Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική ΦΙλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική ΦΙλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Απριλίου 2015

Οι δυο δημοκρατίες

του Νικόλα Σεβαστάκη

Υπάρχει ως γνωστόν μια παλαιά γραμμή κατάκρισης της δημοκρατίας και των δημοκρατικών ατόμων. Στο στόχαστρο βρέθηκε η «υπερβολικά χαλαρή» κατάσταση των κοινωνικών ηθών κι άλλοτε πάλι μια καταστροφική για τις πολιτικές και πνευματικές ιεραρχίες, συνθήκη.  Ο Γάλλος ριζοσπάστης φιλόσοφος Ζακ Ρανσιέρ ισχυρίζεται πως από τους πλατωνικούς διαλόγους μέχρι τους σύγχρονους διανοητές που εξοργίζονται με την ασυδοσία των επιθυμιών, το βλέμμα των ελίτ διαμορφώνεται κατά βάση ως μίσος για τη δημοκρατία[1]. Υιοθετώντας διάφορα λεξιλόγια κατάκρισης –διατείνεται ο Ρανσιέρ- οι ελίτ αμφισβητούν τις εμπειρίες και τους τρόπους πρακτικής χειραφέτησης των απλών και καθημερινών ανθρώπων.
Το επιχείρημα είναι, παρόλα αυτά, μια εμφανώς μονόπλευρη και εσφαλμένη κατασκευή. Και είναι λάθος έστω και αν παραδεχτούμε ότι στηρίζεται σε ένα αναντίρρητο δεδομένο: ότι διαχρονικά υφίστανται ποικίλες εκδοχές αντιδημοκρατικού ελιτισμού και ολιγαρχικών εμμονών. Για παράδειγμα μέχρι τον εικοστό αιώνα σε πολλούς σημαντικούς λόγιους και συγγραφείς είναι ευδιάκριτη η επίδραση ενός αφελούς «πολιτικού πλατωνισμού»: η άποψη ότι η αυθεντική πολιτική γνώση προσιδιάζει σε μια μειονότητα αμερόληπτων ειδημόνων οι οποίοι και πρέπει να κυβερνούν δίχως να λογοδοτούν σε συμβατικές κοινοβουλευτικές ή άλλες «περιττές» διαδικασίες.
Ο Φλομπέρ, ο Έλιοτ ή ο Τζορτζ Στάινερ κάτι τέτοιο θα θεωρούσαν λυτρωτικό ως αντίδοτο στη μαζική δημοκρατική κοινοτοπία. Παρόμοιες ιδέες ενδέχεται να επιβιώνουν και τώρα σε διανοούμενους που έχουν κατατρομάξει από την άνοδο των ανορθολογικών και λαϊκιστικών τάσεων στις σύγχρονες κοινωνίες. Υπάρχει πράγματι ένα  νήμα που συνδέει την κριτική του πολιτισμού με σχήματα πεφωτισμένης ολιγαρχίας.
Καλό είναι όμως να αποδίδουμε δικαιοσύνη στα φαινόμενα παρατηρώντας και την άλλη πλευρά. Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια γύρω από τη λέξη δημοκρατία εκτυλίχτηκε ένα δράμα ιδεολογικής χρήσης και κατάχρησης. Κάποιοι ταύτισαν αυθαίρετα τη δημοκρατία με τη φαντασίωση της άμεσης ή αδιαμεσολάβητης έκφρασης του λαού και των αναγκών του. Άλλοι πάλι αναφέρονται κατ’ επανάληψη στη λαϊκή κυριαρχία προϋποθέτοντας ότι το περιεχόμενο των εθνικών και λαϊκών δικαίων είναι κάτι διάφανο και προκαθορισμένο. Διαδίδεται εντέλει ένας δημόσιος λόγος στον οποίο ο λαός,  η κοινωνία, το έθνος και η δικαιοσύνη φτιάχνουν μια σχεδόν μυστικιστική ενότητα σημαινόντων. Ο λαός μετατρέπεται σε ηθικό υποκείμενο ενώ η αγανάκτηση/ αντίσταση προβιβάζεται σε μοναδική εκδοχή ευαίσθητης κριτικής.
Στον ορίζοντα της νεωτερικής εποχής, όμως, η δημοκρατία οριοθετεί πάντα ένα πεδίο εντάσεων και αμφίβολων εκβάσεων. Δεν είναι μια απλή έννοια αλλά μια σύνθετη εμπειρία: συνδέεται αφενός με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας περιλαμβάνει όμως και τη μέριμνα για τις εγγυήσεις δικαίου, τον πλουραλισμό και την προστασία του ατόμου. Η επέκταση των ελευθεριών και η φροντίδα για μείωση των  μεγάλων ανισοτήτων είναι οι δυο ψυχές της δημοκρατικής δυναμικής. Είναι όμως και πηγή πολλών από τις έριδες της ιστορίας της.
Ζούμε όμως μια ρητορική που συγχέει την αγαθότητα των προθέσεων με τις «πολιτικές» μιας περιστασιακής πολιτικής πλειοψηφίας. Και αυτή η ρητορική μαρτυρά περισσότερο επιστροφή σε κακέκτυπα ιακωβινισμού παρά ανανέωση της δημοκρατικής σκέψης. Ο λαϊκίστικος εθνικισμός συνέχει την κυρίαρχη ελληνική ιδεολογία της τρέχουσας περιόδου.
Από την άλλη πλευρά όσοι ταυτίζουν τη δημοκρατία με έναν δογματικό εξισωτισμό και την άρνηση κάθε αυθεντίας προωθούν μια επιπλέον σύγχυση: αντιλαμβάνονται ως δημοκρατική μία πολύ ιδιαίτερη, αναρχική αντίληψη για την κατάργηση κάθε κοινωνικής και διανοητικής ιεραρχίας. Σε αυτή την περίπτωση, η αναφερόμενη «δημοκρατία» δεν έχει βέβαια σχέση με τη φιλελεύθερη δημοκρατία αλλά με τη ρομαντική αναπαράσταση της κοινότητας των ίσων. Έχουμε λοιπόν τη μια ή άλλη εξιδανίκευση της μικρής συνέλευσης η οποία υποθετικά ενσαρκώνει την αγνότητα της δημοκρατικής βούλησης.
Είτε έτσι είτε αλλιώς θα έλεγε κανείς ότι ζούμε την επέκταση του πεδίου των συγχύσεων, για να παραφράσω τον Ουελμπέκ. Ο ριζοσπαστισμός αποδεικνύεται ανίκανος να γειώσει ή να εκλεπτύνει την κριτική στις υπαρκτές παθολογίες των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Αυτή του η αδυναμία τρέπει συχνά τους φορείς του στη νοσταλγία για κάποια απατηλά «καθαρή» δημοκρατία η οποία θα έλυνε με μιας τόσο το κοινωνικό ζήτημα όσο και την κρίση εμπιστοσύνης στους πολιτικούς θεσμούς.
Η επιστροφή όμως στη μια ή άλλη μυθικο-εκστατική ιδέα «λαϊκής» δημοκρατίας είναι το τίμημα που πληρώνουμε για δύο εκτροπές των προηγούμενων χρόνων: τόσο για την υψηλόφωνη ηθικολογία της αγανάκτησης που δημιούργησε μορφές τύφλωσης όσο και για την προσφυγή σε μια τεχνοκρατική ατζέντα μεταρρύθμισης η οποία δεν πήρε στα σοβαρά το ζήτημα των ανισοτήτων.
Οι συζητήσεις για τη δημοκρατία θα είχαν πιθανότητες να γεννήσουν αποκρίσεις αν αφήναμε πίσω αυτές τις συμπληρωματικές αυταπάτες…
[1] Ζακ Ρανσιέρ, Το μίσος για τη δημοκρατία. Πολιτική, δημοκρατία, χειραφέτηση, (μετ: Βίκυ Ιακώβου), εκδόσεις Πεδίο, 2010.

ΠΗΓΗ: dimartblog.com

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

Ούλριχ Μπεκ: «Πρέπει να αλλάξει η αντίληψη που έχουμε για τον κόσμο»

Ο κόσμος ήταν ανέκαθεν γεμάτος κινδύνους, συχνά θανατηφόρους. Ο Ούλριχ Μπεκ είναι ο πρώτος κοινωνιολόγος που εκπόνησε ένα σύστημα αντιμετώπισής τους βασισμένο στην ίδια τη λογική των κινδύνων - διατυπωμένο στην περίφημη θεωρία του περί κοινωνίας του ρίσκου. Ο πυρήνας της θεωρίας είναι ότι το ρίσκο διαφέρει σαφώς από την καταστροφή: το ρίσκο είναι απλώς η πρόληψη μελλοντικών καταστροφών και η προβολή τους στο παρόν με στόχο την έγκαιρη ματαίωσή τους - μέσω της θεωρίας των πιθανοτήτων, ασφαλιστικών ρυθμίσεων και ποικίλων προληπτικών μέτρων. Η αρχική μορφή της θεωρίας ωστόσο, που εκπονήθηκε τη δεκαετία του '80, δεν ανταποκρίνεται πλέον στις σημερινές ανάγκες που είναι η αντιμετώπιση όλο και περισσότερων παγκόσμιων ρίσκων, όπως η κλιματική αλλαγή, η «νέα εξαθλίωση» εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων ή οι χρηματιστικές κρίσεις. Γι' αυτό και ο κ. Μπεκ την εμπλουτίζει συνεχώς με νέους όρους-κλειδιά: «μεταμόρφωση», «κοσμοπολιτικοποίηση», «απελευθερωτικός καταστροφισμός», «κοσμοπολιτικός ρεαλισμός», και πάει λέγοντας. Μερικούς από αυτούς τους εξηγεί στην παρακάτω συνέντευξη.

- Ο κόσμος μας δεν ήταν ποτέ άλλοτε τόσο πολύπλοκος, το λεγόμενο «πλανητικό χωριό» μοιάζει με κουβάρι. Για το ξετύλιγμά του χρειάζονται προφανώς καινούργιες έννοιες. Μία από αυτές, η «μεταμόρφωση», Verwandlung, είναι δική σας επινόηση. Αυτή ακούγεται πολύ ποιητικά - έχει όμως και επιχειρησιακή αξία;
«Νομίζω, ναι. Η μεταμόρφωση είναι έννοια που συνδυάζει την κατάρρευση μιας παλιάς τάξης πραγμάτων με το κανονιστικό πλαίσιο μιας υπό εκκόλαψη καινούργιας. Για τις κοινωνικές επιστήμες, η νέα τάξη πραγμάτων δεν είναι μονόπλευρη αλλά αμφίσημη. Παράδειγμα, η αλλαγή του κλίματος: Η αναζήτηση γρήγορων πολιτικών λύσεων δεν οδήγησε ως τώρα πουθενά - προκαλεί μόνο αμφιβολίες, για να μην πω απόγνωση. Αν όμως εγκαταλείψουμε την εμμονή σε εύκολες λύσεις και αποδεχθούμε ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί παγκόσμιο ρίσκο, που εμπεριέχει ταυτόχρονα τη δυνατότητα πρόληψης της καταστροφής, θα διαπιστώσουμε πως η αλλαγή αυτή δεν απειλεί μόνο το μέλλον μας αλλά έχει αλλάξει και το παρόν μας. Η ιδέα της μεταμόρφωσης αλλάζει εδώ και τώρα τις προϋποθέσεις για την απόκρουση της καταστροφής. Στη θέση του παλιού κανονιστικού ορίζοντα μπαίνει ένας καινούργιος. Στη βάση του μπορούμε να αναζητήσουμε κατόπιν λύση για το κλιματικό πρόβλημα παίρνοντας υπόψη τα συμφέροντα των φτωχών χωρών και οργανώνοντας με νέο τρόπο την κατανάλωση και τον καπιταλισμό».

- Στο Βερολίνο γίνεται αυτή την εποχή μια έκθεση με τον τίτλο «Anthropocene» («Εποχή του ανθρώπου»), που δείχνει ότι ο άνθρωπος έχει γίνει πλέον η σπουδαιότερη αιτία των γεωλογικών αλλαγών και ότι διαμορφώνει τη Γη κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν του...
«Το ξέρω, επειδή συμμετείχα στην επιστημονική προετοιμασία της έκθεσης».

- Πολλοί επισκέπτες αποκομίζουν την εντύπωση ότι η καταστροφή του περιβάλλοντος είναι πλέον τόσο γενικευμένη που η κλιματική αλλαγή αποτελεί δευτερεύουσα λεπτομέρεια.
«Ως λεπτομέρεια τη χρησιμοποίησα κι εγώ, για να δείξω ότι συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε τη ροή του κόσμου ως γραμμική εξέλιξη. Αυτό προκαλεί όμως απαισιοδοξία, επειδή υποβάλλει την ιδέα ότι πάμε συνεχώς από το κακό στο χειρότερο, με αναπόφευκτο τέλος την καταστροφή. Οσο όμως είμαστε ανίκανοι να καταλάβουμε ότι αυτό που πρέπει να αλλάξει δεν είναι ο κόσμος αλλά η αντίληψη που έχουμε φτιάξει για τον κόσμο, όπως υπαγορεύει η έννοια της μεταμόρφωσης, θα βρισκόμαστε στην κατάσταση μιας κάμπιας, η οποία πιστεύει ότι όλα γύρω της διαλύονται, δεν βλέπει όμως αυτό που βλέπουν όλοι οι άλλοι - ότι θα μπορούσε να μετατραπεί σε πεταλούδα».

- Σε τι διαφέρει η μεταμόρφωση από τα ως τώρα βασικά εργαλεία της κοινωνιολογικής ανάλυσης, όπως η κοινωνική αλλαγή ή η επανάσταση;
«Η κοινωνική αλλαγή λαμβάνει χώρα εντός μιας σταθερής δομής, που είναι η ταξική κοινωνία. Τέτοια αλλαγή αναπαράγει απλώς την κοινωνική δομή, γι' αυτό και είναι πάντα περιορισμένη. Η επανάσταση, πάλι, είναι δογματική: Λέει "αυτό πρέπει να γίνει"! Η μεταμόρφωση, αντίθετα, απλώς "συμβαίνει" - είναι το αποτέλεσμα αμέτρητων παράπλευρων αλλαγών στις οργανώσεις, στους θεσμούς και στην καθημερινή ζωή. Για αυτήν δεν ισχύει, όπως στην περίπτωση της επανάστασης, το διαζευκτικό "ή το ένα ή το άλλο", αλλά το συμπλεκτικό "και το ένα και το άλλο". Γι' αυτό και εν όψει των παγκόσμιων ρίσκων προσφέρει περισσότερες δυνατότητες για τη διάγνωση μιας κατάστασης και την πρόληψη της καταστροφής».

- Σε έναν «μεταμορφωμένο» κόσμο ανθούν και άλλες καινούργιες έννοιες, όπως η κοσμοπολιτικοποίηση. Εχει σχέση με τον κοσμοπολιτισμό;
«Ο κοσμοπολιτισμός είναι θεωρητική κατασκευή, που ανάγεται στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και χρησιμοποιήθηκε στη νεότερη εποχή από όλους τους μεγάλους διαφωτιστές - από τον Ιμάνουελ Καντ ως τον Γιούργκεν Χάμπερμας. Μόνο που ο όρος έχει ένα ψεγάδι: εκείνο της θαυμάσιας αλλά όχι ρεαλιστικής ιδέας. Η κοσμοπολιτικοποίηση, ως πρακτική διαδικασία, δεν έχει σχέση με τον κοσμοπολιτισμό. Με την έννοια αυτή θέλω να δείξω ότι στις αρχές του 21ου αιώνα ζούμε σε μια πραγματικότητα στην οποία δεν έχουν πλέον εφαρμογή οι μέχρι πρότινος ισχύουσες αρχές της συμβίωσης μεταξύ κρατών και ηπείρων. Επιγραμματικά, κοσμοπολιτικοποίηση σημαίνει τον εγκλεισμό των αποκλεισμένων - κάτι που συχνά γίνεται με καταναγκαστικό τρόπο. Ενα παράδειγμα για αυτό είναι τα εκατομμύρια άτομα από χώρες του Τρίτου Κόσμου, που για να επιζήσουν αναγκάζονται να πουλάνε σωματικά τους όργανα, όπως νεφρά, μάτια, ή συκώτι, σε πλούσιους ασθενείς στη Δύση. Το αποτέλεσμα είναι μια μοντέρνα μορφή συμβίωσης: η συγχώνευση δύο άνισων κόσμων μέσω της ιατρικής τεχνολογίας. Στα σώματα των ατόμων συνενώνονται ήπειροι, ράτσες, τάξεις, έθνη και θρησκείες. Μουσουλμανικά νεφρά καθαρίζουν χριστιανικό αίμα, άσπροι ρατσιστές αναπνέουν με πνεύμονες μαύρων. Ετσι προκύπτει ο λεγόμενος "βιοπολιτικός κοσμοπολίτης". Τέτοια λιγότερο φρικιαστικά δείγματα εγκλεισμού του αποκλεισμένου βλέπουμε άπειρα στην καθημερινή ζωή, για παράδειγμα, στα ράφια των καταστημάτων, που είναι γεμάτα με προϊόντα, που προέρχονται από την αδυσώπητη εκμετάλλευση των κατοίκων του Τρίτου Κόσμου από δυτικές επιχειρήσεις. Και αυτό αποτυπώνεται στα παγκόσμια ρίσκα, που εφορμούν στη ζωή μας: κλιματική αλλαγή, φτώχεια, πυρηνικά όπλα, χρηματιστική κρίση».

- Πώς επιδρά πολιτικά η κοσμοπολιτικοποίηση στην ευρωζώνη;
«Η κατάσταση στην Ελλάδα επηρεάζεται άμεσα από τις αποφάσεις που λαμβάνουν οι χρηματιστές σε άλλα μέρη του κόσμου. Αλλά και εδώ ισχύει η αμφισημία: από τη μία βλέπουμε ανθρώπους, όπως τους τραπεζίτες, να δρουν διακρατικά και να επηρεάζουν τη μοίρα εκατομμυρίων κατοίκων άλλων χωρών, από την άλλη όμως πολλά από τα "θύματά" τους να αντιδρούν ταυτιζόμενα είτε με τις δημοκρατικές δομές και την εθνική κυριαρχία της χώρας τους είτε με ευρωσκεπτικιστικά κινήματα».

- Σας φοβίζει η PEGIDA;
(σ.σ.: το ρατσιστικό κίνημα «Ευρωπαίοι πατριώτες εναντίον του εξισλαμισμού της Εσπερίας» που κάνει τελευταία θραύση στην Ανατολική Γερμανία)
«Οχι. Το φόντο του κινήματος είναι ότι μετά το 1989 οι Ανατολικογερμανοί αισθάνονταν μειονεκτικά έναντι των Δυτικογερμανών. Το συναίσθημα αυτό εκτονώνεται τώρα, ιδίως από εκείνους που δεν είχαν την ευκαιρία να ανέβουν επαγγελματικά και κοινωνικά. Από την άλλη όμως δεν έχει εμφανιστεί κάποιος διανοούμενος που θα έδινε φωνή και φτερά στο κίνημα. Γι' αυτό και νομίζω ότι σύντομα θα ξεθυμάνει - όπως και τόσα άλλα ως σήμερα».

-Τι ρόλο παίζει η κυβέρνηση Μέρκελ στην άνοδο του ευρωσκεπτικισμού;
«Πολύ άσχημο. Η γερμανική πολιτική της αποταμίευσης δίνει φτερά στους ευρωσκεπτικιστές όλων των χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας. Η λεγόμενη "τυχαία αυτοκρατορία" ("accidental empire") της γερμανικής αποταμιευτικής ορθοδοξίας έχει καταστρεπτικές συνέπειες στην Ευρωπαϊκή Ενωση: αυξανόμενα ποσοστά αυτοκτονίας στις χώρες του Νότου, τεράστια ανεργία στη νεολαία, αποσύνθεση των μεσαίων στρωμάτων, αυξανόμενη αντιγερμανική έχθρα σε Ελλάδα, Γαλλία και Ιταλία. Η "Ευρώπη των πολιτών", που θα συμπεριελάμβανε τους Ρώσους, είναι προς το παρόν ξένη στο Βερολίνο».

- Αναφορικά με την τρέχουσα διαμάχη μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας, έχω την εντύπωση ότι οι ρίζες της βρίσκονται στο 1989, όταν ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ μιλούσε για «κοινό ευρωπαϊκό σπίτι» και πολλοί γερμανοί πολιτικοί δήλωναν σύμφωνοι μαζί του. Δεν θα ήταν πολύ καλύτερο για τη Γερμανία να είχε προχωρήσει αυτή η ιδέα αντί να αντικατασταθεί από την ασταθή «στρατηγική συμμαχία» των δύο χωρών, που κατέρρευσε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα μόλις ξέσπασε η πρώτη σοβαρή κρίση, εκείνη της Ουκρανίας;
«Με την τελευταία διαπίστωσή σας συμφωνώ, όχι όμως με τον τρόπο με τον οποίο τη θεμελιώνετε. Περί το 1989 υπήρχαν όντως δύο ιδέες που ηλέκτριζαν την Ευρώπη: η μία ήταν να μπει η Ρωσία στο ΝΑΤΟ, η άλλη να μπει στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Για μένα ήταν θαυμάσιες και οι δύο. Και αυτό επειδή και μόνο μια τέτοια συμμετοχή θα ανάγκαζε τη Ρωσία να αλλάξει εσωτερικά προς όφελος της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δυσκολεύομαι να πω ποιος φταίει για την αποτυχία και των δύο. Προς το παρόν όμως βιώνουμε μιαν άλλη κατάσταση, η οποία προκύπτει από τη σύγκρουση δύο αντιθετικών αντιλήψεων αναφορικά με το έθνος: Από τη μία εκείνη της Μόσχας, η οποία εμμένει στο παραδοσιακό "εθνικό έθνος", από την άλλη αυτή του Βερολίνου, που προτάσσει το "ανοιχτό στον κόσμο έθνος" εν όψει της αβέβαιης τύχης όλων των εθνών. Η πρώτη αντίληψη στηρίζεται στην "αρχή της ανεξαρτησίας", που θέλει να βγει και μιλιταριστικά "από πάνω", η δεύτερη στην "αρχή της αμοιβαίας εξάρτησης", που αποβλέπει στη συνεργασία και στην πτώση των "τειχών". Είναι φανερό ότι οι δύο αυτές αντιλήψεις, που κατάγονται από διαφορετικούς αιώνες, είναι ασύμβατες. Αδηλο ποια θα επικρατήσει τελικά».

- Οι υπερχρεωμένες χώρες της ευρωζώνης, όπως η Ελλάδα, βρίσκονται τα τελευταία χρόνια σε ένα άτυπο καθεστώς εκτάκτου ανάγκης. Οι κυρίαρχοί τους θα έπρεπε να είναι, κατά τον Καρλ Σμιτ, οι εκάστοτε κυβερνώντες. Το αντίθετο όμως συμβαίνει. Οι κυβερνώντες είναι υποχείρια της τρόικας. Με την υποβάθμιση της εθνικής κυριαρχίας υποβαθμίζεται και η κυριαρχία τους επί του καθεστώτος εκτάκτου ανάγκης. Δεν είναι και αυτό μια επιπλέον απόδειξη ότι χρειαζόμαστε καινούργιες έννοιες για την κατανόηση της κρίσης;
«Απολύτως. Η αντίληψη του Καρλ Σμιτ έχει ως κεντρικό σημείο αναφοράς το εθνικό κράτος. Η λογική της όμως τίθεται εκτός λειτουργίας λόγω της κρίσης. Η λογική των παγκόσμιων ρίσκων λέει ότι οι κυβερνώντες των προβληματικών χωρών δεν διαθέτουν πλέον εκείνη την κυριαρχία που θα τους επέτρεπε να βρουν την απάντηση στην κρίση. Η εθνική κυριαρχία, αλλά και η εθνική περηφάνια, μπορεί να προκύψει μόνο από τη συνεργασία μεταξύ των εθνών και πρέπει να στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαιότητας. Η εθνική "παράγκα" του Καρλ Σμιτ δεν ενδείκνυται για αυτό».

- Είστε ευχαριστημένος με την ευρωπαϊκή πολιτική των Σοσιαλδημοκρατών στο πλαίσιο του κυβερνητικού συνασπισμού τους με τους Χριστιανοδημοκράτες;
«Οχι. Η ευρωπαϊκή γραφή των Σοσιαλδημοκρατών δεν είναι αναγνωρίσιμη στην κυβερνητική πολιτική. Κυριολεκτικά θάβεται. Θα ήταν καλό αν ένας από τους σοσιαλδημοκράτες υπουργούς παρουσίαζε ένα ευρωπαϊκό όραμα για την Ελλάδα ή για μια κοινωνική Ευρώπη. Τίποτε παρόμοιο όμως δεν συμβαίνει - και πρέπει να πω ότι αυτό με έχει απογοητεύσει».

-Τελευταία, αν και όχι με μεγάλη ένταση, έχει αρχίσει ξανά η συζήτηση για το Grexit, την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Θεωρείτε πιθανό τέτοιο ενδεχόμενο;
«Οχι. Κατ' αρχάς δεν υπάρχει καμία νομική βάση για αυτό. Υστερα δεν πρόκειται να γίνει ποτέ πράξη χωρίς την ενεργή συμμετοχή της Ελλάδας. Εξάλλου η Ευρωπαϊκή Ενωση θα πρέπει να αναλάβει την πλήρη αποκατάσταση για την Ελλάδα των ζημιών που θα προέρχονταν από τυχόν έξωση. Απορώ πώς μπορεί να γίνεται λόγος για τόσο εξωπραγματικά σενάρια, πέρα από το ότι δεν βλέπω κάποιον στη Γερμανία να τα υποκινεί».

- Η συζήτηση γίνεται με αναφορά σε ενδεχόμενη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ σε περίπτωση πρόωρων εκλογών...
«Η ευρωπαϊκή πολιτική της Γερμανίας καθορίζεται από τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Σοσιαλδημοκράτες. Τα δύο αυτά μεγάλα κόμματα συνεργούν στη διατήρηση της ενότητας της Ευρώπης ακόμη και όταν δεν συνεργάζονται στην κυβέρνηση. Και μόνο αυτό το γεγονός αποκλείει την έξωση. Εξάλλου η Ανγκελα Μέρκελ δήλωσε πρόσφατα σαφώς ότι η Ευρώπη και κατ' επέκταση η Γερμανία εξαρτώνται άμεσα από την ύπαρξη της Ελλάδας. Η διατήρησή της στην ευρωζώνη υπηρετεί και τα γερμανικά συμφέροντα. Η έξωση είναι λοιπόν αδιανόητη. Ολα τα άλλα είναι φλυαρίες». 
Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

Ζίγκμουντ Μπάουμαν: «Δεν είναι κρίση, είναι αναδιανομή πλούτου»


Ο επίτιμος καθηγητής κοινωνιολογίας Ζίγκμουντ Μπάουμαν μιλά για την κρίση, τον καταναλωτισμό, τις μορφές αντίστασης, την ανάγκη αλλαγής νοοτροπίας και το πώς βλέπει το μέλλον.


Τη συνέντευξη πήραν η Ντίνα Δαβάκη και ο Δημήτρης Μπούκας για την εφημερίδα Η Εποχή.

Η Ελλάδα και η Νότια Ευρώπη διέρχονται μια παρατεταμένη οικονομική κρίση και δέχονται συνέχεια σκληρά μέτρα λιτότητας. Ποια είναι η γνώμη σας για αυτά που συμβαίνουν;

Τα μέτρα συνδέονται με τα δάνεια που ζητούνται. Είναι σημαντικό όμως να δει κανείς για ποιο σκοπό χρησιμοποιούνται τα δάνεια που δίνονται στην Ελλάδα. Αν χρησιμοποιούνται για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, τότε απλά τρέφεται η ρίζα του προβλήματος και οι πολιτικές λιτότητας θα συνεχιστούν αμείωτες. Οι οικονομικές κρίσεις έχουν να κάνουν όχι με καταστροφή του πλούτου, αλλά με αναδιανομή του. Σε κάθε κρίση υπάρχουν πάντα κάποιοι που κερδίζουν περισσότερα χρήματα σε βάρος των άλλων. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, μετά την κρίση έχει παρατηρηθεί μια αργή ανάκαμψη, όμως το 93% του επιπλέον ΑΕΠ που δημιουργήθηκε, κατέληξε μόνο στο 1% του πληθυσμού.
Στα βιβλία σας έχετε πολλές φορές αναφερθεί στον καταναλωτισμό της σύγχρονης, μετανεωτερικής κοινωνίας. Σε τι βαθμό υπάρχει συμβατότητα μεταξύ καταναλωτισμού και μέτρων λιτότητας;
Μέχρι το 1970, υπήρχε μια κυρίαρχη κουλτούρα αποταμίευσης και οι άνθρωποι δεν ξόδευαν χρήματα αν δεν τα είχαν προηγουμένως κερδίσει. Μετά το 1970, και με τη συνδρομή πολιτικών όπως ο Ρέϊγκαν, η Θάτσερ και θεωρητικών όπως ο Φρίντμαν, το καπιταλιστικό σύστημα αντιλήφθηκε ότι υπήρχε παρθένο έδαφος που μπορούσε να κατακτηθεί. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήταν αυτή που είχε πει ότι ο καπιταλισμός αναζωογονείται μέσω νέων παρθένων περιοχών. Αλλά προέβλεψε λανθασμένα ότι όταν το σύστημα κατακτήσει όλα τα παρθένα εδάφη θα καταρρεύσει. Αυτό που δεν προέβλεψε ήταν ότι ο καπιταλισμός θα αποκτούσε την ικανότητα να δημιουργεί τεχνητές παρθένες περιοχές και να τις κατακτά. Μία από αυτές είναι οι άνθρωποι που δεν έχουν χρέη. Έτσι εφευρέθηκαν οι πιστωτικές κάρτες.

Διαμορφώθηκε λοιπόν μια κουλτούρα διαφορετική από αυτή της αποταμίευσης. Τώρα πλέον μπορούσε κανείς να ξοδεύει χρήματα που δεν είχε αποκτήσει. Η φάση μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης, που διήρκεσε από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα, βασίστηκε σε αυτήν ακριβώς την πίεση για δανεισμό. Κι όταν κανείς χρωστούσε η αντίδραση των τραπεζών δεν ήταν όπως παλιότερα, να στείλουν τον κλητήρα, αλλά το αντίθετο: έστελναν ένα πολύ ευγενικό γράμμα, με το οποίο προσέφεραν ένα νέο δάνειο για να αποπληρωθεί το προηγούμενο χρέος! Αυτό συνεχίστηκε για τριάντα χρόνια, μέχρι που ο Κλίντον εισήγαγε τα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου, που σήμαινε ότι ακόμη και οι άνθρωποι που δεν μπορούσαν να καλύψουν τα έξοδά τους με τα έσοδα, μπορούσαν να πάρουν στεγαστικά δάνεια κλπ. Τελικά αυτή η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο και έτσι δημιουργήθηκε η χρηματοπιστωτική κρίση.Παρόλα αυτά, η καπιταλιστική οικονομία φαίνεται να αντέχει.

Είχαμε, για παράδειγμα, το κίνημα «Καταλάβετε τη Wall Street», το οποίο έτυχε μεγάλης προσοχής από τα ΜΜΕ σε όλον τον κόσμο. Στο μόνο μέρος που δεν έγινε αισθητό ήταν στην ίδια τη Wall Street, η οποία λειτουργεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο! Και αυτό είναι το πρόβλημα. Κυριαρχεί η ιδέα, στο μυαλό της κας Μέρκελ και των άλλων πολιτικών, ότι ο μόνος τρόπος είναι να υποστηρίζονται οι τράπεζες για να μπορούν να δίνουν περισσότερα δάνεια. Αλλά αυτή είναι μια πολύ κοντόφθαλμη πολιτική, αφού αυτή η παρθένα περιοχή του καπιταλισμού έχει πια εξαντληθεί: Οποιοσδήποτε μπορούσε να χρεωθεί, έχει χρεωθεί! Ακόμα και τα εγγόνια σας είναι ήδη χρεωμένα, δεν υπάρχει αμφιβολία. Θα πληρώνουν αυτά τα τριάντα χρόνια καταναλωτικού οργίου. Κι ενώ στην αρχή η παρθένα περιοχή των ανθρώπων που χρεώνονται απέφερε τεράστια κέρδη, βαθμιαία τα κέρδη αυτά λιγόστεψαν και τώρα είναι μηδαμινά, σύμφωνα με το νόμο της φθίνουσας απόδοσης. Αυτό που γίνεται στην Ελλάδα τώρα είναι ότι η χώρα επενδύει σε φαντάσματα, αυτό ακριβώς είναι οι τράπεζες που δίνουν δάνεια!Ποια είναι η διέξοδος, αν, όπως είπατε σε μια ομιλία σας, «έχει το μέλλον Αριστερά»;
Μού ζητάτε να απαντήσω ένα ερώτημα το οποίο πολύ πιο έξυπνοι άνθρωποι, όπως ο Στίγκλιτς, δυσκολεύονται να απαντήσουν.Είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν ριζικές λύσεις. Κι εκείνο που με ανησυχεί, είναι ότι μεταξύ των πολιτικών θεσμών που έχουμε στη διάθεση μας, δεν υπάρχει ούτε ένας που να είναι σε θέση να παράσχει μακροπρόθεσμες λύσεις. Όλες οι κυβερνήσεις υπόκεινται στους, κατά τον R.D.Laing[1], διπλούς δεσμούς, που στην περίπτωση των κυβερνήσεων, για να χρησιμοποιήσω μια αναλογία, συνίστανται στις πιέσεις που δέχονται. Από τη μία για να επανεκλεγούν πρέπει να αφουγκράζονται τα αιτήματα του λαού, εκούσια ή ακούσια, και να υποσχεθούν την ικανοποίησή τους. Από την άλλη, όλες οι κυβερνήσεις, δεξιές και αριστερές, αδυνατούν να τηρήσουν τις προεκλογικές τους δεσμεύσεις λόγω των χρηματιστηρίων και των τραπεζών. Για παράδειγμα, όταν η κυρία Μέρκελ και ο κύριος Σαρκοζί συναντήθηκαν μια Παρασκευή να διαβουλευτούν για το μνημόνιο της Ελλάδας, έλαβαν και κοινοποίησαν κάποιες αποφάσεις, και έτρεμαν όλο το σαββατοκύριακο μέχρι να ανοίξουν τα χρηματιστήρια τη Δευτέρα.

Δεν ξέρω αν η άποψη του Laing είναι σωστή ή λάθος ως προς την οικογένεια, αλλά θεωρώ ότι έχω δίκιο όταν υποστηρίζω πως ισχύει στην περίπτωση των κυβερνήσεων.Ο κόσμος ψηφίζει από απογοήτευση. Εχουμε ολοένα και πιο συχνές εναλλαγές Δεξιάς και Αριστεράς. Στα πλαίσια της ίδιας κρίσης, ο αριστερός Θαπατέρο ηττήθηκε από τον δεξιό Ραχόι στην Ισπανία, ενώ στη Γαλλία ο δεξιός Σαρκοζί αντικαταστάθηκε από τον σοσιαλιστή Ολάντ. Αυτό ακριβώς εννοώ με τον όρο διπλοί δεσμοί. Από τη μία η πίεση του εκλογικού σώματος και από την άλλη το παγκόσμιο κεφάλαιο, χρηματιστήρια, τράπεζες, επενδυτές, που υπερβαίνουν οποιαδήποτε κυβέρνηση.

Μέχρι και οι ΗΠΑ είναι καταχρεωμένες. Φαντάζεστε να ζητήσουν οι δανειστές της αμερικανικής κυβέρνησης άμεση εξόφληση του χρέους; Η αμερικανική οικονομία θα καταρρεύσει εν ριπεί οφθαλμού. Σε συνθήκες διπλών δεσμών, τόσο στην ψυχολογία όσο και στην μακροοικονομία, δεν υπάρχει επιτυχής διαφυγή. Πρέπει να αλλάξει το σύστημα εκ βάθρων και αυτό χρειάζεται χρόνο.

Ναι, χρειάζεται ριζική λύση. Ποιά η γνώμη σας για τα κινήματα στη Νότια Ευρώπη; Εμείς ελπίζουμε πως τα κινήματα βάσης φαίνονται να ενισχύονται ολοένα. Είναι η πρώτη φορά, που στην Ελλάδα παρατηρούνται ομοιότητες με τα μέσα της δεκαετίας του ’70, μετά την πτώση της δικτατορίας. Υπάρχει συσπείρωση των πολιτών και νομίζουμε πως είναι πολύ καλός οιωνός και ελπιδοφόρος.
Είναι η μόνη ελπίδα. Στο «Ημερολόγιο μιας κακής χρονιάς» ο Νοτιοαφρικανός συγγραφέας Κούτσι επανεξετάζει τις βασικές αρχές που διέπουν τη σκέψη μας, τα θεμέλια του στοχασμού μας, που θεωρούνται δεδομένα. Ο αρχαίος ελληνικός όρος είναι «δόξα» και υποδηλώνει τις ιδέες με βάση τις οποίες σκεπτόμαστε, που όμως δεν αμφισβητούμε (ΣτΜ «δοξασία» στα νέα ελληνικά). Μας διευκολύνουν να κατανοήσουμε τι γίνεται γύρω μας ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε, αλλά δεν υπόκεινται σε έλεγχο. Τις αποδεχόμαστε σιωπηρά.  Ο Κούτσι τις θέτει σε αμφισβήτηση. Και λέει λοιπόν: «Αν θέλουμε πόλεμο, τον έχουμε. Αν επιθυμούμε ειρήνη, μπορούμε να την αποκτήσουμε. Αν αποφασίσουμε πως τα έθνη πρέπει να δρουν σε καθεστώς ανταγωνισμού και όχι φιλικής συνεργασίας, αυτό θα γίνει». Επομένως, κάθε αλλαγή είναι εφικτή.
Είναι θέμα πολιτικής βούλησης…

Στη θέση των ιδιωτικών επιχειρήσεων, μπορούμε να έχουμε συνεταιρισμούς. Oταν έκανα τη διατριβή μου για υφηγεσία στο LSE, το θέμα μου ήταν η κοινωνιολογική ανάλυση του βρετανικού εργατικού κινήματος. Πώς από την παρακμή του στο τέλος του 19ου αιώνα εδραιώθηκε και απέκτησε ισχύ τον 20ο. Δεν έγινε χάρη στις τράπεζες, ούτε χρηματοδοτήθηκε από ιδρύματα. Ενισχύθηκε όμως από το συνεταιρισμό καταναλωτών Ροτσντέιλ, που ήταν ο πρώτος συνεταιρισμός το 19ου αιώνα. Τα μέλη του αποφάσισαν να σταματήσουν να αγοράζουν από τα μαγαζιά, να μην πληρώνουν τους κεφαλαιούχους, αλλά να διανέμουν τα έσοδα του συνεταιρισμού στα μέλη του και στις τοπικές κοινότητες. Ο Ροτσντέιλ δεν ήταν ο μόνος, υπήρχαν κι άλλοι. Υπήρχαν τα ταμεία αλληλοβοήθειας, που με μια μικρή συνδρομή, τα μέλη σε περίπτωση δυσκολίας μπορούσαν να δανειστούν χρήματα και να μην καταφύγουν στην τράπεζα. Αυτά τα ταμεία δεν ήταν κερδοσκοπικά. Επομένως δεν είναι αποκύημα της φαντασίας του Κούτσι, αλλά εφικτό το να γίνουν αλλαγές. Προΰποθέτουν όμως επανάσταση στο επίπεδο της κουλτούρας και νοοτροπίας.

Στην Ελλάδα της κρίσης υπάρχουν παρόμοιες πρωτοβουλίες των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, που παρακάμπτουν το μεσάζοντα και αγοράζουν από τους παραγωγούς και πωλούν σε τιμές κόστους απευθείας στους καταναλωτές. Μόνο έτσι μπορούν να αντεπεξέλθουν οι πολίτες , των οποίων η αγοραστική δύναμη έχει μειωθεί στο μισό από τις αλλεπάλληλες περικοπές. Πρόκειται για έγκλημα…
Αν τελικά η αλλαγή νοοτροπίας έχει αρχίσει, είναι μια αργή και μακροπρόθεσμη διαδικασία, που πρέπει να υπερνικήσει ισχυρότατους αντιπάλους. Ετσι όταν μιλάμε για λύσεις, το μείζον πρόβλημα δεν είναι το να βρούμε το τι είναι αναγκαίο να γίνει. Σ’ αυτό εύκολα μπορούμε να πετύχουμε σύγκλιση απόψεων. Το θέμα είναι το ποιός θα το κάνει.

Μήπως οι αγανακτισμένοι πολίτες;

Σίγουρα όχι τα πολιτικά κόμματα, οποιασδήποτε απόχρωσης. Ούτε οι κυβερνήσεις, που δεν ελέγχουν την οικονομία, οι δυνάμεις τις οποίας είναι παγκόσμιες. Τα κράτη είναι εξ ορισμού υποχρεωμένα να δρουν στα πλαίσια της επικράτειάς τους. Η οικονομία δεν ασχολείται πλέον με το τοπικό επίπεδο, τη νομοθεσία του τόπου, τις προτιμήσεις ή σύστημα αξιών των κατοίκων του. Μόλις διαπιστωθεί σύγκρουση, παίρνουν τα laptop, τα i-pad και i-phones και μετακομίζουν σε χώρες σαν το Μπανγκλαντές, όπου βρίσκουν απρόσκοπτη πρόσβαση σε εργατικά χέρια που κοστίζουν 2 δολάρια τη μέρα.  Υπάρχει αυτό που ο Ισπανός κοινωνιολόγος Μανουέλ Καστέλς αποκαλεί «χώρο των ροών» (space of flows). Εκατομμύρια δολλάρια μεταφέρονται ελεύθερα, με το πάτημα ενός πλήκτρου στον υπολογιστή. Έτσι λοιπόν, από τη μια μεριά έχουμε την εξουσία που είναι απελευθερωμένη από τον πολιτικό έλεγχο, και από την άλλη έχουμε την πολιτική, που συνεχώς πάσχει από έλλειμα εξουσίας, μια και η εξουσία εξατμίζεται στον χώρο των ροών.

Εννοείτε ότι η πολιτική είναι τοπική, ενώ η εξουσία παγκόσμια…
Ακριβώς. Και ο πιο αδύναμος κρίκος δεν είναι η κοινότητα, η πόλη ή οποιαδήποτε άλλη μορφή τοπικότητας, αλλά το ίδιο το κράτος, που είναι παγιδευμένο μεταξύ δύο πυρών, του έθνους από τη μια και των αγορών από την άλλη. Και οι πρωτοβουλίες που αναφέρατε γεννιούνται στο υπο-εθνικό επίπεδο. Οι θεσμοί του εθνικού επιπέδου (κόμματα, κυβέρνηση, βουλή κλπ.) δε μπορούν  να αντεπεξέλθουν στη διπλή αυτή πίεση.

Οι πολίτες στην προσπάθεια τους να προστατευθούν από τις επιπτώσεις αυτών των ανώνυμων δυνάμεων της αγοράς, αντιδρούν με τον παραδοσιακό τρόπο, δηλαδή οργανώνονται με γνωστούς τους, γείτονες, με όλους αυτούς με τους οποίους αντιλαμβάνονται από κοινού πως η βελτίωση του τόπου τους θα έχει θετικό αντίκτυπο σε όλους και δεν είναι ανταγωνιστικό παιχνίδι με νικητές και ηττημένους.
Γίνεται στις μέρες μας συχνά λόγος για δίκτυα…

Ξέρετε, αντιμετωπίζω τον όρο αυτον με δυσπιστία. Τα δίκτυα έχουν να κάνουν με την επικοινωνία και η επικοινωνία περικλείει ταυτόχρονα τη δυναμική της σύνδεσης και τη δυναμική της αποσύνδεσης. Προτιμώ να μιλώ για κοινότητα, γιατί αυτός ο όρος εμπεριέχει την έννοια της δέσμευσης, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση των δικτύων. Σήμερα, μπορεί κανείς να έχει εκατοντάδες φίλους σε ένα online δίκτυο και απλά κάποια στιγμή να σταματήσει να επικοινωνεί με κάποιους, χωρίς να χρειαστεί καν να εξηγήσει γιατί ή να ζητήσει συγγνώμη.

Στις τελευταίες εκλογές στην Ελλάδα, ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε ποσοστό περίπου 27% για πρώτη φορά στην ιστορία. Η δέσμευσή του είναι ότι θα σταματήσει την αποπληρωμή του χρέους και τα μέτρα λιτότητας που έχουν επιβληθεί.


Από μια άποψη ήταν ευτυχής συγκυρία που η Αριστερά δε μπόρεσε να γίνει κυβέρνηση. Μπορώ να φανταστώ τη δυσκολία της θέσης της απέναντι σε πολιτικές που έχουν επιβληθεί, όχι από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά από τις ανώνυμες δυνάμεις της αγοράς. Όσο ισχυρή θέληση και καλή οργάνωση και να έχουν τα κόμματα, δε νομίζω ότι μπορούν να καταφέρουν κάτι αν δεν αλλάξει το σύστημα. Όπως ανέφερα, εκείνο που παρατηρείται σήμερα, είναι η αποκοπή της εξουσίας από την πολιτική.

Ως εξουσία αντιλαμβάνομαι την ικανότητα να κάνει κανείς κάποια πράγματα. Ως πολιτική αντιλαμβάνομαι την ικανότητα να αποφασίζει κανείς τι πρέπει να γίνει. Παλιότερα, το ζητούμενο ήταν να επιβάλλει κανείς τη δική του πολιτική ατζέντα. Ήταν δεδομένο ότι το κράτος θα υλοποιούσε την όποια ατζέντα. Σήμερα, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δεν εννοώ ότι το κράτος είναι τελείως ανίσχυρο, αλλά ότι έχει περιορισμένα περιθώρια ελιγμών. Έτσι, μπορεί π.χ. να αποφασίσει ποιούς θα φορολογήσει περισσότερο, αλλά δεν έχει λόγο στα μεγάλα προβλήματα. Όλοι οι πολιτικοί θεσμοί που δημιουργήθηκαν μεταπολεμικά, βασίζονταν στην αντίληψη ότι το κράτος είναι ικανό να διαχειριστεί την οικονομία, την άμυνα, όπως και τις πολιτισμικές νόρμες μιας κοινωνίας. Αλλά τώρα πια η ιδέα της εθνικής κυριαρχίας αποτελεί αυταπάτη, αφού δεν υπάρχει ούτε ένα έθνος που να είναι κυρίαρχο. Ακόμη και πολύ θαραλλέοι πολιτικοί, όπως ο Λούλα στη Βραζιλία, χρειάζεται να παρακολουθούν τις αντιδράσεις των αγορών όταν υιοθετούν τη μια ή την άλλη πολιτική.Αντίθετα, κυριαρχούν τα χρηματιστήρια που δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να παρακολουθούν τις ισοτιμίες των νομισμάτων κι όταν εντοπίσουν μια αδυναμία, να τη διογκώνουν μέχρι να πάρει διαστάσεις τεράστιου προβλήματος, μέσω των ΜΜΕ και της πληροφορικής, ώστε να οδηγήσουν σε πτώση των μετοχών και υποτιμήσεις και να δημιουργήσουν συνθήκες κερδοσκοπίας για το μεγάλο κεφάλαιο.

Πώς μπορεί να επέλθει η αλλαγή; Πώς είναι δυνατόν το σύστημα της αγοράς να παραμένει τόσο σταθερό σ’ένα περιβάλλον γενικής ρευστότητας, για να χρησιμοποιήσουμε δικούς σας όρους;

Όπως σάς είπα, δε βλέπω κάποια αρχή ικανή να επιβάλει κάτι διαφορετικό και πιστεύω ότι για να υπάρξει θα περάσουν δεκαετίες, δεν είναι κάτι που θε εμφανιστεί μέχρι τις επόμενες εκλογές. Η μόνη ριζική λύση που βλέπω είναι να εδραιωθεί ένας τρόπος ζωής, που θα καταστήσει το υπάρχον σύστημα έκπτωτο. Δηλαδή, να σταματήσει το σκεπτικό τού να δανείζεται κανείς για την απόκτηση αυτοκινήτου ή σε επίπεδο κρατών, το να καταφεύγουν σε δανεισμό για να μειώσουν τους φόρους για τους πολύ πλούσιους, και να υιοθετηθεί ένας τρόπος ζωής, που θα παρέχει σε κάποιο βαθμό ασφάλεια σε όλους. Σε τέτοιο περιβάλλον οι κερδοσκόποι δεν μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα.

Δηλαδή ένας αντικαταναλωτικός τρόπος ζωής.


Ακριβώς. Το μισό πρόβλημα είναι ο υπερβολικός καταναλωτισμός της σπατάλης, που κυριαρχεί. Γι’ αυτό και κανένα επίδοξο κόμμα εξουσίας δεν υπόσχεται στους ψηφοφόρους πως θα πατάξει τον καταναλωτισμό. Δεν μιλάμε φυσικά για λιτότητα, αλλά για αλλαγή νοοτροπίας και τρόπου ζωής, με έμφαση στην ικανοποίηση των αναγκών και όχι την ικανοποίηση των καταναλωτών. Ο κόσμος τότε δεν θα σπαταλάει χρήματα για την απόκτηση διάφορων gadgets, όπως για παράδειγμα το να αγοράζεις καινούριο κινητό, χωρίς το παλιό να έχει βλάβη…
Αυτό γίνεται γιατί οι κατασκευαστές των gadgets διασφαλίζουν ότι μόλις εισαχθεί το νέο μοντέλο μιας συσκευής τα παλιότερα θα γίνουν παρωχημένης τεχνολογίας και αυτό ακριβώς τονίζουν όταν τα διαφημίζουν. Τέτοια τεχνάσματα χρησιμοποιούν για να παγιδεύουν τους καταναλωτές.


Φυσικά. Τα διαφημιστικά κόλπα αρχίζουν από τις διαφημίσεις στην παιδική τηλεόραση, όταν π.χ. τα νέα μοντέλα αθλητικών παπούτσιών παρουσιάζονται με τέτοιον τρόπο, που κάνει τα παιδιά να αισθάνονται πως θα γίνουν ρεζίλι στο σχολείο αν εμφανιστούν με παλιότερα. Μ’αυτόν τον τρόπο ασκούνται πιέσεις από παντού και απαιτείται θάρρος και αντοχή για να αντισταθεί κανείς στον καταναλωτισμό. Κάποιοι το κατορθώνουν και δημιουργούνται μικροί πυρήνες, όπως για παράδειγμα στην Ιταλία υπάρχει το κίνημα «slow food», που έχει εξαπλωθεί σε 160 χώρες ή το «Cittaslow», που αποσκοπεί στην επιβράδυνση του ρυθμού ζωής στα αστικά κέντρα και στη διασφάλιση της ποιότητας ζωής, αντί για την ποιότητα της κατανάλωσης. Τέτοιες πρωτοβουλίες αποτελούν «νησάκια» σε ένα αρχιπέλαγος. Από αυτό το σημείο ως τη ριζική αλλαγή νοοτροπίας είναι μακρύς ο δρόμος.  Με παρηγορεί όμως η σκέψη πως κάθε πλειοψηφία στην ιστορία ξεκίνησε ως μειοψηφία κι έτσι το ίδιο μπορεί να συμβεί και με τις κινήσεις που αναφέραμε. Δεν έχω δυστυχώς άλλο όραμα να σας προσφέρω.

Ποιός θεωρείτε ότι είναι ο ρόλος των διανοούμενων σε αυτήν την προσπάθεια;

Η διανόηση έχει γίνει κι αυτή ένα προϊόν που πωλείται και αγοράζεται και αυτό ισχύει για όλους, τόσο συντηρητικούς, όσο και προοδευτικούς. Παλιότερα, ας πούμε στη δεκαετία του ’30, υπήρχαν διανοούμενοι με κάποιο όραμα, κομμουνιστικό ή ακόμη και φασιστικό. Σήμερα οι διανοούμενοι με όραμα είναι πολύ λίγοι. Ο Μισέλ Φουκώ έχει πει ότι δεν υπάρχουν πια ολοκληρωμένοι διανοούμενοι: οι πανεπιστημιακοί στηρίζουν τα πανεπιστήμια, οι καλλιτέχνες τα θέατρα, οι γιατροί τα νοσοκομεία, η κάθε κατηγορία τα δικά της επαγγελματικά συμφέροντα. Λείπουν οι διανοούμενοι που θα στοχαστούν με πλαίσιο αναφοράς την ανθρωπότητα ολόκληρη.

Αυτή η απουσία έχει να κάνει με τη σχετικοποίηση και την εμπορευματοποίηση της γνώσης;

Οι διαδικασίες της εμπορευματοποίησης, της απορρύθμισης, του ατομισμού χαρακτηρίζουν όλες τις πλευρές της σύγχρονης κοινωνίας. Έτσι δεν υπάρχουν πια «κέντρα βάρους», σημεία συνεύρεσης, και «εργοστάσια αλληλεγγύης». Όλα είναι σκόρπια, ρευστά. Συνεργαζόμαστε στιγμιαία για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος και στη συνέχεια μεταπηδάμε σε κάτι άλλο, όταν βαρεθούμε, και όχι όταν το πρόβλημα έχει επιλυθεί. Δεν υπάρχει αγκυροβόλι.

Αν λοιπόν, όπως περιγράφετε και στα βιβλία σας, ζούμε πια σε ένα μεταμοντέρνο, ρευστό κόσμο, μια ρευστή μετανεωτερικότητα, ποιά θα είναι η διάδοχη κατάσταση;

Χρησιμοποιώ, όπως ίσως ξέρετε, τον όρο interregnum, που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Τίτο Λίβιο για να περιγράψει την κατάσταση στη Ρώμη μετά το θάνατο του Ρωμύλου, που βασίλεψε για 37 χρόνια, όσο ήταν τότε ο μέσος όρος ζωής. Μετά το θάνατό του, ελάχιστοι Ρωμαίοι θυμούνταν τη Ρώμη πριν το Ρωμύλο. Οπότε επικρατούσε μια κατάσταση τραγικής αβεβαιότητας και έλλειψης προσανατολισμού, μέχρι να βρεθεί βασιλιάς.

Ο Γκράμσι δανείστηκε τον όρο και τον προσάρμοσε για να περιγράψει μια κατάσταση όπου οι παλιές πρακτικές δεν είναι πια αποτελεσματικές, ενώ νέοι τρόποι δεν έχουν ακόμα εφευρεθεί. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλέψουμε ποιοί θα είναι αυτοί οι τρόποι. Ίσως σε άλλα σημεία της υδρογείου να έχουν ήδη βρεθεί και να μην το γνωρίζουμε. Αυτό το μαθαίνουμε πάντα εκ των υστέρων. Στη διάρκεια του 20ου αιώνα, ούτε ένα από τα γεγονότα που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας δεν είχε προβλεφθεί. Όλα αποτέλεσαν εκπλήξεις και ο κόσμος δεν μπορούσε να πιστέψει πως συνέβαιναν. Οταν μελετούσα την ιστορία του εργατικού κινήματος στη Βρετανία και έκανα έρευνα στα αρχεία της Guardian στο Μάντσεστερ, διαπίστωσα πως ούτε μια φορά μέχρι το 1870  δεν είχε γίνει αναφορά στην βιομηχανική επανάσταση, ούτε στην κοιτίδα της, το Μάντσεστερ. Ο κόσμος δεν είχε αντιληφθεί πως ζούσε τη βιομηχανική επανάσταση. Επομένως, αν τώρα ζούμε μια μετα-ρευστή επανάσταση, μόνο τα παιδιά σας θα τη συνειδητοποιήσουν.


Αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.


Ο συμπατριώτης σας Κορνήλιος Καστοριάδης, όταν λόγω των ριζοσπαστικών του θέσεων ερωτήθηκε αν στόχος του ήταν να αλλάξει τον κόσμο, απάντησε «Ούτε κατά διάνοια. Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό μου να αλλάξω τον κόσμο. Αυτό που επιθυμώ είναι να αλλάξει η ανθρωπότητα από μόνη της, όπως έκανε τόσες φορές στο παρελθόν». Αυτή είναι οπτική αισιόδοξου ανθρώπου.

Την προσυπογράφετε σε τελική ανάλυση;

Δεν θα προλάβω να το δω, γιατί είναι μακροπρόθεσμο. Όμως ελπίζω ο 21ος αιώνας να είναι αφιερωμένος στην επανασύνδεση εξουσίας και πολιτικής, μέσα από συλλογική δράση και κοινούς στόχους. Η διάκριση μεταξύ αισιόδοξης και απαισιόδοξης στάσης κατά τη γνώμη μου είναι λογικά εσφαλμένη, αφού δεν εξαντλεί όλες τις πιθανότητες. Ποιός είναι ο αισιόδοξος; Όποιος πιστεύει πως ο κόσμος ως έχει εδώ και τώρα, είναι ο καλύτερος δυνατός. Ποιός είναι ο απαισιόδοξος; Αυτός που σκέφτεται πως ίσως ο αισιόδοξος να έχει δίκιο.

Υπάρχει και ο Καστοριάδης μεταξύ των δύο θέσεων, που λέει πως ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός και έλπιζε πως κάποτε θα πραγματοποιηθεί. Όσον αφορά στο απώτερο μέλλον, η άποψη του είναι σωστή, όχι όμως όσον αφορά στο άμεσο μέλλον.

Όσο για μένα, είμαι βραχυπρόθεσμα απαισιόδοξος και μακροπρόθεσμα αισιόδοξος. Δεν βλέπω ριζοσπαστικές αλλαγές σύντομα, αλλά είμαι σίγουρος, πως είναι στο πρόγραμμα.

[1] Ο ψυχίατρος R.D. Laing, ορίζει ως «διπλούς δεσμούς», τα διαφορετικά αντιφατικά μηνύματα στα οποία είναι εκτεθειμένα τα μέλη της οικογένειας λόγω της ταυτόχρονης επιρροής της κοινωνίας και της οικογένειας και την ανάγκη να απαντήσουν σε πολύ συχνά παράλογες προκλήσεις για να μην τιμωρηθούν.

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Βενσάν Ντεκόμπ: Αυτονομία και αυτοπεριορισμός


Ο Γάλλος φιλόσοφος Βενσάν Ντεκόμπ γνώρισε προσωπικά τον Κορνήλιο Καστοριάδη στους κόλπους της ομάδας Socialisme ou Barbarie, της οποίας έγινε μέλος το 1964. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης του Ντεκόμπ, που δημοσιεύτηκε στην ιταλική περιοδική επιθεώρηση «Alfabeta2».
• Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η πιο σημαντική πλευρά της κληρονομιάς του Καστοριάδη από φιλοσοφική τουλάχιστον άποψη;
– Θα έπρεπε να εξετάσουμε την κληρονομιά του σε διάφορα πεδία, αλλά αν περιοριστούμε στα ζητήματα που ανακινώ στο βιβλίο μου Les embarrass de l’ identité, αυτό που μας έρχεται από τον Καστοριάδη είναι πάνω απ’ όλα μια σοβαρή ιδέα της κοινωνικής ζωής, που τον διακρίνει από όλους τους στοχαστές οι οποίοι συνδέονται με τον αστερισμό του μαρξισμού, της Αριστεράς και της άκρας Αριστεράς. Πράγματι, σε αυτόν μπορούμε να βρούμε μιαν αντίληψη του κοινωνικού, ενώ στους άλλους δεν υπάρχει. Θέλω να πω ότι έχουμε μαρξιστές ατομικιστές, σύμφωνα με τους οποίους το κοινωνικό είναι συνώνυμο των «πολλών προσώπων», του πλήθους. Το σημείο αφετηρίας του Καστοριάδη είναι ότι κοινωνία δεν σημαίνει «πολλά πρόσωπα». Εχουμε θεωρητικούς που αντιμετωπίζουν το ζήτημα της ταυτότητας με όρους που θα ήθελαν να είναι κοινωνικοί, αλλά σταματούν στην ψυχολογία, σε μια συλλογική ψυχολογία, των μαζών. Νομίζουν ότι μπορούν να εξηγήσουν τα σύγχρονα πολιτικά φαινόμενα με ψυχολογικές έννοιες – μίμηση, ταύτιση κ.λπ.
Στον Καστοριάδη, θεμελιώδης είναι η έννοια της θέσμισης, που χρησιμεύει ακριβώς για να σκιαγραφεί αυτό που δεν μπορεί να πάρει υπόψη της καμιά ψυχολογία, ατομική ή συλλογική. Αυτή είναι η έννοια που πήρα από διάφορους στοχαστές και που ανευρίσκεται και σε αυτόν. Αλλά η δική του ιδιαίτερη συνεισφορά, που απουσιάζει αντίθετα σε άλλους στοχαστές, όπως ο Ντιρκέμ, ή στην παράδοση του Μοντεσκιέ, αφορά το ζήτημα του φαντασιακού. Ενα πλήθος δεν θα σημαίνει ποτέ κάτι άλλο από έναν μεγάλο αριθμό προσώπων, ενώ μια κοινωνία ορίζεται από την ικανότητά της να δημιουργεί μορφές αναπαράστασης του ίδιου του εαυτού της, και εκτός από τις μορφές αναπαράστασης ορίζεται και από τη θέλησή της να υπάρχει. Επομένως, η έννοια της συλλογικής ταυτότητας που διατύπωσε ο Καστοριάδης προϋποθέτει μια κοινωνία που είναι σε θέση να σχεδιάζει το μέλλον της και που είναι σε θέση να διευθύνεται σύμφωνα με τη δική της βούληση.
– Μιλάμε εδώ για την έννοια της «αυτονομίας» που κατέχει κεντρική θέση στη σκέψη του. Νομίζω ωστόσο ότι η διατύπωσή της συνεπάγεται κάτι το παράδοξο. Από τη μια μεριά έχουμε την ιστορία της ελευθερίας και της αυτονομίας, που υποτίθεται ότι ανήκουν σχεδόν αποκλειστικά στη Δύση. Ο Καστοριάδης ισχυρίζεται ότι οι αγώνες για τη χειραφέτηση κατασταλάζουν βαθμιαία στους θεσμούς και στους ανθρωπολογικούς τύπους με αφετηρία τουλάχιστον την αρχαία Ελλάδα. Ο δυτικός πολιτισμός απολαμβάνει επομένως ένα προνόμιο σε σχέση με όλους τους άλλους ιστορικούς πολιτισμούς, που υποτάσσονται στους θεσμούς της ετερονομίας. Αυτό το προνόμιο όμως ανατρέπεται αν πάρουμε υπόψη μας τη δυτική εξαίρεση από την άποψη του «προμηθεϊκού» σχεδίου, δηλαδή του σχεδίου απεριόριστης επέκτασης του ορθολογικού ελέγχου του κόσμου, που καταλήγει –όπως ο ίδιος ο Καστοριάδης υπογραμμίζει– σε μια «ολική εξαφάνιση της φρόνησης». Αυτός ο περιορισμός όμως, αυτή η θέσμιση ενός ορίου που επιβάλλεται στον άνθρωπο, είναι ακριβώς αυτό που λειτουργεί στους πολιτισμούς της ετερονομίας.
Χρειάζεται πάνω απ’ όλα να πάρουμε υπόψη μας ότι κατά τον Καστοριάδη μια κοινωνία μπορεί να θεωρηθεί αυτόνομη με δύο έννοιες. Με μια πρώτη έννοια, όλες οι κοινωνίες διαθέτουν μια μορφή αυτονομίας από τη στιγμή που οι μορφές ζωής, οι κουλτούρες, οι συλλογικές ταυτότητες, τα φαντασιακά που θεσμίζονται δεν προκύπτουν από τις φυσικές συνθήκες. Εδώ είναι που εγκαταλείπουμε τον μαρξισμό και αυτό είναι το σημείο αφετηρίας της φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας: οι υλικές δομές δεν μπορούν να εξηγήσουν τα νοήματα που οι θεσμοί αποδίδουν στα γεγονότα και που όλα μαζί συγκροτούν ένα συνεκτικό φαντασιακό. Αυτή η συνοχή εξάλλου δεν είναι το προϊόν μιας συνεργασίας μεταξύ ατόμων, αλλά είναι μια συλλογική δημιουργία. Μιλάμε για συνοχή όχι από λογική άποψη, αλλά για να υποδείξουμε ότι αυτά τα νοήματα συγκροτούν ένα σύστημα.
Με αυτή την έννοια, κάθε κοινωνία είναι αυτόνομη σε σχέση με το βασίλειο της φύσης, αντίθετα με όσα έχουν υποστηριχθεί από τις διάφορες μορφές του ιστορικού υλισμού. Στις ιστορικές κοινωνίες εμφανίζεται έπειτα η δυτική εξαίρεση, την οποία ο Καστοριάδης ανάγει στην αρχαία Ελλάδα. Εδώ ο όρος αυτονομία συνδέεται με την ταυτόχρονη γέννηση της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας και με τον προορισμό που αυτές κληρονόμησαν στη μεταγενέστερη δυτική ιστορία. Μέσα σε αυτά τα συμφραζόμενα ο Καστοριάδης χαρακτηρίζει τις άλλες κοινωνίες ετερόνομες.
Υπάρχει εδώ κάτι παράδοξο; Ναι, αναμφίβολα. Αυτός προσπάθησε να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, ίσως με τρόπο όχι εντελώς ικανοποιητικό και χωρίς να εξαντλεί το ζήτημα, εισάγοντας την έννοια του αυτοπεριορισμού. Το παράδοξο είναι ότι κάθε κοινωνία παράγεται από μόνη της, με την έννοια ότι καμιά κοινωνία δεν είναι το προϊόν των φυσικών συνθηκών, και συνεπώς παρατηρούμε εδώ ένα είδος γενικού ανθρωπολογικού δεδομένου. Με την εμφάνιση όμως της δημοκρατίας, αναδύεται κάτι καινούργιο και διαφορετικό σε ό,τι αφορά την αναπαράσταση του κόσμου και τα ερωτήματα που οι άνθρωποι μπορούν να απευθύνουν στην κοσμολογία τους. Εχουμε τη διερώτηση μιας δεδομένης τάξης πραγμάτων στο όνομα της ικανότητας των ανθρώπων να καταργούν τους κληρονομημένους νόμους για να θεσπίσουν άλλους. Η αυτονομία γίνεται τώρα αυτονομοθεσία. […]. Επομένως, το πρόβλημα που θέτει ο Καστοριάδης δεν είναι τόσο εκείνο της δημιουργίας του πολιτικού σώματος, αλλά του τρόπου με τον οποίο εμείς θέλουμε να συνεχίσουμε εκείνο το πολιτικό σώμα που είναι το δικό μας, αλλάζοντας αυτό που πρέπει να αλλάξει σύμφωνα με τη δική μας κατανόηση του κόσμου.
Αν η κοινωνία δεν αρχίζει σήμερα, αυτό σημαίνει ότι έχει ένα παρελθόν. Η κοινωνική ζωή που εμείς ζούμε είναι εφικτή επειδή έχουμε προετοιμαστεί γι’ αυτήν – εδώ είναι που παρεμβαίνει η έννοια του «ανθρωπολογικού τύπου». Εμείς παραλαμβάνουμε τις μελλοντικές μας δυνατότητες από το παρελθόν μας και αν θα πρέπει να υπάρξει ένα πεδίο για τη δική μας παρέμβαση, για τη δική μας νομοθεσία, για τη δική μας απόρριψη των μορφών του παρελθόντος και για την επινόηση νέων μορφών, σε αυτή τη στιγμή της αποδοχής και της παραλαβής πρέπει να ενταχθεί.
Σε ό,τι αφορά τη Δύση, έχουμε μια δυαδικότητα που ο Καστοριάδης έχει αναγνωρίσει και για την οποία έχει μιλήσει πάρα πολλές φορές: τη δυαδικότητα της νεωτερικότητας μεταξύ του σχεδίου της αυτονομίας από τη μια μεριά και του σχεδίου του απόλυτου ελέγχου από την άλλη. Η ιδέα του περί αυτοπεριορισμού μάς επιβάλλει να σκεφτούμε ότι το σχέδιο της αυτονομίας πρέπει να συνεπάγεται την απόρριψη της πλάνης ενός απόλυτου ελέγχου (απεριόριστη ανάπτυξη από οικονομική άποψη, απεριόριστες δυνατότητες από την άποψη των κοινωνικών μορφών), επειδή αυτή η πλάνη οδηγεί στην απώλεια της ελευθερίας που έχουμε να δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι τους θεσμούς μας. […]

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: «Είμαστε στην αυγή μιας αντισυστημικής εξέλιξης»

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς εκτιμά ότι στη σημερινή κατάσταση που βρισκόμαστε απαιτούνται μείζονες ανατροπές, καθώς ο καπιταλισμός έχει μετατραπεί σε ένα μετακανονιστικό σύστημα, το οποίο δεν μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος όλων. Όσο για τη λύση; Όπως λέει, «το πρόβλημα σε τελική ανάλυση είναι πολιτικό. Είναι πρόβλημα ορισμού της συλλογικότητάς μας, της δυνατότητας των κοινωνιών να φανταστούν το μέλλον τους».

- Τα τελευταία χρόνια η οικονομική επιστήμη έχει δεχτεί σφοδρή κριτική, όχι μόνο γιατί δεν μπόρεσε να προβλέψει την κρίση, αλλά κυρίως γιατί επιφανείς εκπρόσωποί της συσκότισαν ή συγκάλυψαν τα αίτιά της, προβάλλοντας τα κυρίαρχα δόγματα του νεοφιλελευθερισμού. Πόσο απελευθερωτικά μπορεί να λειτουργήσει αυτή η αμφισβήτηση σήμερα;
Δεν ξέρω εάν θα λειτουργήσει απελευθερωτικά, αλλά εάν δεν αμφισβητηθεί συθέμελα, από τη βάση του, το οικονομικό μοντέλο, ο κόσμος θα μείνει εγκλωβισμένος μέσα στα σημερινά πλαίσια. Η οικονομική επιστήμη δεν προέβλεψε την κρίση προφανώς και δεν το έκανε επειδή δεν ήταν δυνατό να την προβλέψει μέσα στο δεδομένα αναλυτικά πλαίσια. Ο νεοφιλελευθερισμός σαν ιδεολογία, αλλά και σαν επιστημονική πρακτική, θεμελιώνεται στο αξίωμα της εγγενούς δυνατότητας του συστήματος να βρίσκει συνεχώς τις κλονιζόμενες ισορροπίες του πάνω στη βάση ενδογενών συστημικών δυνάμεων. Από τη στιγμή που αυτό παύει να λειτουργεί, και από τη στιγμή που είναι προφανώς ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μία συστημική κρίση, ολόκληρο εκείνο το οικοδόμημα που προϋποθέτει ακριβώς την αυτόματη λύση των  προβλημάτων και των αντιφάσεων, καταρρέει. Το ερώτημα που τίθεται δηλαδή δεν είναι εάν κατέρρευσε, αλλά επί τη βάσει ποιων «νέων» επιστημολογικών προϋποθέσεων θα είναι δυνατό να αντιμετωπίσουμε αυτό που συμβαίνει τώρα. Και για να γίνει αυτό θα πρέπει να ξεφύγουμε, να υπερβούμε αυτή την νεοφιλελεύθερη προϊδέαση. Και αυτό όχι μόνο δεν είναι εύκολο να γίνει, αλλά, θα έλεγα, είναι περίπου αδύνατο να γίνει υπό τις σημερινές συνθήκες, εάν δεν έχουμε μείζονες ανατροπές.
- Πού μπορεί να εστιάζονται αυτές οι ανατροπές;
Δεν μπορεί κανείς να κάνει προφητείες, αλλά η βασική αντίφαση στο επίπεδο τουλάχιστον των κοινωνικών συνειδήσεων που διατρέχει το σύστημα σήμερα και που ισχύει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες είναι ότι έχει πάψει να είναι δυνατόν να θεωρείται αυτονόητο ότι η πάροδος του χρόνου θα συνεπιφέρει αυτόματες διορθώσεις, άρα πρόοδο και περισσότερη κατανάλωση, ευημερία, ευτυχία κ.λπ. Από τη στιγμή που καταρρέει αυτό το αξίωμα, από τη στιγμή που οι περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν και πείθονται ότι το μέλλον τους θα είναι χειρότερο από το παρελθόν τους και ότι τα παιδιά τους θα ζήσουν χειρότερα από τους ίδιους, τότε εξαερώνεται η ιδεολογική συνθήκη πάνω στην οποία αναπαράγεται ένα σύστημα, το οποίο καλεί, αν θέλετε, όλους τους πολίτες να μετάσχουν σ' αυτό το συλλογικό όργανο της ελευθερίας. Από τη στιγμή που αυτό καταρρέει, δεν ξέρουμε τι θα συμβεί. Διότι χωρίς αυτό, καταρρέει το κοινωνικό συμβόλαιο, καταρρέει η κοινωνική και πολιτική συναίνεση, αλλά και οι βάσεις του δημοκρατικού καθεστώτος, το οποίο υποτίθεται ότι θέλει να στηρίζεται στη βούληση των πλειοψηφίας των πολιτών. Μ' αυτή την έννοια λοιπόν, η κρίση είναι τελικά πολιτική και ιδεολογική, διότι δεν βλέπω εύκολα πώς είναι δυνατόν να πειστούν οι άνθρωποι να συναινούν σ' ένα σύστημα, όπου η δική τους ζωή γίνεται συνεχώς χειρότερη, ενώ την ίδια στιγμή ο μεγάλος πλούτος συγκεντρώνεται με καταιγιστικούς ρυθμούς σε δισεκατομμυριούχους και τρισεκατομμυριούχους. Αυτή η αντίφαση για πρώτη φορά εμφανίζει αυτή την εκρηκτική διάσταση. Μ' αυτή την έννοια αυτές οι εκρηκτικές διαστάσεις δεν είναι δυνατόν να αρθούν παρά μέσα από μακροπρόθεσμες ανατροπές. Το τι μορφή θα πάρουν αυτές οι ανατροπές, δεν το ξέρω.
- Βλέπετε, δηλαδή, με έναν τρόπο ότι είναι πιθανό να επιτευχθεί αυτό που λέει ο Σερζ Λατούς, «αποαποικιοποίηση του φαντασιακού», έννοια που προέρχεται από τον Καστοριάδη;
Δεν ξέρω εάν είναι δυνατόν, αλλά δεν βλέπω άλλη προοπτική. Και επειδή αναφέρατε τον Καστοριάδη, το καστοριαδικό σχήμα, το οποίο, νομίζω, όλοι λίγο πολύ συνυπογράφουμε, είναι ότι μέσα από τη φαντασίωση της συλλογικότητας, η κοινωνία, το πολιτικό σώμα, είναι αυτόνομο και μπορεί να διαγράψει ελεύθερα το μέλλον του. Αυτή είναι η έννοια της αυτονομίας. Από τη στιγμή που το χάσμα ανάμεσα στην αυτόνομη δυνατότητα και στην ετερόνομη πολιτική πραγματικότητα διευρύνεται, δεν υπάρχει άλλη λύση από το να εμφανιστεί ένα νέο συλλογικό υποκείμενο, το οποίο θα κόψει, με όποια μέσα είναι δυνατά εκείνη τη στιγμή, αυτό το γόρδιο δεσμό και θα ανατρέψει τα σημερινά δεδομένα. Δεν ξέρω πώς μπορεί να γίνει. Δεν ξέρω εάν θα γίνει. Δεν ξέρω με ποιες μεθόδους είναι δυνατό να γίνει, αλλά ένα σύστημα δεν είναι δυνατό να αναπαράγεται χωρίς τριγμούς και ταυτόχρονα δεν είναι δυνατό να δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας ευρύτερης συναίνεσης. Είναι θνησιγενές. Μ' αυτή την έννοια πιστεύω ότι για πρώτη φορά μετά το μεσοπόλεμο, ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα δεν είναι δυνατόν να παραγάγει τις φαντασιώσεις εκείνες πάνω στις οποίες θεμελίωνε τη βιωσιμότητά του. Και εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα. Επαναλαμβάνω: δεν είναι δυνατόν να κάνει κανείς προφητείες ή να διατυπώσει συνταγές για την άρση του προβλήματος. Δεν διαφαίνεται καμία δυνατότητα πολιτικών λύσεων εκ των άνω – η σοσιαλδημοκρατία έχει πεθάνει και το ξέρουμε όλοι, το κοινωνικό κράτος έχει διαλυθεί σε όλη την Ευρώπη. Αυτή τη στιγμή δεν βλέπω να είναι δυνατόν να υπάρξουν λύσεις στο κοινωνικό πρόβλημα, το οποίο υπήρξε επί εξήντα χρόνια το βασικό διακύβευμα όλων των δυτικών κοινωνιών. Έχει εξαφανιστεί σήμερα. Δεν υπάρχει το κοινωνικό ζήτημα. Υπό τις συνθήκες αυτές τι θα γίνει; Θα κερδίσει μια ανανέωση του δημοκρατικού κοινωνικού φαντασιακού ή θα επικρατήσει μία απόλυτη ετερονομία του κοινωνικού σε σχέση με τις αόρατες εξουσίες όπως τις ξέρουμε να εξελίσσονται σε όλο τον κόσμο πέρα από επικράτειες, νόμους, έθιμα, κανονισμούς και ρυθμίσεις; Όλα αυτά εμφανίζονται για πρώτη φορά. Βρισκόμαστε σ' ένα μετακανονιστικό σύστημα. Μπορεί να επιζήσει; Δεν το πιστεύω.
- Βάζετε στο βιβλίο σας ένα νέο όρο, τον «οιονεί πολίτη». Τι συνέπειες έχει και πόσο εμπόδιο είναι η δημιουργία ενός  πολίτη χωρίς συγκεκριμένα δικαιώματα σ' ένα πλαίσιο ασαφές, ρευστό και μεταβατικό, στη συγκρότηση μιας νέας συλλογικότητας, ενός νέου συλλογικού υποκειμένου για την αλλαγή;
Ο όρος «οιονεί πολίτης» που εκκολάπτω είναι προφανώς μη αυστηρός. Θέλει όμως να δείξει την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στη μάζα των πολιτών, η οποία έχει μόνο βάρη και υποχρεώσεις και κανένα δικαίωμα, και σε μια νέα κατηγορία πολιτών, οι οποίοι μετέχουν στο γίγνεσθαι ως κινούμενοι κεφαλαιούχοι, οι οποίοι δεν έχουν καμία απολύτως υποχρέωση. Αυτοί συνολικά δικαιούνται να καθυποτάσσουν τις κοινωνίες και το πολιτικό μέσα από τις διάφορες διαμεσολαβήσεις που έχουν εκκολάψει, ενώ οι άλλοι, οι πολίτες-υποζύγια, δεν έχουν τη δυνατότητα να συμπροσδιορίζουν το μέλλον τους. Έχουμε δηλαδή πολλές κατηγορίες πολιτών, με άνισα δικαιώματα, ακόμα και τυπικά. Διότι οι κεφαλαιούχοι μπαινοβγαίνουν – έχουν σαράντα υπηκοότητες, έχουν τα λεφτά τους εδώ, επενδύου εκεί, εξαφανίζονται την άλλη μέρα – και δηλώνουν απλώς ρητορικά ότι είναι Έλληνες, Γάλλοι ή Ισλανδοί. Αυτοί οι άνθρωποι είναι υπερπολίτες. Οι άλλοι είναι «οιονεί πολίτες». Μ' αυτή την έννοια δεν βλέπω καμία δυνατότητα να λειτουργήσει μια δημοκρατική πολιτεία, όταν δεν λειτουργεί πλέον καθόλου η στοιχειώδης φιλελεύθερη ισοπολιτεία και ισονομία . Αυτό είναι απλώς ένα σύμπτωμα των εξελίξεων εκείνων, οι οποίες μέσα από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση έχουν οδηγήσει στην κατάλυση των κοινωνιών. Δεν υπάρχει πια κοινωνικό, όπως δεν υπάρχει πια και το συλλογικό και το πολιτικό. Εκεί ακριβώς βρίσκεται νομίζω το επίκεντρο της απόλυτης ανάγκης μιας αναθεώρησης των στοιχειωδών μορφών με τις οποίες αντιμετωπίζουμε από κοινού τον κόσμο και το μέλλον μας.
- Χαρακτηρίζετε την «ατομοκεντρική συμφεροντολαγνεία» ως έναν «πάνδημα επιτυχημένο και φετιχοποιημένο νεωτερικό μύθο». Η Θάτσερ υποστήριζε ότι δεν υπάρχει κοινωνία, αλλά μόνον άτομα. Μπορεί σήμερα, στο φως της κρίσης, να διαλυθεί αυτός ο μύθος; Μιλάτε για μια απομάγευση.
Αυτό δεν μπορεί να γίνει σε μια στιγμή. Πάντα οι άνθρωποι είχαν συμφέροντα, αλλά ουδέποτε το ατομικό συμφέρον δεν θεωρούνταν σαν η βασική κινητήρια γραμμή της ανθρωπότητας και του πολιτικού γίγνεσθαι. Το συμφέρον ήταν πάντα κάτι το κακό. Η ιδιοτέλεια μέχρι το 1800 ήταν ένα από τα θανάσιμα αμαρτήματα. Προφανώς αυτό αλλάζει, διότι απ' ένα σημείο και πέρα για να λειτουργήσει το κοινό συμφέρον απαιτεί τη γενίκευση των ιδιωτικών διαστροφών. Η διαστροφή ακριβώς είναι η ιδιοτέλεια. Μέχρι πρόσφατα λοιπόν η ιδιοτέλεια ήταν δυνατόν να περιορίζεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης κανονιστικής τάξης που περνούσε μέσα από το συλλογικό και κοινωνικό συμβόλαιο, μέσα από τη δημοκρατία. Αυτό έχει καταργηθεί ολοκληρωτικά μέσα στον παγκοσμιοποιημένο νεοφιλελευθερισμό. Δεν υπάρχει πια έθιμο, καλή πίστη. Δεν υπάρχει όριο στην κερδοσκοπία, δεν υπάρχει όριο στην απληστία. Αυτό σημαίνει ότι περνάμε από μία φάση όπου πάλευαν πάντα το ιδιωτικό με το δημόσιο σε μια φάση που εξαφανίζεται το δημόσιο. Όλα είναι ιδιωτικοποιημένα. Όλα υπακούν σε εσμούς ιδιωτικών συμφερόντων. Η απο-κανονιστικοποίηση της κοινωνικής τάξης είναι εκείνη η οποία οδηγεί στην πλήρη κατάργηση της κοινωνικής συναίνεσης και ενδεχομένως  σε μια απόλυτη ανομία. Το τι θα γίνει δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Ούτε είναι δυνατόν φυσικά να εξαφανιστούν τα συμφέροντα. Όσο υπάρχουν άτομα, θα υπάρχουν ατομικές επιδιώξεις. Το θέμα είναι πόσο αυτές οι ατομικές επιδιώξεις θα είναι δυνατόν να τιθασεύονται μέσα από συλλογικά οράματα. Τώρα που δεν τιθασεύονται τίθέται το θέμα της αναπαραγωγής του συστήματος. Γι' αυτό πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε σημείο καμπής.
- Στο βιβλίο σας χαρακτηρίζετε την αρχαία αγορά «τόπο που συνοψίζει την αδιαίρετη κοινότητα των πολιτών». Αντίθετα, σήμερα η αγορά είναι ένας «τόπος συνάντησης ιδιωτικών συμφερόντων». Ποιες επιπτώσεις είχε αυτή η μετάλλαξη στη δημοκρατία;
Η διαφορά είναι κολοσσιαία, διότι στην αρχαία αγορά μιλούσε ο καθένας – ισηγορία – έκφραζε τη γνώμη του και ψήφιζε, ενώ η γνώμη του μπορούσε να αλλάζει από μέρα σε μέρα.  Επομένως η δημοκρατία ήταν κάτι το εύθραυστο, αλλά συνεχώς ανανεούμενο. Από τη στιγμή όμως που η αγορά έγινε τόπος συμφερόντων, τα συμφέροντα αυτά ενώνονται, επιβάλλουν τους καταστατικούς όρους τους στο σύνολο της νέας αγοράς, με αποτέλεσμα η αγοραία διαδικασία να θεμελιώνεται πάνω σε μια βασική ανισότητα: εκείνων που έχουν συγκροτημένα συμφέροντα και διαθέτουν τη δύναμη να τα επιβάλλουν και εκείνους που, είτε έχουν είτε δεν έχουν συμφέροντα, είναι απλώς υποκείμενα της επιβολής εκ μέρους των άλλων. Στο πλαίσιο αυτό η δημοκρατία δεν είναι πια αυτό που ήταν. Υπάρχει και μια βασική παρανόηση, και στα ελληνικά είναι ακόμα μεγαλύτερη, όσον αφορά στο τι σημαίνει δημοκρατία. Σ' όλες τις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες  έχουμε δύο όρους: τη δημοκρατία και τη republique. Η μεν δημοκρατία αναφέρεται στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, ενώ η republique αναφέρεται σε ένα καθεστώς ατομικών δικαιωμάτων, προστασίας των μειονοτήτων-φορέων των ατομικών δικαιωμάτων και περιορισμού, εάν θέλετε, της δυνατότητας του Δήμου να αποφασίζει. Αυτή είναι μια θεμελιώδης αντίφαση, την οποία επιχειρούν να λύσουν όλα τα φιλελεύθερα συντάγματα. Και μέχρι πρότινος υπήρχε μια εναρμόνιση ανάμεσα σ' αυτά τα δύο αιτήματα. Δεν εμφανίζoνται δηλαδή η republique με την democracy μη εναρμονίσιμες.
- Αυτό έχει αλλάξει πλέον;
Τώρα, για πρώτη φορά, είναι μη εναρμονίσιμες, γιατί η μεν προστασία των δικαιωμάτων αναδεικνύεται σαν θεμελιώδης βάση της κοινωνικής οργάνωσης. Ταυτόχρονα δε το κοινωνικό σώμα δεν είναι πια σε θέση να εκφράζεται και να αποφασίζει δημοκρατικά, ελεύθερα και αυτόνομα. Δηλαδή η αρχαία δημοκρατία ή η καστοριαδική δημοκρατία δεν υπάρχει πια. Υπάρχει ακόμα η «δημοκρατία του γαλατά»: όταν χτυπά το πρωί το κουδούνι σου είναι ο γαλατάς και όχι ο αστυνόμος.Μέχρι βέβαια να δούμε τι θα γίνει και μ' αυτό. Αλλά η δημοκρατία με την αρχαία έννοια δεν υπάρχει πια. Υπάρχει ένα σύστημα προστασίας κοινωνικών ισορροπιών, ένα σύστημα  προστασίας άνευ όρων ατομικών δικαιωμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι τα κοινωνικά δικαιώματα, τα οποία είναι κάτι το ενδιάμεσο, μια διαμεσολάβηση ανάμεσα στο άτομο και το σύνολο, έχουν καταρρεύσει σε σημείο ώστε να θέλουν μάλιστα να τα βγάλουν από το Σύνταγμα. Διάβασα ένα άρθρο που έλεγε ότι είναι περιττή η αναφορά των κοινωνικών δικαιωμάτων στα Συντάγματα και μάλιστα ότι καθιστούν τη συνταγματική τάξη πιο δυσλειτουργική. Αυτό πάλι δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Ο νεοφιλελευθερισμός οικοδομεί την ισχύ του πάνω σε τέτοιου είδους ιδεολογικά τερτίπια. Γι' αυτό η κατάσταση είναι αδιέξοδη. Και φοβάμαι ότι αυτό θα συμβαίνει για πολύ καιρό ακόμα, εάν δεν έχουμε ανατροπές. Δεν είναι δυνατόν η πλειοψηφία του πληθυσμού να προσβλέπει στο κοινωνικό γίγνεσθαι θετικά και αισιόδοξα. Είναι βέβαιο ότι οι δυσλειτουργίες και οι αντιφάσεις που ενσκήπτουν κάθε μέρα θα πολλαπλασιάζονται, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε μπροστά σε εκρηκτικά φαινόμενα. Πιστεύω ότι είμαστε στην αυγή μιας αντισυστημικής εξέλιξης. Ποια θα είναι αυτή δεν ξέρω.
- Η προνομιακή σχέση της οικονομικής θεωρίας με τους αριθμούς την κατέστησε, όπως λέτε, βασίλισσα του «αγοραίου ορθολογισμού». Μπορούμε σε μια εποχή ισοπεδωτικής τεχνοκρατίας να αμφισβητήσουμε τη σχεδόν «μαγική» δύναμη των αριθμών και της στατιστικής;
Οι αριθμοί είναι πάντοτε ένα εργαλείο που σε βοηθά να απεικονίσεις την πραγματικότητα. Είναι ένα αναγκαίο οπλοστάσιο για να διαβάζουμε την πραγματικότητα. Εκείνο που γίνεται είναι ότι τώρα η εξουσία κρύβεται πίσω από τους αριθμούς. Υπάρχει μια κατάχρηση πια των αριθμών, όπου μόνο οι αριθμοί, ως φετίχ, εμφανίζονται ως πολιτικό επιχείρημα, με αποτέλεσμα καμία άλλη αξιακή παράμετρος απ' όλες εκείνες που συμπροσδιόρισαν το κοινωνικό και ιδεολογικό γίγνεσθαι να έχουν εξαφανιστεί. Αυτό είναι το κακό. Μιλάμε πια πάνω στη φετιχοποίηση δεικτών. Δείκτες είναι οι διαφαινόμενες τάσεις. Κάνουμε σαν οι τάσεις αυτές να είχαν αυτόνομη, δική τους, ζωή και να μην ήταν δυνατόν να καθυποταχτούν  σε μια κοινή πολιτική βούληση. Από τη στιγμή που οι δείκτες επικαθορίζουν την πολιτική βούληση αντί να συμβαίνει το αντίστροφο, η πολιτική ετερονομία είναι πλέον ολοκληρωτική.
- Επιθυμία, φαντασίωση και καταναλωτική κουλτούρα. Δικαίωμα στην ανεξέλεγκτη ικανοποίηση των αναγκών – πραγματικών και, κυρίως, πλαστών. Πού οδήγησε αυτή η ξέφρενη κούρσα;
Δεν συμμερίζομαι ότι υπάρχουν πραγματικές και πλαστές ανάγκες.
- Υπάρχουν, για παράδειγμα, αυτές που δημιουργεί η διαφήμιση.
Ναι, εάν εξαιρέσουμε την ανάγκη του ανθρώπου να κοιμάται, να τρώει κάτι και να μην κρυώνει, οι οποίες είναι στοιχειώδεις ανάγκες, όλες οι άλλες είναι δημιούργημα του πολιτισμού. Το ερώτημα είναι πώς διαμορφώνονται και πώς εξελίσσονται οι ανάγκες και τι επιδιώκει το σύστημα εκείνο, το οποίο προσδιορίζει την εξέλιξη των αναγκών. Εδώ είναι η σημασία του καταναλωτισμού. Του άκριτου καταναλωτισμού και της άκριτης μεγιστοποίησης. Δεν χρειάζεται καν να μπούμε στο ζήτημα των καταλυτικών επιπτώσεων που έχει αυτή η αλόγιστη ανάπτυξη πάνω στο περιβάλλον. Η ταύτιση της ευτυχίας, της ευζωίας και της κοινωνικής ισορροπίας με τη μεγαλύτερη κατανάλωση είναι ένα φιλοσοφικό πρόβλημα το οποίο μάς απασχολεί από την περίοδο του Διαφωτισμού. Αυτό δεν οδηγεί μόνο σε οικολογικά αδιέξοδα, αλλά και σε αξιακά. Είναι δυνατόν να σκεφτόμαστε τον κόσμο μόνο πάνω στη βάση της αύξησης της υλικής ικανοποίησης αναγκών, οι οποίες δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να διευρύνουν ένα ανεξέλεγκτο φαντασιακό που ο καθένας δεν έχει καν την ευθύνη της αυτοδιάθεσης της φαντασίας του; Είναι δυνατόν να πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος πολιτισμικής εξέλιξης από τη συνεχή αύξηση της κατανάλωσης; Το ερώτημα το έχει θέσει ήδη ο Καντ. Και απαντά όπως απαντά.
- Σήμερα όμως;
Σήμερα αυτά έχουν ξεχαστεί. Υπάρχει μια εξίσωση που σού λέει: μεγέθυνση, ανάπτυξη, αειφορία, ευτυχία, ικανοποίηση, κατανάλωση και συναίνεση. Όλα αυτά εμφανίζονταν στο πλαίσιο ενός ενιαίου και αδιαίρετου ιδεολογήματος, του οποίου είμαστε όλοι θύματα. Το ερώτημα δεν είναι πώς παράγεται αυτό το πράγμα, ξέρουμε πολύ καλά ότι παράγεται μέσα από την τηλεόραση, τα μίντια και την καταναλωτική πίεση. Έχουμε την τάση να λέμε σήμερα στην Ελλάδα ότι οι Έλληνες καταναλώνουμε παραπάνω απ' ότι μπορούμε. Αυτό είναι μια τεράστια βλακεία, διότι ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα εδώ και εκατόν πενήντα χρόνια στηρίζεται στην πίεση πάνω στους ανθρώπους να καταναλώνουν ολοένα και περισσότερο και μάλιστα περισσότερο απ' ότι μπορούν. Εκεί στηρίζεται το σύστημα της πίστωσης, της ανάπτυξης και του χρέους. Οι Έλληνες απλώς ακολουθούν με χρονική υστέρηση ένα ιδεολογικό μοντέλο το οποίο είναι κυρίαρχο εδώ και πάρα πολλά χρόνια στην Ευρώπη και στον κόσμο ολόκληρο. Δεν ξέρω πώς μπορούμε να γλυτώσουμε απ΄αυτό. Όμως η ικανοποίηση των αναγκών αναφέρεται σε ανάγκες που θα μπορούσαν να συρρικνωθούν πολύ εύκολα. Για παράδειγμα, γιατί θα ήταν κακό να απαγορεύονται τα ιδιωτικά αυτοκίνητα άνω των 1000 κυβικών. Δεν βλέπω γιατί θα πρέπει να κολακεύει κανείς τις καταναλωτικές επιλογές όλων, βάζοντάς τους μέσα σ' ένα διαβολικό κύκλο καταναλωτικού ανταγωνισμού και συμβολικής μίμησης πραγμάτων τα οποία είναι καταστροφικά για τους ίδους, για την κοινωνία, για τον κόσμο. Ανατρέπεται αυτό από τη μία μέρα στην άλλη; Όχι βέβαια.
- Τι μπορεί να αντικαταστήσει το “ μεταπολεμικό δημοκρατικό αναπτυξιακό συμβόλαιο», δημιουργώντας μια νέα πολιτική και κοινωνική συναίνεση; Και μάλιστα μακριά από την παραγωγικίστικη και αναπτυξιολάγνα προσέγγιση που μοιράζονταν τόσο η καπιταλιστική Δύση όσο και ο πρώην υπαρκτός σοσιαλισμός;
Και η Δύση και ο υπαρκτός σοσιαλισμός στηρίζονταν τελικά στο ίδιο αίτημα. Στη φετιχοποίηση της αύξησης των παραγωγικών δυνάμεων με πλήρη αδιαφορία και υποτίμηση  του προβλήματος των παραγωγικών σχέσεων. Για να το πούμε διαφορετικά, μαθαίνετε να καταναλώνετε περισσότερα και αδιαφορείτε για το τι συνέπειες φέρνει αυτή η κατανάλωση στη σχέση μεταξύ σας. Αυτό ίσχυε και στη Σοβιετική Ένωση και ακόμα περισσότερο στην καπιταλιστική Δύση. Πώς μπορεί να ανατραπεί αυτό; Δεν υπάρχει «φύση του ανθρώπου». Την φύση του ανθρώπου την φτιάχνουμε. Δεν δέχομαι ότι είναι φυσικό να θέλει ο άνθρωπος να καταναλώνει παραπάνω. Ξέρουμε ότι στις πρωτόγονες κοινωνίες οι άνθρωποι  κυνηγάνε και μαζεύουν καρπούς τόσο και μόνον όσο χρειάζονται για να χορτάσουν. Τι κάνουν μετά; Αναπαύονται, τραγουδάνε, γλεντάνε, τσακώνονται, κάνουν έρωτα. Αλλά από τη στιγμή που έχουν σκοτώσει το ελάφι και έχουν μαζέψει τους καρπούς, δεν τους απασχολεί πια μέχρι την άλλη μέρα ή την άλλη εβδομάδα το ζήτημα της κατανάλωσης. Προφανώς δεν μπορούμε να γυρίσουμε σε τέτοιες κοινωνικές δομές. Θα μπορούσαμε όμως να οραματιστούμε ένα τύπο κοινωνικών σχέσεων, όπου καμία γυναίκα δεν θα αισθανόταν πιο πλήρης εάν έχει χίλια ζευγάρια παπούτσια. Ή κανένας άντρας, γιατί το ίδιο ισχύει και γι' αυτούς. Η καταναλωτική μανία δεν είναι αναγκαίο στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης. Θα πρέπει να σκεφτούμε ότι ο κόσμος κάποτε θα σκεφτεί πιο ορθολογικά όσον αφορά στο ερώτημα του πώς θα συνδυαστεί η ανάγκη του ανθρώπου να ζήσει με την ανάγκη να έχει ανθρώπινες σχέσεις με τους γύρω του. Ίσως είμαι ιδεαλιστής, και είμαι σ' ένα βαθμό, αλλά απαιτείται ένας τέτοιος προβληματισμό, ο οποίος ήταν παρών στα έργα των μεγάλων φιλοσόφων του 18ου αιώνα. Το θέτει ακόμα και ο Γκέτε στον Φάουστ. Αμφιβάλλουμε τι πρέπει να κάνουμε, ποιοι πρέπει να είμαστε, τι είναι το καλό και τι το κακό, ποιος είναι ο θεός και ποιος είναι ο διάβολος. Τώρα αυτό έχει ξεχαστεί και πρέπει να το επαναφέρουμε. Να επαναφέρουμε την ανάγκη να ξανασκεφτούμε τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας σε μια νέα βάση.
- Κάνετε κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες αναλογίες ανάμεσα στη βιβλική και την ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας, αρχής γενομένης από την θεϊκή-πατρική κατάρα και τον άνθρωπο που πάντα έχει να πληρώσει ένα τίμημα. Υπάρχει τρόπος να αρθεί αυτή η βιβλική κατάρα ώστε να ανακτήσει ο άνθρωπος μια ισορροπία με τη φύση και τον εαυτό του;
Μ' αυτή την έννοια πιστεύω ότι η κρίση και οι καταστροφές που συσσωρεύει μπορεί να αποδειχτεί μια ευκαιρία για ευρύτερες μάζες ανθρώπων να προβληματιστούν πάνω στο σε ποιος είναι ο κόσμος στον οποίο θέλουν να ζουν. Δεν βλέπω το πώς θα γίνει, αλλά ήδη σήμερα πολλαπλασιάζονται οι φωνές που ζητούν να ξανατεθούν και πάλι ορισμένα θέματα επί τάπητος. Και δεν πιστεύω, αντιθέτως, ότι είναι δυνατόν ένα σύστημα απάνθρωπο και εγγενώς αναποτελεσματικό για τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων να αναπαράγεται επ' άπειρον. Ο καπιταλισμός, μετά από διακόσια χρόνια, δείχνει ότι και στην καλύτερη περίπτωση δεν είναι δυνατόν να λειτουργεί προς όφελος όλων. Πώς είναι δυνατόν αυτό το σύστημα να αναπαραχθεί; Φαντάζομαι ότι υπάρχουν προϋποθέσεις για τη βαθμιαία άρση αυτών των δυσλειτουργιών. Δεν είναι εύκολο επαναλαμβάνω, διότι δεν υπάρχουν οι πολιτικές προϋποθέσεις για να γίνει μια παγκόσμια ανανέωση. Ο καπιταλισμός είναι ακόμα πανίσχυρος, αλλά όσο περισσότερο καθίσταται σαφές ότι η παγκόσμια τάξη πραγμάτων, έτσι όπως εξελίσσεται, δεν είναι δυνατόν πια να συμπλέει στην κατεύθυνση του γενικού συμφέροντος όλων των κοινωνιών. Από τη στιγμή αυτή και πέρα πρέπει να σκεφτούμε ότι υπάρχουν προϋποθέσεις για ανατροπές της σχέσης πια του πολιτικού με το οικονομικό, της σχέσης των κοινωνιών με τα εκτός κοινωνιών κείμενα. Της σχέσης της πολιτικής αυτονομίας με την απόλυτη οικονομική ετερονομία που μάς έχουν επιβάλλει παγκοσμίως οι αγορές. Επαναλαμβάνω ότι τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα διότι ένας από τους λόγους που οδήγησαν στο σύστημα αυτό είναι η αλλαγή των παγκόσμιων γεωπολιτικών ισορροπιών, δηλαδή η άνοδος της Κίνας και των τρίτων χωρών και η κατάλυση της δυτικής ηγεμονίας που υπήρχε επί διακόσια χρόνια. Αυτά οδήγησαν τη Δύση σε νέα αμυντικά σχήματα, τα οποία σε μεγάλο βαθμό οδήγησαν στον νεοφιλελευθερισμό.
- Και ποια είναι η προοπτική απ' εδώ και πέρα;
Το πρόβλημα είναι ανοιχτό και συγκρούσεις δεν μπορεί παρά να υπάρχουν. Ωστόσο, μετά το λαχάνιασμα και τελικά την κατάρρευση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, η οποία υπήρξε ένα τεράστιο θετικό  βήμα στην ιστορία της ανθρωπότητας, δεν βλέπω άλλο τρόπο από το να επανέλθουμε στις ριζικές φιλοσοφικές και αξιακές ερωτήσεις που ο κόσμος της Δύσης είχε θέσει ήδη κατά τον 18ο αιώνα. Και να πω και κάτι άλλο: μην περιμένουμε ότι, παρόλο το άρθρο του Μαρξ που μιλά για το ex oriente lux, εγώ δεν είμαι θιασώτης της άποψης ότι η λύση θα έρθει από την Ανατολή, από τις υπανάπτυκτες χώρες. Διότι πρέπει να σκεφτούμε τι έκαναν μέχρι τώρα αυτές οι χώρες.  Αντιγράφουν δουλικά τα δυτικά πρότυπα. Και αντιγράφοντάς τα δουλικά, αντιγράφουν επίσης όλη την παθογένεια και μάλιστα σε πολύ οξύτερο σημείο. Η Δύση τουλάχιστον έχει ένα παρελθόν διακοσίων ετών, όπου επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις, μεταρρυθμίσεις και αντιμεταρρυθμίσεις, γίνονταν στο πλαίσιο μιας ευρύτερης δημοκρατικής συζήτησης γύρω από το μέλλον γενέσθαι και γύρω από το ποιες μπορεί να είναι οι πολιτικές αξίες, επί τη βάσει των οποίων πλέον θα οργανωθεί η κοινωνία. Αυτό δεν υπάρχει στην Ανατολή. Και δεν υπάρχει ούτε σήμερα. Μ' αυτή την έννοια εξακολουθώ να πιστεύω ότι εάν είναι να υπάρξει λύση, θα έρθει από τη Δύση. Επί του παρόντος τουλάχιστον. Στους πολιτισμούς εκείνους που έχουν ακόμα στο κεφάλι τους την ανάγκη της διατύπωσης των αξιακών προϋποθέσεων για ένα καλύερο αύριο για όλους. Αυτό το θεωρώ θεμελιώδες. Θα τα καταφέρουμε; Δεν το ξέρω.
- Παρ'όλα αυτά, στην κατακλείδα του βιβλίου σας λέτε ότι πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι.
Είμαστε υποχρεωμένοι να είμαστε αισιόδοξοι, γιατί αλλιώς θα πάμε να πνιγούμε. Δηλαδή η αισιοδοξία δεν είναι μία ψυχική κατάσταση. Η αισιοδοξία είναι μια διανοητική ανάγκη, εάν θέλουμε να επιβάλλουμε πράγματα στα οποία πιστεύουμε. Είμαστε υποχρεωμένοι να μετέλθουμε όλα τα κατάλληλα μέσα για να πετύχουμε. Και όταν λέω όλα τα μέσα εννοώ όλα τα μέσα εκτός από την άνευ αντικειμένου βία. Το πρόβλημα σε τελική ανάλυση είναι πολιτικό. Είναι πρόβλημα ορισμού της συλλογικότητάς μας, της δυνατότητας των κοινωνιών να φανταστούν το μέλλον τους, να επιβάλλουν τις απόψεις τους και να το κάνουν δίχως την παρεμβολή αυτών των εξωεπικρατειακών, εξωκοινοβουλευτικών και εξωδημοκρατικών κέντρων εξουσίας που αυτή τη στιγμή λυμαίνονται την ανθρωπότητα. Γι' αυτό πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι και γι' αυτό είμαστε αισιόδοξοι.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Καρλ Κάουτσκι-Αποστάτης ή συνεπής αριστερός σοσιαλδημοκράτης;



 
Ο Καρλ Κάουτσκι (Karl Kautsky) γεννήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 1854 στην Πράγα και σε ηλικία επτά ετών μετανάστευσε με την οικογένειά του στη Βιέννη. Σπούδασε φιλοσοφία και ιστορία στο πανεπιστήμιο της πόλης και το 1874 έγινε μέλος του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος της Αυστρίας (SPO).
To 1881 ασπάζεται τις μαρξιστικές ιδέες με την προτροπή του φίλου του Έντουαρντ Μπερνστάιν και τον ίδιο χρόνο, σ' ένα ταξίδι του στο Λονδίνο, γνωρίζει τον Μαρξ και τον Έγκελς. Δύο χρόνια αργότερα εκδίδει στη Στουτγάρδη το περιοδικό «Νέα Εποχή», που προπαγανδίζει τις μαρξιστικές ιδέες και αποτελεί κύρια πηγή βιοπορισμού του έως το 1917, οπότε και θα παραμείνει στη θέση του εκδότη.
Το 1891 ως μέλος των Σοσιαλδημοκρατών της Γερμανίας (SPD) διαμορφώνει την πολιτική του κόμματος με το «Πρόγραμμα της Ερφούρτης», που συνέγραψε μαζί με τους Άουγκουστ Μπέμπελ και Έντουαρντ Μπέρνσταϊν. Το SPD υποστέλλει τη σημαία του επαναστατικού αγώνα και διακηρύσσει ότι ο βασικός του στόχος παραμένει η κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, η οποία θα επιτευχθεί με τη νόμιμη πολιτική δράση.
Ο Κάουτσκι πίστευε ότι ο καπιταλισμός θα καταρρεύσει από τη φύση του και ότι καθήκον των σοσιαλιστών είναι η βελτίωση της ζωής των εργαζομένων και όχι η προετοιμασία της επανάστασης, που είναι αναπόφευκτη. Οι απόψεις του προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων στους κόλπους των μαρξιστών, με πρώτο και καλύτερο τον Φρίντριχ Ένγκελς.
Πάντως, μετά τον θάνατο του Ένγκελς, ο Κάουτσκι θα αναγνωρισθεί ως ο σπουδαιότερος θεωρητικός του Μαρξισμού και θα συγκρουσθεί με τον μέντορά του Μπέρνσταϊν, ο οποίος υποστήριζε πιο ρεφορμιστικές θέσεις, όπως την κατάργηση της πάλης των τάξεων και τη συνεργασία με τον ταξικό εχθρό προς όφελος της εργατικής τάξης
Το 1914 ο Κάουτσκι ψήφισε μαζί με τους συντρόφους του στο κόμμα την έξοδο της Γερμανίας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς θεωρούσε ότι η χώρα του διεξήγαγε έναν αμυντικό πόλεμο κατά της τσαρικής Ρωσίας. Θα αναθεωρήσει την άποψή του ένα χρόνο αργότερα. Θα αποχωρήσει από το SPD και θα προσχωρήσει στο αντιπολεμικό Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (USPD), μαζί με τη φίλη του Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Η ήττα της Γερμανίας στον πόλεμο προκάλεσε τη Νοεμβριανή Επανάσταση (1918), που σήμανε την κατάργηση της Μοναρχίας και την ανακήρυξη της Δημοκρατίας. Ο Κάουτσκι χρημάτισε για λίγο Υφυπουργός Εξωτερικών στη βραχύβια κυβέρνηση SPD-USPD και δούλεψε για την ανακάλυψη και στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων πολέμου της Αυτοκρατορικής Γερμανίας.
Από το 1919 η πολιτική του παρουσία άρχισε να εξασθενεί. Το 1920 αποχώρησε από το USPD και επανήλθε στο SPD. Την περίοδο αυτή είχε ξεκινήσει η διαμάχη του με τον Λένιν για τη φύση του σοβιετικού καθεστώτος. Στα βιβλία του «Μαρξισμός και Μπολσεβικισμός: Δημοκρατία και Δικτατορία» και «Σοσιαλδημοκρατία εναντίον Κομμουνισμού», ο Κάουτσκι εξέφρασε την άποψη ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν απλώς μια αλλαγή φρουράς και ότι δημιούργησε μια νέα δικτατορία, που αντικατέστησε την παλιά τσαρική.
Χαρακτήριζε τους Μπολσεβίκους συνωμοτική οργάνωση, η οποία κέρδισε την εξουσία με πραξικόπημα και δημιούργησε μία γραφειοκρατική κοινωνία, επιτρέποντας στον δυτικό καπιταλισμό να κουκουλώσει τα δικά του προβλήματα. Ο Λένιν ανταπάντησε υπερασπιζόμενος τις κατακτήσεις της Σοβιετικής Ένωσης, με την περίφημη μπροσούρα του «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
Ο Καρλ Κάουσκι άφησε τη Γερμανία το 1924 και επέστρεψε στη Βιέννη. Παρέμεινε εκεί μέχρι την προσάρτηση της Αυστρίας από το Χίτλερ (12 Μαρτίου 1938), οπότε εγκατέλειψε τη Βιέννη και αυτοεξορίστηκε στο Άμστερνταμ. Πέθανε στις 17 Οκτωβρίου 1938, αφήνοντας στη ζωή τη γυναίκα του Λουίζ και τα τρία παιδιά τους: τον Φέλιξ, τον Μπένεκτιτ και τον Καρλ.



Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

Ραφαέλε Σιμόνε: Κόντρα στο πνεύμα των καιρών

Ο Ραφαέλε Σιμόνε είναι καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης (Roma Tre). Στη γλώσσα μας κυκλοφορεί το βιβλίο του «Το μειλίχιο τέρας» (Πόλις, 2011). Το ακόλουθο κείμενό του είναι απόσπασμα εισήγησής του σε θεωρητικό συμπόσιο που έγινε τον περασμένο Μάρτιο στη Ρώμη, με θέμα την επανεξέταση της κουλτούρας της Αριστεράς.

Γιατί η κρίση δεν μετατόπισε τον δυτικό κόσμο προς τα αριστερά ή τουλάχιστον λίγο περισσότερο προς τα αριστερά; Στο βιβλίο μου «Το μειλίχιο τέρας», προσπάθησα να περιγράψω τους βαθύτερους λόγους αυτού του γεγονότος. Εδώ και δύο δεκαετίες ο ιδεολογικός και πολιτιστικός άξονας του δυτικού κόσμου έγειρε προς τα δεξιά, δηλαδή προς έναν ορίζοντα κατανάλωσης και διασκέδασης, προσωπικού εγωισμού και αυξανόμενης σύγχυσης μεταξύ πραγματικότητας και φανταστικής επινόησης –τρία κομβικά γνωρίσματα της παγκοσμιοποιημένης νεωτερικότητας. Ορίζοντας κατανάλωσης και διασκέδασης σημαίνει ότι τον δυτικό άνθρωπο τον ενδιαφέρει όλο και λιγότερο το καθεστώς ολιγάρκειας, αυστηρότητας και φειδούς που εξέφραζαν τα κλασικά σοσιαλιστικά ιδεώδη, ενώ στην κατανάλωση εμπορευμάτων έχει προστεθεί και η πολύ εντατική κατανάλωση ενέργειας, περιβάλλοντος και πόρων.

Προσωπικός εγωισμός σημαίνει ότι η συμπάθεια και η συμπόνια (θεμελιώδη «σοσιαλιστικά συναισθήματα») δεν είναι πλέον προσωπικές συμπεριφορές, αλλά έχουν μεταφερθεί με ανάθεση σε οργανώσεις οι οποίες τις ασκούν ως επάγγελμα, όντας αληθινές «βιομηχανίες του καλού» (επί πληρωμή). Σύγχυση μεταξύ πραγματικότητας και φανταστικής επινόησης σημαίνει ότι η αυστηρή διάκριση μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας (δύσκολη κατάκτηση της επιστημονικής στάσης απέναντι στην πραγματικότητα) είναι ανώφελη ή σε κάθε περίπτωση λιγότερο επιθυμητή: το πραγματικό δεν το αναζητούν αλλά το αποφεύγουν. Για όλους αυτούς τους λόγους, έχει διαλυθεί ο λαός της Αριστεράς, οι σοσιαλιστές άνδρες και οι σοσιαλίστριες γυναίκες, εκείνες οι γενεές ανθρώπων που κάποτε ήταν έτοιμες να παλέψουν για την επικράτηση των ιδεών τους. Σήμερα, σε διάφορες χώρες, η εργατική τάξη έχασε το ειδικό της βάρος και άρχισε να ψηφίζει τη Δεξιά, ως σίγουρη εγγύηση της ελπίδας να γίνει και αυτή, αργά ή γρήγορα, αστική τάξη.


Κάτω από έναν παρόμοιο ουρανό, κάθε προσπάθεια να στραφούμε προς τα αριστερά μού φαίνεται εξίσου δύσκολη όσο και ηρωική. Τη δυσκολία του καθήκοντος τη βλέπουμε πιο καθαρά αν αναφέρουμε τα προκαταρκτικά βήματα που χρειάζεται να κάνουμε πριν αρχίσουμε. Το πρώτο έγκειται στο να κατανοήσουμε ποιοι είναι εκείνοι που αποτελούν σήμερα τον λαό της Αριστεράς – ζήτημα θεμελιώδες, δεδομένου ότι αυτός ο λαός είναι που θα ψηφίσει την Αριστερά και ότι, αν κάνουμε λάθος στον αποδέκτη, το μήνυμά μας θα πέσει στο κενό. Σχετικά με αυτό, θα ήταν χρήσιμο να αντιληφθούμε ότι σήμερα ο λαός της Αριστεράς μόνον κατά ένα μέρος αποτελείται από «εργατική τάξη»· πρόκειται, αντίθετα, για απογοητευμένη αστική τάξη (νέοι που βλέπουν με ανησυχία το μέλλον και ονειρεύονται να αλλάξουν τον κόσμο, εκπαιδευτικοί ή γενικά δημόσιοι υπάλληλοι), για διανοούμενους διαφόρου επιπέδου και χαρακτήρα (ένα μέρος των οποίων βλέπει τις αιτίες και τα αποτελέσματα καλύτερα από τόσους άλλους) και για ανθρώπους που κυριαρχούνται από ένα τόσο ισχυρό πνεύμα δικαιοσύνης ώστε να επιδιώκουν τη δικαιοσύνη ακόμη και με τίμημα τη θυσία του προσωπικού τους συμφέροντος. Θα πρέπει με δυο λόγια να αντιληφθούμε ότι σήμερα ο λαός της Αριστεράς αποτελείται από «οραματιστές» (ανθρώπους που πιστεύουν σε ένα καλύτερο μέλλον, έστω και αν δεν βλέπουν ακόμη το περίγραμμά του), από «ανθρωπιστές» (ανθρώπους που φτάνουν ώς το σημείο να παραγνωρίζουν τα ιδιαίτερα προσωπικά τους συμφέροντα) και από «δυσαρεστημένους».

Ενα παρόμοιο μείγμα είναι άραγε αυτό που χρειάζεται για την υπόθεση της Αριστεράς; Οποια και αν είναι η απάντηση, δεν έχουμε δυνατότητα επιλογής. Οφείλουμε να το αποδεχθούμε και να ελπίσουμε ότι θα είναι μια στέρεη και ανθεκτική βάση, γιατί αυτός που έχει ανάγκη την Αριστερά δεν είναι η μια ή η άλλη κοινωνική ομάδα, αλλά ο πλανήτης ολόκληρος. Ενα άλλο προκαταρκτικό βήμα, πιο ουσιαστικό, έγκειται στο να ξαναγίνουν εκείνα τα ιστορικά ραντεβού στα οποία έλειπε η ευρωπαϊκή Αριστερά (και η απουσία της είχε βαρύτατες συνέπειες). Καθώς δεν πήγε σε αυτά τα ραντεβού επειδή δεν τα θεώρησε σημαντικά ή απλώς δεν αντιλήφθηκε ότι γίνονταν, η Αριστερά δεν διαθέτει πολιτικές απαντήσεις στα μεγάλα θέματα που εκείνα τα ραντεβού έθεταν. Για να γίνει σαφές τι εννοώ, θα αρκούσε ένα παράδειγμα: η Αριστερά δεν κατανόησε ότι η ψηφιακή επανάσταση, που άρχισε στη δεκαετία του 1980, δεν ήταν μια απλή τεχνολογική ανανέωση, αλλά κάτι πολύ πιο βαθύ και ριζικό, κάτι που θα τροποποιούσε την παγκόσμια οικονομία, θα άλλαζε τον νου και τη νοοτροπία των προσώπων (ιδίως των νέων), θα ευνοούσε τη γέννηση και τον θάνατο ολόκληρων τομέων της οικονομίας κ.λπ. Ενα άλλο ραντεβού στο οποίο έλειπε η Αριστερά ήταν εκείνο της μαζικής μετανάστευσης, που ακολούθησε την πτώση των κομμουνιστικών τειχών.

Μολονότι οι πρώτες μεταναστεύσεις από τον κομμουνιστικό κόσμο χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1980, κανένα κόμμα της Αριστεράς δεν επεξεργάστηκε ούτε μια σαφή ιδέα γι’ αυτό το φαινόμενο ούτε προβλέψεις για την εξέλιξή του ούτε σοβαρές ιδέες για την αντιμετώπισή του. Η ευρωπαϊκή απάντηση ήταν πάντοτε: αφήστε να έρθουν σε μας κι έπειτα βλέπουμε! Παρόμοια, κανείς στην Αριστερά δεν αναρωτήθηκε τι ήταν και τι θα γινόταν η παγκοσμιοποίηση, κυρίως στο οικονομικό πεδίο. Κανείς δεν κατανόησε ότι, με την παγκοσμιοποίηση, μια νέα κλίμακα, η πλανητική, ερχόταν να προστεθεί στις κλίμακες στις οποίες έπρεπε να ασκείται η πολιτική δράση. Υπήρξε μήπως κανείς που να εκτίμησε τις συνέπειες αυτού του θεαματικού νεωτερισμού; Υπήρξε κανείς που να αντιλήφθηκε ότι σε αυτήν την κλίμακα δεν ήταν δυνατό να δοθεί κάποιος τύπος κυβέρνησης και ελέγχου και ότι δημιουργούνταν πλανητικές ομάδες διακυβέρνησης εντελώς διαφορετικές από τις κυβερνήσεις των κρατών; Και εδώ αφήσαμε τα πράγματα να πάρουν μόνα τους τον δρόμο τους. Αργά ή γρήγορα, σκεφτόμασταν, το ζήτημα θα ρυθμιζόταν. Τώρα που οι ζημιές της παγκοσμιοποίησης στο πεδίο της οικονομίας και της εργασίας είναι μπροστά στα μάτια όλων, η Αριστερά δεν είναι καν σε θέση να ανασυνθέσει την ιστορία του φαινομένου. Είπα προηγουμένως ότι τις ιδέες της Αριστεράς τις έχει ανάγκη όχι μόνον η μια ή η άλλη χώρα, αλλά ο πλανήτης ολόκληρος.

Η πελώρια ποσότητα φτώχειας, βίας και καταπίεσης που κυριαρχεί στον πλανήτη παραπέμπει γι’ άλλη μια φορά στα ιδεώδη της Αριστεράς, γιατί δεν υπάρχουν άλλες φιλοσοφίες που μπορούν να τη θεραπεύσουν. Η εκμετάλλευση της εργασίας, η ακραία όξυνση των διαφορών μεταξύ των πολύ πλούσιων και των εξαθλιωμένων, η φτώχεια των χωρών του Τρίτου Κόσμου, οι πλανητικές μαφίες των ναρκωτικών και της πορνείας είναι κομβικής σημασίας λόγοι για να αφυπνιστούν, μετά το μακρύ τους ύπνο, οι ιδέες της Αριστεράς. Με άλλα λόγια, το πρώτο σημείο ενός αριστερού προγράμματος έγκειται στο να αντιταχθούμε στο πνεύμα των καιρών, στο να ξανασκεφτούμε την παγκοσμιοποιημένη νεωτερικότητα και να καταπολεμήσουμε τις καταστρεπτικές επιπτώσεις της.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

John Rawls (1921-2002) Θεωρία της Δικαιοσύνης




Πριν 12 χρόνια, σαν σήμερα, πέθανε ο Τζων Ρωλς, μεγάλος πολιτικός φιλόσοφος του 20ου αιώνα. Οι Left Reformistas αναδημοσιεύουν την παρουσίαση του βιβλίου του "Θεωρία της Δικαιοσύνης" που έκανε ο Αριστείδης Χατζής στην Καθημερινή.


Δεν θα ήταν υπερβολή να χαρακτηρίσουμε τη μετάφραση στα ελληνικά του έργου του John Rawls ως ιστορικό γεγονός. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα επιστημονικά γεγονότα των τελευταίων ετών στο πλαίσιο της ελληνικής ακαδημαϊκής κοινότητας, που αποδεικνύει πως παρά τα μύρια προβλήματά της μπορεί να κατορθώσει ακόμα και θαύματα.
Η «Θεωρία της Δικαιοσύνης» του Rawls (A Theory of Justice, α΄ έκδοση: 1971, αναθεωρ. έκδ.: 1999) θεωρείται -και είναι!- το σημαντικότερο έργο πολιτικής φιλοσοφίας του 20ού αιώνα. Πολλοί λίγοι θα διαφωνήσουν μ' αυτήν τη διαπίστωση και ακόμη λιγότεροι με το ότι το βιβλίο αυτό καθόρισε τη συζήτηση όχι μόνο στην πολιτική φιλοσοφία, αλλά επίσης στη φιλοσοφία του δικαίου και στην κοινωνική θεωρία. Ο πρώτος λόγος, λοιπόν, για τον οποίο θεωρώ ιστορικό γεγονός την ελληνική έκδοση του έργου είναι φανερός.

Η αρχή της ελευθερίας
Στο μνημειώδες έργο του, ο Rawls επιχειρεί να προσφέρει μια εναλλακτική θεωρία δικαιοσύνης που να επιδιώκει την κοινωνική δικαιοσύνη ταυτόχρονα με την οικονομική αποτελεσματικότητα, δίχως όμως να νοθεύει τις βασικές ελευθερίες. Το γεγονός ότι κανείς δεν έχει πετύχει μέχρι σήμερα να συγκεράσει δύο έστω από τις παραπάνω αρχές αποδεικνύει το φιλόδοξο (και ίσως μάταιο) του εγχειρήματος. Ωστόσο, ο Rawls καταφέρνει να οικοδομήσει την πλέον ενδιαφέρουσα θεωρητική κατασκευή της σύγχρονης πολιτικής φιλοσοφίας, καθιστώντας το έργο του σημείο εκκίνησης κάθε περαιτέρω συζήτησης.
Η βασικότερη αρχή που διατρέχει το έργο του Rawls είναι η αρχή της ελευθερίας, την οποία τοποθετεί υπεράνω της αρχής της ισότητας. Ο Rawls ξεκινά κι αυτός από την ιδέα του κοινωνικού συμβολαίου που προσφέρει την πιο πειστική θεωρία για τη θεμελίωση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών ως ελεύθερων και ίσων προσώπων. Ετσι, κάθε πρόσωπο, από τη γέννησή του, αποκτά ένα σύνολο αναπαλλοτρίωτων βασικών δικαιωμάτων που η προστασία τους προέχει ακόμα και της κοινωνικής ευημερίας. Επομένως, κάθε κρατική παρέμβαση με στόχο την κοινωνική δικαιοσύνη πρέπει να αφήνει ανέγγιχτο τον βασικό πυρήνα των δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών. Πρέπει όμως να λαμβάνει σοβαρά υπόψη της και την οικονομική αποτελεσματικότητα, που είναι εξίσου σημαντική για την κοινωνική ευημερία.

«Πέπλο της άγνοιας»
Ποιο είναι όμως εκείνο το «σημείο ισορροπίας» όπου οι τρεις αρχές (της ελευθερίας, της ισότητας και της οικονομικής αποτελεσματικότητας) ικανοποιούνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για την κοινωνική ευημερία; Ο Rawls απαντά με το περίφημο πλέον εφεύρημα του «πέπλου της άγνοιας» (veil of ignorance): δίκαιο είναι ό,τι θα αποκαλούσε δίκαιο η πλειονότητα των ατόμων που βρίσκονται πίσω από ένα πέπλο που δεν τους επιτρέπει να γνωρίζουν την κοινωνική τους θέση, αλλά και όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους (εθνικότητα, φυλή, φύλο, ταλέντα) σε μια μελλοντική κοινωνία. Οταν λοιπόν τα άτομα αυτά δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν τα μελλοντικά φυσικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά τους, καθίστανται αυτομάτως οι ιδανικοί νομοθέτες που με πλήρη αντικειμενικότητα μπορούν να ορίσουν πλέον τους κανόνες λειτουργίας μιας κοινωνίας.
Σύμφωνα με τον Rawls, εφόσον τα παραπάνω άτομα είναι ορθολογικά και αποφασίζουν σε συνθήκες άκρας αβεβαιότητας, η συλλογική τους επιλογή θα τείνει προς τη μεγιστοποίηση της ωφέλειας για τους λιγότερο ευνοημένους στη μελλοντική κοινωνία. Ο Rawls λοιπόν υποστηρίζει πως τα περισσότερα άτομα, φοβούμενα για τη δική τους μελλοντική θέση, θα επιλέξουν να εξασφαλίσουν ένα όσο γίνεται υψηλότερο βαθμό ελάχιστης εγγυημένης ευημερίας γι' αυτούς που θα είναι περισσότερο άτυχοι.

Οι δύο αρχές
Αυτό μπορεί να επιτευχθεί (σύμφωνα πάντα με τον Rawls) αν γίνουν σεβαστές οι εξής δύο αρχές:
Αρχή 1: Το κάθε άτομο έχει τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία που μπορεί να είναι συμβατή με ίσο βαθμό ελευθερίας για όλα τα υπόλοιπα άτομα.
Αρχή 2: Οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες επιτρέπονται μόνο εφόσον τελικώς ωφελούν τους λιγότερο ευνοημένους και έχουν να κάνουν με θέσεις και αξιώματα που είναι ανοικτά σε όλους (πάντα υπό συνθήκες ισότητας ευκαιριών).
Η πρώτη αρχή είναι σημαντικότερη της δεύτερης. Αυτό σημαίνει πως η ελευθερία μπορεί να περιοριστεί μόνο προς χάριν της ίδιας της ελευθερίας. Αν δηλαδή περιοριστεί η ελευθερία ενός ατόμου, αυτό πρέπει να γίνει μόνο με σκοπό την αύξηση της συνολικής ελευθερίας. Η δικαιοσύνη επίσης θεωρείται σημαντικότερη της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής ευημερίας. Ετσι, η ανισότητα των ευκαιριών γίνεται αποδεκτή μόνο εφόσον αποβαίνει τελικώς προς όφελος αυτών που θα έχουν τις λιγότερες ευκαιρίες.
Για τον Rawls, όλα τα σημαντικά κοινωνικά αγαθά (ελευθερία, ευκαιρίες, εισόδημα, πλούτος, αυτοσεβασμός κ.λπ.) πρέπει να διανεμηθούν ισομερώς, εκτός αν μια άνιση διανομή τους ωφελεί τελικά αυτόν που αδικείται από τη διανομή.

Η κατασκευή του Rawls, όσο εντυπωσιακή κι αν είναι, είναι επίσης ιδιαιτέρως προβληματική. Η μεγαλύτερη αδυναμία της είναι βέβαια η υποτιθέμενη επιλογή της πλειονότητας των ατόμων πίσω από το πέπλο της άγνοιας. Οι εμπειρικές έρευνες καταλήγουν σε αρκετά διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα του Rawls.
Ανεξάρτητα πάντως από τις όποιες αντιρρήσεις μπορεί να έχει κάποιος με τον Rawls (κι εγώ ομολογώ πως έχω αρκετές) το γεγονός είναι ότι η «Θεωρία της Δικαιοσύνης» αποτελεί ένα έργο που πρέπει (και αξίζει) να διαβαστεί όχι μόνο από τους ειδικούς, αλλά από ένα ευρύτερο κοινό. Για τον λόγο αυτό ήταν απαραίτητη η ελληνική μετάφραση.
Ο δεύτερος, λοιπόν, λόγος που θεωρώ ιστορική την ελληνική έκδοση είναι η σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα ποιότητα της μετάφρασης. Αυτό κατά κύριο λόγο οφείλεται στο ότι η απόδοση στα ελληνικά δεν έγινε από επαγγελματίες μεταφραστές, αλλά από τους πλέον ειδικούς: πανεπιστημιακούς που ασχολούνται με τη φιλοσοφία του δικαίου και την πολιτική φιλοσοφία, με επικεφαλής τον επίκουρο καθηγητή Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου. Δεν θα μπορούσε να φανταστεί κανείς καλύτερη μεταχείριση του έργου του Rawls (ο οποίος υπογράφει και τον πρόλογο για την ελληνική έκδοση) από εκείνη που του επιφυλάσσει η ομάδα των έξι μεταφραστών -που ουσιαστικά αποτελούν την ομάδα του περιοδικού «Ισοπολιτεία» που δημιούργησε ο καθηγητής Π. Σούρλας (η επιρροή του οποίου είναι εντονότατη και εδώ).
Λίγες και ασήμαντες διαφοροποιήσεις θα μπορούσε να έχει κανείς με τις μεταφραστικές επιλογές (ιδίως κάποιων οικονομικών όρων). Θα μπορούσε επίσης να αναρωτηθεί κανείς μήπως κάποιες σημειώσεις των μεταφραστών θα ήταν απαραίτητες για την καλύτερη κατανόηση ενός όχι και τόσο εύκολου κειμένου (όμως ίσως έκριναν -σωστά- πως θα καθιστούσαν το βιβλίο ογκωδέστερο και δύσχρηστο). Θα επιμείνω όμως στη μετάφραση του index, την οποία θεωρώ απαραίτητη για τέτοιου είδους έκδοση. Η ελληνική μετάφραση στηρίζεται σε μια αναθεωρημένη μορφή του αρχικού κειμένου την οποία ο Rawls παρέδωσε στους Γερμανούς μεταφραστές του το 1975 (και χρησιμοποιείται έκτοτε απ' όλους τους μεταφραστές). Η έκδοση αυτή κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το 1999. Η ελληνική έκδοση δεν φαίνεται να διαφέρει σε τίποτε από την αναθεωρημένη αμερικανική. Ισως μια σχετική σημείωση των μεταφραστών θα ήταν απαραίτητη.
Ομως μόνο ως μεμψιμοιρία μπορεί να ακουστεί οποιοδήποτε κριτικό σχόλιο για μια τόσο προσεγμένη και καλαίσθητη έκδοση.