω την ιστορική ενδεχομενικότητα για τον τρόπο συγκρότησης των κοινωνικών δεσμών και συμβολαίων. Όμως στην επίμαχη τωρινή περίοδο διαπραγμάτευσης φαίνεται ότι ο Βαρουφάκης έχει ξεχάσει τελείως τις ορθολογικότητες σαν να μην μιλούμε για μια ολόκληρη χώρα, σαν να μην μιλούμε για ένα κοινωνικό πλέγμα σχέσεων που διέπονται από καθημερινές διαμεσολαβήσεις, σαν να μην μας ενδιαφέρει η επίτευξη της μίας και μοναδικής λύσης, αλλά μόνο πως θα “παίξουμε” στο επίπεδο των προσδοκιών. Και μάλιστα με ένα τρόπο επικοινωνιακού επαναπροσδιορισμού της κλίμακας μέτρησης των ωφελειών/χρησιμοτήτων (αξιοπρέπεια vs υλικών αγαθών).

Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

'Ωρα αποφάσεων

του Νικόλα Σεβαστάκη*

Απότομη προσγείωση, στροφή στον ρεαλισμό, «κυβίστηση». Αυτές είναι οι λέξεις που κυριαρχούν στα σχόλια για τη νέα ελληνική κυβέρνηση και την πορεία της. Εδώ και ένα μήνα και γύρω από το δράμα της διαπραγμάτευσης για τη λεγόμενη ενδιάμεση συμφωνία εκτυλίσσεται ένα δεύτερο δράμα με χαιρέκακες δικαιώσεις, αγωνίες διάψευσης, ιδεολογικά άγχη. Αυτό μάλιστα το δεύτερο δράμα φαίνεται πως θα έχει συνέπειες στη διαμόρφωση των κοινωνικών προσδοκιών στο επόμενο διάστημα.
Ηδη πάντως στην Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, μέσα και έξω από το κόμμα και στον περίγυρο, η συμφωνία με τους δανειστές χαρακτηρίστηκε «σοσιαλφιλελεύθερη». Αλλοι μάλιστα θα μιλήσουν για στρατηγική υποχώρηση της κυβέρνησης και για ανακωχή με στοιχεία πρώτης ήττας και ασύμμετρης αυτοϋπονόμευσης του σχεδίου ανάσχεσης του νεοφιλελευθερισμού. Πέρα πάντως από τα μισόλογα ή και τις σιωπές, είναι προφανές πως ένας κόσμος ανησυχεί και μουρμουρίζει με δυσφορία.
Ας το πούμε αλλιώς: Η κυβέρνηση «με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ» βιώνει ένα σοκ απομάγευσης του όλου αντιμνημονιακού ριζοσπαστισμού. Η συνάντηση με την πραγματικότητα της διακυβέρνησης μοιάζει με επώδυνη μαθητεία στις αποχρώσεις μιας πραγματικότητας που είναι αδύνατον να την περιγράψει το αφαιρετικό ζεύγος Μνημόνιο/Αντιμνημόνιο. Αυτό ήταν βέβαια φανερό εδώ και πολύ καιρό, αλλά η ιδεολογία και συγχρόνως τα κέρδη που εξασφάλιζε στον ΣΥΡΙΖΑ το σύνθημα «εμείς» ή «αυτοί» μπορούσαν να το κρύβουν.
Ο αριστερός ριζοσπαστισμός, στην παράδοξη συμμαχία του με την εθνικολαϊκή αγανάκτηση, αντιμετωπίζει πια με πιεστικό τρόπο την πρόκληση για αλλαγές στη σύστασή του, στη δομή των προσδοκιών του. Ο σκληρός οικονομικός και πολιτικός χρόνος, το επείγον των προβλημάτων, οι απαιτήσεις διοίκησης ενός προβληματικού κράτους και των θεσμών του, όλα αυτά δεν δίνουν χρόνο για αναβολή αποφάσεων.
Υπάρχουν όμως πολλά σοβαρά εμπόδια για τη διαχείριση αυτής της μετάβασης και των αναστατώσεών της. Εκτός, βεβαίως, από την εύθραυστη φύση των οικονομικών σχέσεων με την Ευρώπη και τα σοβαρά χρηματοδοτικά προβλήματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχτισε εκλογική δυναμική και ερείσματα επιμένοντας μονότονα σε μια πολεμική σύλληψη της κοινωνίας και των διλημμάτων της. Εκανε πολιτική με ισχυρά ηθικά λεξιλόγια (αξιοπρέπεια), ανασύροντας μια στοιχειώδη ταξική κοινωνιολογία και ανακυκλώνοντας νοσταλγικά κοιτάσματα από αντιστασιακές στιγμές του ιστορικού παρελθόντος.
Στοιχημάτισε πάνω από όλα στην ιδέα ενός καθαρτήριου Κινήματος, το οποίο και μόνο με την ύπαρξή του θα αποδεικνυόταν ικανό να κάμψει τις ανελαστικές κυριαρχίες στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Αφησε, έτσι, να καλλιεργηθεί η εικόνα του λαού στους δρόμους, ενός λαού που επιτελεί τη «λαϊκή εξουσία» και του οποίου η παρέμβαση στο θέατρο της πολιτικής θα ακύρωνε τυπικές δεσμεύσεις και θα διέγραφε ουσιαστικά τα κληροδοτημένα θεσμικά πλαίσια.
Μετά τις τελευταίες εξελίξεις όμως το τοπίο διαφέρει: το ερώτημα είναι αν μπορεί να υπάρξει ένας ριζοσπαστισμός της σύνεσης δίχως τη φαντασμαγορία της ρήξης και μιας θεαματικής σύγκρουσης με τους «φορείς του κακού». Αν υποθέσουμε πως στον πυρήνα κάθε ριζοσπαστισμού βρίσκεται η φαντασίωση της εκκίνησης από «μηδενική βάση», πώς μπορεί να γίνει αποδεκτή δίχως σοβαρούς τριγμούς η ιδέα για μερική (έστω) συνέχεια και προέκταση παλαιότερων σχέσεων και ρυθμίσεων; Μένει λοιπόν η εξής απορία: Μήπως η χώρα είναι καταδικασμένη να ζήσει σε μια ομιχλώδη προσαρμογή, σε μια γκρίζα ζώνη μεταξύ ευρωπαϊκής νομιμοφάνειας και ασκήσεων ανυπακοής;
Κανένας παρατηρητής δεν θα ήταν σε θέση να γνωρίζει εκ των προτέρων την κατεύθυνση των πραγμάτων. Η μετάβαση από τη λογική της ριζοσπαστικής βουλησιαρχίας σε έναν παραγωγικό πραγματισμό που θα παιχτεί στις λεπτομέρειες δεν είναι εύκολη. Κάποιος πρέπει να αναζητήσει αυτή τη μετάβαση, να την έχει ήδη προετοιμάσει ή έστω να την έχει υπόψη του προγραμματικά και ως μία εύλογη προοπτική. Σε ποια κατεύθυνση μπορεί να κινηθεί εφεξής η κυβέρνηση;
Πίσω από τις δυσκολίες της φάσης την οποία διανύουμε υπάρχει για μένα ένας συγκεκριμένος κίνδυνος: οι συμβιβασμοί ως προς το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και το σφιχτό δημοσιονομικό πλαίσιο να «αντισταθμιστούν» (ή μάλλον να γίνει προσπάθεια να καλυφθούν) από εθνικιστικές εκφωνήσεις ή από πρόχειρους και ασύντακτους θεσμικούς πειραματισμούς. Αυτό θα συνιστούσε όμως μία αρνητική εκδοχή «προσαρμογής στον ρεαλισμό»: θα έδειχνε απλώς ότι μαθαίνουν και αυτοί οι καινούργιοι τα πιο συμβατικά κόλπα του ρηχού πολιτικού θεάματος και της λαϊκής ικανοποίησης.
Θα ήταν αντιθέτως ένδειξη χρήσιμου αριστερού ρεαλισμού μια άλλη επιλογή: η απομάγευση της αντιμνημονιακής «φάσης» να δώσει ώθηση στην εκκοσμίκευση της ελληνικής ριζοσπαστικής Αριστεράς, σε μια κάποια υπέρβαση των σκληρών «θεολογικών» της καθηλώσεων σε εξαντλημένα και ανεδαφικά παραδείγματα. Μιλώ έτσι για μια ωρίμαση με όρους αλήθειας και διαυγούς εξήγησης των δυσκολιών της καινούργιας φάσης.
Σε αυτή την περίπτωση, ο κυβερνών ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αφήσει πίσω του τα σύνδρομα ηθικής δικαίωσης, τη ρητορική του κοινωνικού πολέμου και τους πειρασμούς για εθνική ενοχοποίηση των αντίθετων επιχειρημάτων ή των διαφορετικών ερμηνειών της κατάστασης. Χρειάζεται να αφήσει πίσω του το ευνουχιστικό φάντασμα της νέας Βάρκιζας, της «παράδοσης των όπλων» και της ταπεινωτικής οπισθοχώρησης, όλη αυτή την εσχάτως νεκραναστημένη ψευδοστρατιωτική ρητορική που διαβάζει κανείς εδώ κι εκεί ως συμβουλές αδιαλλαξίας και σθεναρής στάσης.
Μια τολμηρή πολιτική της αλήθειας στο κοινωνικό ζήτημα μαζί με τη συνειδητοποίηση ότι μεταρρύθμιση δεν μπορεί να σημαίνει την επιστροφή σε νόμους του 1985 ή σε ρυθμίσεις του 2000 θα ήταν στιγμές αφύπνισης που μπορεί να σώσουν την κατάσταση. Στην αντίθετη περίπτωση, η απομάγευση του αντιμνημονιακού ριζοσπαστισμού θα δώσει τη θέση της στην πικρόχολη απογοήτευση από την Αριστερά. Κι ακόμα χειρότερα, θα ωθήσει τμήματα του λαού στον πολιτικό κυνισμό και στον αντιδημοκρατικό μηδενισμό.
Αυτό που νομίζω πως δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ είναι ένα παιχνίδι των λέξεων δίχως ευθύνη για αντίστοιχες κυβερνητικές πράξεις πολιτικής: τόσο οι λεονταρισμοί των «όχι» (των «nein» του Μίκη Θεοδωράκη) όσο και μια επιδερμική «μεταρρυθμιστική» φρασεολογία που συνυπάρχει με πράξεις πισωγυρίσματος. Πιστεύω ότι το παιχνίδι με τις λέξεις, τόσο τις δήθεν ανατρεπτικές όσο και τις ψευδώς «ρεαλιστικές», έχει πλέον τεράστιο κόστος. Γι’ αυτό και η απόφαση για το ποιος δρόμος θα επιλεγεί με συνέπεια και ποιες λογικές θα πρέπει να εγκαταλειφθούν ως επιζήμιες είναι η κατεξοχήν πολιτική απόφαση της συγκυρίας: μια απόφαση για περισσότερη πολιτική και λιγότερη επικοινωνία, ακόμα και αν αυτοί οι δύο ταλαιπωρημένοι όροι του συρμού συνδέονται στενά στις σύγχρονες δημοκρατίες.
* Συγγραφέας και καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα των Συντακτών

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Σταδιακή βελτίωση και όχι καταστροφικοί ηρωισμοί


Του Αλέξανδρου Παπουτσή

Βρισκόμαστε στην τρίτη εβδομάδα μετά τις εκλογές τις 25ης Ιανουαρίου και τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτό το διάστημα έχουν γίνει πολλά. Οι δράσεις έφεραν αντιδράσεις, η αεικινησία της νέας κυβέρνησης διεθνοποίησε ξανά το πρόβλημα της Ελλάδας μετά το 2010 και τις ανάλογες τότε προσπάθειες, χωρίς όμως καμία βεβαιότητα αποτελεσματικότητας μέχρι στιγμής. Η αρχική εντύπωση υποστήριξης των ελληνικών αιτημάτων υποχώρησε καθώς μετά την απομάκρυνση της ελληνικής αντιπροσωπίας  από τις πρωτεύουσες, διαδοχικά οι εταίροι επανέλαβαν τις πάγιες θέσεις τους για συνέχιση μεταρρυθμίσεων και συνεργασία με την τρόικα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως όλη αυτή η προσπάθεια από ελληνικής πλευράς πήγε χαμένη καθώς υπήρξε μία σημαντική διαφορά σε σχέση με την προηγούμενη κυβέρνηση. Αντιστράφηκε το δόγμα «πρώτα υλοποιώ και μετά διαπραγματεύομαι», παρουσιάστηκε η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας με τρόπο πιο ρεαλιστικό από το «success story», το κοινωνικό ζήτημα μπήκε στο επίκεντρο των προσπαθειών και αμφισβητήθηκε ανοιχτά η ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική λιτότητας. Με μια πρώτη ματιά η νέα ελληνική κυβέρνηση φάνηκε να σπάει μία άρρητη συμφωνία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Με αφέλεια και θάρρος παραδέχεται και υπογραμμίζει ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός και πως πρέπει να υπάρξει αλλαγή πολιτικής. Η ευρωζώνη ήταν και παραμένει ο βασικός αποσταθεροποιητικός παράγοντας για την παγκόσμια ανάπτυξη.

Υπάρχουν όμως και αρνητικές πλευρές της προσπάθειας αυτής. Εμφανίζεται η ελληνική κυβέρνηση να ζητάει χρόνο μέσω ενός προγράμματος γέφυρα, μέχρι να παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομικών ισοδυνάμων που θα αντικαταστήσει το μνημόνιο. Θεμιτή, λογική απαίτηση λέμε εμείς εντός Ελλάδας αλλά άλλοι το βλέπουν ως αθέτηση συμφωνιών και ασυνέχεια του κράτους και δυσφορούν. Επιπλέον, ένα λογικό ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί τα 2-3 χρόνια αξιωματικής αντιπολίτευσης ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ετοίμαζε ένα τέτοιο σχέδιο ώστε σήμερα να είναι σε θέση να το παρουσιάσει. Εάν είχε έτοιμο ένα στοιχειώδες πρόγραμμα προοδευτικών μεταρρυθμίσεων, ένα στοιχειώδες σχέδιο δημοσιονομικών ισοδύναμων μέτρων, ένα στοιχειώδες πλάνο διαπραγμάτευσης με πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις και στόχους, με εντοπισμό των πιο αδύναμων, άδικων, αναποτελεσματικών σημείων του μνημονίου, με συγκεκριμένες απαιτήσεις θεσμικού τύπου ( π.χ κατάργηση της Τρόικα), με προτάσεις διαχείρισης του δημοσίου χρέους συμβατές με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, σήμερα θα βρίσκονταν σε πιο πλεονεκτική θέση.  Ένα σχέδιο ρεαλιστικό, δημοκρατικό, ευρωπαϊκό που θα πατάει πάνω σε δίκαια αιτήματα αλλά και σε επίπονες και άβολες αλήθειες, που δεν θα βασίζεται σε έναν άκρατο και μονομερή βολονταρισμό, με κέντρο τον ελληνικό εξαιρετισμό θα μπορούσε ενδεχομένως να προκαλέσει μεγαλύτερα ρήγματα στην γερμανικής εμπνεύσεως οικονομική πολιτική της λιτότητας.

Σε κάθε περίπτωση όμως η νέα κυβέρνηση πρέπει να έχει την απαραίτητη ευελιξία ώστε να μπορέσει να αποφύγει τη διεθνή και ευρωπαϊκή απομόνωση.  Να μην τυφλωθεί από την μεγάλη εσωτερική υποστήριξη που απολαμβάνει διότι αυτό δεν είναι ασφαλές κριτήριο ορθότητας – το διδάσκει η ελληνική Ιστορία πλείστες όσες φορές. Να επιδιώξει τη βάσανο της καθημερινής και σταδιακής βελτίωσης και όχι την καταστροφική γοητεία ηρωικών ενεργειών. Οι προγραμματικές δηλώσεις αρχικά δημιούργησαν ανησυχία όχι γιατί ήταν ριζοσπαστικές αλλά γιατί δεν φάνηκε να γεφυρώνουν το χάσμα με την κυρίαρχη πολιτική των εταίρων – δείγμα και αυτό της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Μια αμοιβαία επωφελής συμφωνία και ένας κοινός τόπος για τα μετέπειτα φαίνεται παρόλα αυτά να διαμορφώνεται οδεύοντας στο eurogroup. Εάν ξεπεραστεί ο σκόπελος της επί της αρχής συμφωνίας ακολουθεί μαραθώνιος για κυβέρνηση και ελληνική κοινωνία.  

ΠΗΓΗ: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 11/02/2015

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Το έθνος, το μνημόνιο και η κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας

Του Ανδρέα Γιάνναρου

Οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης εδράζονταν σε τρεις άξονες. Πρώτον, να τηρηθούν οι προεκλογικές δεσμεύσεις και οι εξαγγελίες για αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, δεύτερον να κρατηθούν ανοικτές οι θύρες της Ευρώπης και οι αντίστοιχες δεσμεύσεις και τρίτον να διαμορφωθεί μια νέα εθνική συλλογική ταυτότητα με ιδιαίτερες αναφορές την ενότητα, την αντίσταση, τον σεβασμό στον σύνταγμα και στις θυσίες των πολιτών.

Ο Α. Τσίπρας επιχείρησε να υπερβεί το δίπολο ανάμεσα στις δεσμεύσεις και τα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα από την Ευρώπη και το φιλόδοξο οικονομικό σχέδιο που εκπονήθηκε στην Θεσσαλονίκη προτάσσοντας άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε με κενά και επικλήσεις εθνικών συμβόλων μια δέσμη βασικών θέσεων που θα αποτελούσαν την βάση της νέας διακυβέρνησης.

Το σπάσιμο των προεκλογικών εξαγγελιών σε δύο χρονικές περιόδους, η δέσμευση για μικρό πρωτογενές πλεόνασμα, η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης έκλειναν ουσιαστικά το μάτι προς την πλευρά της Ευρώπης και την διαμόρφωση ενός πλαισίου συνεννόησης.
Επίσης η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς για διαγραφή του χρέους, άρσης των ιδιωτικοποιήσεων ή κατάργησης της τρόικας ήταν το πεδίο συνάντησης της κυβέρνησης με τις απαιτήσεις των εταίρων.

Από την άλλη η δέσμευση ότι θα καταργηθεί ο ΕΝΦΙΑ, ότι θα επανακτηθούν οι συλλογικές συμβάσεις και ο κατώτατος μισθός και ότι θα επιστραφεί ο 13ος μισθός των συνταξιούχων, οι επαναπροσλήψεις όσων απολύθηκαν στο δημόσιο, έστω όλα αυτά σταδιακά, αποτύπωναν ουσιαστικά και την προσπάθεια της κυβέρνησης να δείξει ότι τηρεί τις προεκλογικές της εξαγγελίες και δείχνει συνέπεια των λόγων της. Η μη ευκρινής ωστόσο περιγραφή του πλαισίου πάνω στο οποίο θα υλοποιηθούν αυτές οι δεσμεύσεις αναδείκνυαν και τις αντιφάσεις αυτής της στρατηγικής.

Το πρόγραμμα γέφυρα που έχει αναδειχθεί ως ο βασικός μοχλός διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης με τους εταίρους προς το παρόν δεν φαίνεται να αποσπάει συναινέσεις, μένει να εξειδικευθεί και να περιγράφει συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις.

Η επίκληση ωστόσο του Α. Τσίπρα ότι η προηγούμενη κυβέρνηση δεν πήρε εξάμηνη παράταση ήταν και μια έμμεση παραδοχή για την αναγκαιότητα της παράτασης και ενδεχομένως μια προσαρμογή της κυβέρνησης στις νέες συνθήκες σε περίπτωσης απόρριψης των προτάσεών της.

Όσον αφορά μερικές από τις χθεσινές εξαγγελίες, εντύπωση προκάλεσε η αναφορά για μείωση των κρατικών δαπανών και κατάργηση προνομίων που αφορούν περουσιακά στοιχεία του κράτους αλλά και δημοσίων λειτουργών. Μια κίνηση που πέρα από τους πολιτικούς και οικονομικούς και επικοινωνιακούς συμβολισμούς, επιχειρεί να ξεκλειδώσει την οργή ενός μεγάλου τμήματος πολιτών για την διαφθορά του πολιτικού συστήματος.

Στα θετικά η απόδοση ιθαγένειας, η αδειοδότηση από την αρχή των καναλιών, η διατήρηση της εθνικής εξωτερικής πολιτικής που έχει οικοδομηθεί εδώ και χρόνια (Κύπρος, Σκοπιανό), στα αρνητικά η οπισθοχώρηση όπως φαίνεται στην εκπαίδευση (τράπεζα θεμάτων, συμβούλια ιδρύματος), η παντελής έλλειψη για κάποιου είδους διαχωρισμό κράτους-Εκκλησίας (η κόκκινη γραμμή όπως φαίνεται της συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ), η επιστράτευση και πάλι των εξεταστικών επιτροπών για το μνημόνιο που φαίνεται ότι αποτελεί και διάθεση της κυβέρνησης να συντηρήσει τουλάχιστον φρασεολογικά την ιδιότυπη κόντρα με τους πολιτικούς της αντιπάλους.

Τέλος οι αναφορές του Α.Τσίπρα σε πολλά σημεία της ομιλίας του, για την αναγκαιότητα της χαμένης εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, αν και ξένισαν τα παραδοσιακά ακροατήρια της αριστεράς, είχαν σκοπό να ξεδιπλώσουν μια νέα μορφή διασύνδεσης της αριστεράς με το έθνος και την διαμόρφωση μιας νέας εθνικής συλλογικής ταυτότητας.

Οι επικλήσεις για κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας αντί για κυβέρνηση αριστεράς, για ανάκτηση της εθνικής αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας, αναδεικνύουν και την μεγάλη αυτή στροφή της κυβέρνησης προς ένα εθνικό ακροατήριο με έναν λόγο πιο συναισθηματικό, πιο ψυχολογικό, πιο αιχμηρό.

Αν δεν αποσαφηνιστεί όμως ο νέος αυτός αριστερός πατριωτισμός και δεν διαχωριστεί από τον εθνολαϊκισμό στην βάση υπαρκτών διλημμάτων, μνημόνιο αντιμνημόνιο χθες, με την κυβέρνηση ή με τους ξένους σήμερα, μπορεί να δημιουργήσει αντίρροπες δυνάμεις και να ενισχύσει αντιθεσμικές συμπεριφορές και νοοτροπίες.

Στο δια ταύτα, διάθεση συνεννόησης, ασάφειες και κενά, ρητορική έντονου εθνικού στοιχείου. Οι επόμενες ημέρες θα δείξουν τα περιθώρια, τις αντοχές και τις πιθανές προσαρμογές αυτού του σχεδίου...

ΠΗΓΗ : www.o-klooun.com

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

«Όπως αργεί το ατσάλι να γίνει κοφτερό...»




Του Ρωμανού Οικονομίδη
 
Λένε ότι ο χειρότερος εφιάλτης είναι να πραγματοποιηθεί το όνειρό σου. Έτσι κι εγώ, μεγαλωμένος σε ένα «αριστερό σπίτι», ποτέ δε φανταζόμουν ότι θα έγραφα αυτές τις γραμμές, με τον τρόπο που θα τις γράψω, για τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και την ταυτόχρονη εξαΰλωση του δικού μου κόμματος, της ΔΗΜΑΡ. 
 
Ωστόσο, το συγκεκριμένο κείμενο δε γράφεται ούτε ως αποδοκιμασία του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ως επικήδειος της ΔΗΜΑΡ. Γράφεται για να μεταφέρω τις δικές μου εμπειρίες, αυτές που αποκόμισα από τη συμμετοχή μου σε ένα διαφορετικό κόμμα της Αριστεράς και πώς βίωσα –σαν εξωτερικός παρατηρητής- την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, ελπίζοντας να εκφράσω κι άλλους της γενιάς μου.
Όπως αποδείχθηκε περίτρανα, στη σημερινή κυβέρνηση το αντιμνημονιακό μένος επιβλήθηκε του αριστερού και ευρωπαϊκού προσανατολισμού, οι οποίοι θα μπορούσαν να συνδυαστούν και να κυβερνήσουν. Λογικό από τη μία, αφού η ρητορική και οι επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ, δεν άφηναν τέτοια περιθώρια. Μοιραίο σφάλμα από την άλλη, για ένα νέο και ισχυρό κόμμα που φιλοδοξεί να διαμορφώσει συνειδήσεις. 
 
Η αλήθεια είναι ότι η λαϊκή εντολή δεν ήταν κυβέρνηση της Αριστεράς, ούτε καν κυβέρνηση με αριστερό χαρακτήρα. Οι ψηφοφόροι αντάμειψαν τα κόμματα που επέδειξαν αντιμνημονιακή συνέπεια και σίγουρα πολλές ήταν οι ψήφοι οργής. Όσο εύκολα κερδήθηκαν αυτές οι ψήφοι, τόσο εύκολα μπορούν να χαθούν. Κι αυτό, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν παίδευσε ποτέ το λαό και αριστερή κυβέρνηση χωρίς αριστερή παιδεία, δε γίνεται. 
 
Εκ διαμέτρου αντίθετα, τη νύχτα των εκλογών, τα συναισθήματα για όσους συντρόφους έμειναν στη ΔΗΜΑΡ και ήπιαν όλο το πικρό ποτήρι μέχρι τέλους. Ο κύκλος της Δημοκρατικής Αριστεράς κλείνει με το χειρότερο ίσως τρόπο. Κουρασμένη, απαξιωμένη και περιθωριοποιημένη οδηγήθηκε σε ένα ταπεινωτικό αποτέλεσμα που θα γραφτεί με μαύρα γράμματα στην ιστορία της Ανανεωτικής Αριστεράς. 
 
Από τη στιγμή που το κόμμα μετατράπηκε σε ιδιοκτησία, γεμίσαμε «μισθοφόρους και πραιτοριανούς» και ακόμα και η αξιοπρέπεια έγινε ζητούμενο. Δε θα πω ότι θα ξανασυναντηθούμε με όσους σμίξαμε. Το timing χάθηκε, οι ιδέες, οι προτάσεις και το αξιόλογο πολιτικό προσωπικό δόθηκαν προίκα αλλού. 
 
Ας μη δώσουμε υποσχέσεις που δε θα κρατήσουμε.


Παρόλα αυτά, η ΔΗΜΑΡ αποτέλεσε τεράστιο κεφάλαιο για τη χώρα και τη νέα γενιά σε μια δύσκολη περίοδο. Έφερε στο προσκήνιο ιδέες που αργότερα έγιναν πλειοψηφικές.
Ναι, ποτέ δεν κατάφερε να αποτυπώσει το παραπάνω γεγονός σε ποσοστά, αλλά θυμηθείτε:
*Μίλησε για δίκαιη λιτότητα και κατανομή των βαρών, όταν οι μεν έλεγαν ότι είναι αδύνατη η διαπραγμάτευση και οι δε μιλούσαν για καταγγελίες.
*Διακήρυξε ότι η Αριστερά δεν μπορεί να μένει στον απορριπτικό λόγο, αλλά και να προτείνει ρεαλιστικές λύσεις.
*Εισήγαγε στην ελληνική κοινωνία την έννοια των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων εν μέσω κρίσης, όταν οι κυβερνήσεις ισοπέδωναν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και οι αντιπολιτεύσεις αρνούνταν οποιαδήποτε αλλαγή.

Σταθμό στην πορεία της, βέβαια, αποτέλεσε η γενναία συμμετοχή της στην κυβέρνηση, εκεί όπου κόπηκε ο ομφάλιος λώρος και οι προσδοκίες για κάτι μεγαλύτερο από αυτό που αρχικά σκεφτήκαμε φούντωσαν. Τα πράγματα, όμως, ήταν πολύ πιο δύσκολα σε σχέση με αυτά που από αφέλεια νομίσαμε.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που ένιωσα ότι τα όπλα που είχε στη φαρέτρα του το κόμμα της Ανανεωτικής Αριστεράς, ήταν πολύ πιο αδύναμα από αυτά των πολιτικών του αντιπάλων. Με αποτέλεσμα πολλές φορές να δοκιμαστούν τα όρια της Αριστεράς και να καταλήξουμε η γραμμή μας να είναι το σύνολο των δισταγμών μας.

Για τους νέους που οργανωθήκαμε ανιδιοτελώς, αυτή η Αριστερά ήταν κάτι παραπάνω. Ένα δεύτερο σχολείο, θα έλεγα.

Ανησυχώ βλέποντας το φανατισμό και την ελαφρότητα πολλών «νεοαριστερών», οι οποίοι εύκολα περιπέφτουν σε αυθαίρετους μανιχαϊσμούς και υποκύπτουν στο λαϊκισμό. Κι εδώ, είναι μεγάλη και ιστορική η ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ για το όνομα της Αριστεράς, το οποίο θα παραδώσει στις επόμενες γενιές. Δεν έχει το μονοπώλιο όμως.
Εμάς, η δική μας Αριστερά, μας έμαθε για τον Μπερλίνγκουερ, τον Αγιέντε, τους δικούς μας Λεωνίδα Κύρκο, Μιχάλη Παπαγιαννάκη και πολλούς άλλους. Μορφές της που ένωναν, δεν αναβίωναν πάθη του παρελθόντος, ούτε δίχαζαν. 
 
Καταλάβαμε ότι εκτός από τους κοινωνικούς αγώνες, υπάρχουν και οι κοινωνικοί συμβιβασμοί, οι οποίοι είναι αναγκαίοι για την ομαλή λειτουργία της Δημοκρατίας, ειδικά σε περιόδους κρίσης.
Πέρα από τούτες τις ιδέες, έχουν μείνει δύο βαθύτερες αξίες, που αποτελούν εφόδιο ζωής.
Το πρώτο, είναι να αγωνίζεσαι για τις ιδέες σου, όσο μόνος κι αν είσαι, γιατί μόνο τότε είσαι ελεύθερος. Και το δεύτερο, να υπομένεις όταν σε λοιδορούν ή σε περιθωριοποιούν.
Κάναμε πράξη το πρώτο, τώρα ήρθε η ώρα για το δεύτερο. Μεγαλώσαμε με πρότυπα ανθρώπους της μεταπολίτευσης, οι οποίοι δεν ενέδωσαν στις σειρήνες του ΠΑΣΟΚ. Δε θα υποκύψουμε τώρα εμείς στον ΣΥΡΙΖΑ. 
 
Το όλο εγχείρημα της δημιουργίας της Δημοκρατικής Αριστεράς, θα μπορούσα να το συμπυκνώσω στο ερώτημα που μου έθεσε ένας σύντροφος και συμπατριώτης σε μια συνομιλία μας έξω από το 3ο Συνέδριο:
«Μήπως έπρεπε να μείνουμε και να παλέψουμε για τις ανανεωτικές μας ιδέες μέσα από ένα ευρύτερο σχήμα της Αριστεράς;»
Για να απαντήσει ο ίδιος αμέσως: «Όχι ρε γαμώτο! Δεν μπορώ να πείσω τον εαυτό μου ότι έκανα λάθος τότε που έφυγα!»

Η Δημοκρατική Αριστερά, μέσα από τις ιδέες και τις πράξεις της, κλόνισε πολλά από τα κακώς κείμενα της Αριστεράς και αμφισβήτησε ιδεολογήματα και μυθεύματα. Η ανάγκη της αμφισβήτησης όμως δεν «πνίγεται» εύκολα.
Πέρα από την κρίση, η γενιά μου έχει κάτι πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπίσει. Την έλλειψη μιας ουτοπίας, στην οποία θα αφοσιωθεί και θα παλέψει για να τη δει να πραγματώνεται.
Είμαστε καταδικασμένοι να κοιμόμαστε με όνειρα και να ξυπνάμε με ρεαλισμό.

Όσοι νέοι κάνουμε την επιλογή να μην ακολουθήσουμε τον ΣΥΡΙΖΑ και να μείνουμε σε μια δική μας, διαφορετική Αριστερά, είμαστε ηττημένοι και νικητές μαζί. Ηττημένοι για τους σημερινούς θριαμβευτές, αλλά και νικητές γιατί ανοίγουν νέοι δρόμοι στο διάβα μας.

Θα αγωνιστούμε για το σήμερα, αλλά θα κάνουμε και υπομονή για το αύριο. Ακριβώς όπως έγραψε ο Άρης Αλεξάνδρου: «Όπως αργεί το ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι, έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο. Σκοπός μας το μαχαίρι».

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Φουκουγιάμα έκανες λάθος


του Ρωμανού Οικονομίδη

Τις προάλλες είχα την ευκαιρία να παραβρεθώ σε ένα Συνέδριο οικονομίας και διεθνών σχέσεων. Εκεί, ένας εκ των ομιλητών -καθηγητής πολιτικών και οικονομικών επιστημών- ανέπτυξε στην ομιλία του τη σημασία της πτώσης του τείχους του Βερολίνου και τα συμπεράσματα που εξάγονται για το σήμερα. Βασική του ιδέα, λοιπόν, ήταν ότι το γεγονός αυτό πριν 25 χρόνια σηματοδότησε την νίκη της δυτικής δημοκρατίας και του καπιταλισμού έναντι του κομμουνιστικού μοντέλου. Παρατήρησε, όμως, στη συνέχεια ότι πολλά προβλήματα που νομίσαμε λυμένα, επανέρχονται στο προσκήνιο. Η αντίφαση αυτή, με έβαλε σε σκέψεις κι αυτές θα προσπαθήσω να αποτυπώσω σε τούτο το άρθρο.
 
Πράγματι, η επανένωση της πάλαι ποτέ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας, αποτέλεσε την αρχή του τέλους για τα κομμουνιστικά καθεστώτα. Βέβαια, οι άνθρωποι ήδη είχαν αρχίσει να γυρνάνε την πλάτη στον «υπαρκτό σοσιαλισμό», καθώς οι χιλιάδες Ανατολικογερμανοί που επιχειρούσαν να περάσουν στην αντίπερα όχθη, ήταν η κύρια αιτία της ανέγερσης του τείχους. Φαίνεται, όμως, ότι κανένα φυσικό εμπόδιο δεν μπόρεσε να αναστρέψει αυτήν τους την επιθυμία. Πολλοί, έτρεξαν να βροντοφωνάξουν πως από εκείνη την ημέρα και μετά, ο καπιταλισμός θα κατάφερνε να αναπτυχθεί ελεύθερος, να κυριαρχήσει και να δώσει απαντήσεις σε όλα τα προβλήματα των κοινωνιών. Η πραγματικότητα, όμως, 25 χρόνια μετά είναι διαφορετική. 



Μετά από μια περίοδο πλαστής ευμάρειας, η Ευρώπη αντιμετωπίζει την μεγαλύτερη εν καιρώ ειρήνης κρίση της και τα αιτήματα για περισσότερη Δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη και ορθολογικότερη ανάπτυξη ξαναγίνονται επίκαιρα. Αναμενόμενο, από την μια, καθώς στον 21ο αιώνα τίποτα δεν μένει στάσιμο, από την άλλη, μαρτυρά την αδυναμία των παραδοχών που έγιναν μετά την πτώση του τείχους και πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η οικοδόμηση της Ευρώπης. 
 
Συγκεκριμένα, αξίζει να αναρωτηθούμε από πού προήλθε η έντονη επιθυμία των λαών για μετάβαση στον δυτικό κόσμο. Προφανώς, δεν έγιναν ξαφνικά θαυμαστές του μοντέλου της ελεύθερης αγοράς, ούτε γοητεύτηκαν από το επιχειρείν. Η αλήθεια, ίσως βρίσκεται στο ότι από τη φύση του ο άνθρωπος θα κυνηγά συνεχώς την βελτίωση της ποιότητας της ζωής του. Έτσι, λοιπόν, με τα δεδομένα εκείνης της εποχής ελάχιστοι θα είχαν το κουράγιο να αγωνιστούν για μια «ουτοπία» που πολλές φορές εξελίχθηκε σε εφιάλτη, πολύ περισσότερο οι νέοι αυτών των καθεστώτων που δεν είχαν τις σκοτεινές εμπειρίες του Παγκοσμίου Πολέμου. Με αυτό τον τρόπο, ήρθε «το τέλος της ιστορίας» για τον κομμουνισμό ως μοντέλο οργάνωσης των κρατών. Εδώ, όμως, μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά. 



Αξίες και ιδέες όπως η δύναμη της συλλογικότητας, η δίκαιη λιτότητα, η αταλάντευτη προσήλωση στους εθνικούς στόχους, η εναρμονισμένη με την παραγωγή κατανάλωση, χάθηκαν αδικαιολόγητα από την καθημερινή ζωή των Ευρωπαίων. Εκ των πραγμάτων, αποδεικνύεται σήμερα ότι το μοντέλο του καπιταλισμού σε αυτή του μορφή είναι ανάπηρο και χρειάζεται άμεσα να μεταρρυθμιστεί προς άλλη κατεύθυνση. Συνεπώς, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε διάφορες αυθαίρετες παραδοχές που έγιναν στο παρελθόν και να μεταφέρουμε στο σήμερα τις αξίες που προανέφερα με τη μορφή γενναίων θεσμικών αλλαγών στην ευρωπαϊκή οικονομία. 

Αυτή η πρόταση, δεν έχει να κάνει με κανένα αναχρονισμό. Αναχρονισμός είναι να προσπαθείς να επαναφέρεις –και να πιστεύεις ότι- μια κατάσταση που ανήκει στην ιστορία και απέτυχε, θα δώσει απαντήσεις στο σήμερα. Ένα μεγάλο μέρος της Αριστεράς, απαλλαγμένο από τη δυσκολία της μεταφοράς των αξιών στη σημερινή πραγματικότητα, υποπίπτει σε αυτό το σφάλμα και υπόσχεται επιστροφή σε ένα παρελθόν, που όχι μόνο χρεοκόπησε, αλλά δεν ήταν και δικό της δημιούργημα. Πιστεύει, δηλαδή, αυτή η Αριστερά, ότι με την αύξηση της κατανάλωσης κι όχι της παραγωγής πρώτα, θα ανακάμψει η οικονομία. Αυτό, μπορεί να απαντάει σε ένα μέρος του προβλήματος, όπως στο Νότο (ειδικά στην Ελλάδα), αλλά ουσιαστικά αναπαράγει το παλαιό αποτυχημένο μοντέλο. 
 
Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι έπειτα από 25 χρόνια ευρωπαϊκής ιστορίας από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, οι «αλήθειες» που παρουσίασαν στους εαυτούς τους τόσο οι «ηττημένοι» του ανατολικού μπλόκ , όσο και οι «νικητές» του δυτικού κόσμου, έχουν καταρρεύσει. Των μεν από καιρό, των δε εσχάτως. Το διακύβευμα σήμερα, κι εδώ συνοψίζεται η ουσία του κειμένου, είναι αν θα μπορέσουμε να εισάγουμε πρώτα στην καθημερινότητα κι ύστερα στη Δημοκρατία και την οικονομία μας, αξίες και ιδέες του Σοσιαλισμού, που αισχυντηλά καταχωνιάσαμε χρόνια σε μια γωνιά, είτε ζαλισμένοι από την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, είτε από αφέλεια. Στο χέρι μας να αποδείξουμε στον Φουκουγιάμα πόσο λάθος έκανε.