Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Ο φόβος ως πολιτική

του Γιάννη Τσαμουργκέλη

Η χώρα έχει εγκλωβιστεί σε παγίδα φόβου. Από τη μία η αντιπολίτευση εγείρει τον φόβο της συνέχισης μιας λάθος πολιτικής που οδηγεί σε ανεργία, κοινωνικό αποκλεισμό και άνισες ευκαιρίες. Εναντι αυτού, οικοδομεί την πολιτική πρόταση επιστροφής στην ασφάλεια του παρελθόντος με μεσσιανική μετάσταση που ξεπερνάει μεταφυσικά την πραγματικότητα, τον τρόπο που λειτουργεί η ελληνική και η διεθνής οικονομία, τους περιορισμούς χρηματοδότησης, τις ευρωπαϊκές συμβάσεις, τις διεθνείς συνθήκες... όλα.
Υπόσχεται την ανάσταση του χθες, όσο και μια επανάσταση που θα ξεκινήσει στην Ελλάδα και θα παρασύρει τους ευρωπαϊκούς λαούς με όραμα το ελληνικό παρελθόν. Κάθε αίτημα διεκπεραιώνεται. Κάθε διεκδίκηση ικανοποιείται. Ο κόσμος ένα άθροισμα επιμέρους στοχεύσεων. Το συλλογικό στην υπηρεσία του επιμέρους. Η Ευρωπαϊκή Ενωση όσο και η λαϊκή κυριαρχία των κρατών-μελών στην υπηρεσία της Ελλάδας... γιατί έτσι!
Από την άλλη, η κυβέρνηση εκφοβίζει με το χάος που θα φέρει η έλευση της αντιπολίτευσης με προτάσεις που συγκρούονται απευθείας με το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και οδηγούν στην έξοδο από το ευρώ. Εναντι αυτού υποστηρίζει την πολιτική της ως μονόδρομο με μια ιδεοληπτική εμμονή που την τυφλώνει έναντι της πραγματικότητας. Η ανεργία δεν είναι ανεργία αλλά υπερβάλλουσα προσφορά εργασίας. Η αποεπένδυση δεν είναι παρά αριστοποίηση κατανομής παραγωγικών πόρων. Η μείωση των μισθών δεν είναι κατάρρευση του βιοτικού επιπέδου αλλά αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας. Η συγκεντροποίηση του πλούτου δεν είναι ολιγοπώλιο και ιεραρχική διάταξη επιχειρηματικών συμφερόντων αλλά εκσυγχρονισμός. Η απαξία των περιουσιών δεν είναι φτώχεια αλλά προσαρμογή. Και η χώρα καλείται να επιλέξει. Ποιος είναι πιο ισχυρός; Ο φόβος της συνέχισης του λάθους ή της έλευσης του χάους; Λάθος ή χάος;
Και κάπου εκεί χάνεται η λογική... Η εναρμόνιση της νομισματικής πολιτικής στην προσπάθεια υπέρβασης της κρίσης, η μείωση των επιτοκίων και η αύξηση της ρευστότητας για την ενίσχυση της οικονομίας της απασχόλησης και της αξίας των περιουσιών. Η αλλαγή του πολιτικού συστήματος και η αναθεώρηση του Συντάγματος. Η κατάργηση των πελατειακών πολιτικών σχέσεων. Το άνοιγμα των αγορών. Η απελευθέρωση της επιχειρηματικότητας. Οι μεταρρυθμίσεις που δεν θα εξυπηρετούν απλώς ειδικά συμφέροντα. Οι ίσες ευκαιρίες. Η απτή δημοκρατική μετεξέλιξη της πραγματικότητας που ζουν οι πολίτες. Ας είναι ο σκοταδισμός του φόβου ως πολιτική, η τελευταία φάση πριν από την αναγέννηση της λογικής και του οράματος.

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Μουσάτος ή statesman; Το προφίλ του νέου κεντροαριστερού του Αλέξανδρου Π.

Το τραγούδι λέει «τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν είναι όπως παλιά». Η κεντροαριστερά είναι πλειοψηφική στην Ελλάδα για ιστορικούς λόγους, οπότε μοιραία η συζήτηση για το μέλλον αυτής διατηρεί ένα ενδιαφέρον. Μείζον ζήτημα είναι να δούμε το πλαίσιο στο οποίο καλείται να κινηθεί. Προσπαθώντας να το περιγράψουμε θα κατανοήσουμε πως υπάρχουν δυσκολίες και απαιτούνται υπερβάσεις.
1) Όπως πολύ εύστοχα περιγράφει ο Γεράσιμος Μοσχονάς «δύο είναι τα κυρίαρχα ρεύματα που έρχονται από την νεοελληνική ιστορία. Ένα ρεύμα έχει σαν αίτημα τη διατήρηση του προνομιακού δεσμού της χώρας με τη Δύση. Από την άλλη, ένα κοινωνικό ρεύμα που, επίσης, έρχεται από μακριά και έχει ως επίκεντρο το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης». Και τα δύο ρεύματα πρέπει να τα εκφράσει η κεντροαριστερά. Όχι το ένα σε βάρος του άλλου. Προνομιακή στάση της κεντροαριστεράς υπέρ του ενός έναντι του άλλου την καθιστά κουτσή.
2) Κατανόηση της κρίσης. Μπορεί η παγκόσμια κρίση να αποδόθηκε συνοπτικά και χονδροειδώς στην παγκόσμια αρρύθμιστη οικονομία ή στην «νεοφιλελεύθερη οικονομική ορθοδοξία» αλλά στην περίπτωσή μας η αιτία δεν είναι αμιγώς αυτή. Η ελληνική version του κρατισμού σε συνδυασμό με δομικές αδυναμίες της ΕΕ οδήγησαν τα πράγματα στο σημείο που βρισκόμαστε. Παράπλευρο αποτέλεσμα αυτής της σύμφυσης των αιτιών είναι η παραζάλη των Ελλήνων, η συνθετότητα των αναλύσεων, η ιδεολογικοποίηση της διαμάχης γύρω από το μνημόνιο. Εδώ η κεντροαριστερά οφείλει να εξηγήσει και να αναλύσει. Να κάνει την αυτοκριτική της και να δει τα λάθη της. Να παρουσιάσει στο τέλος αυτής της διαδικασίας μια ενοποιημένη ανάλυση του προβλήματος, πειστική και να υποδείξει τη λύση.
3) Κράτος. Σε συνέχεια του προηγούμενου, μείζονα ρόλο στο σχέδιο της κεντροαριστεράς παίζει το κράτος. Και εδώ τα πράγματα δεν είναι (;) τόσο ξεκάθαρα. Τη στιγμή που πρέπει να μειωθεί το κράτος, να γίνουν ιδιωτικοποιήσεις, να απελευθερωθούν δημιουργικές δυνάμεις της αγοράς, να ανοίξουν τα κλειστά επαγγέλματα, να λειτουργήσει ο ανταγωνισμός, απαιτείται κρατική παρέμβαση σε νέα πεδία. Ρυθμιστικές αρχές, αναδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους, στόχευση, διοικητική μεταρρύθμιση κ.ο.κ. Δεν αρκεί να λέμε πως 1.000.000 πολίτες πρέπει να αλλάξουν επάγγελμα στρεφόμενοι σε διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες ( ή σε άλλα που θα υποκαθιστούν τις εισαγωγές) αλλά να δούμε μια ποιο τρόπο μπορεί να υποβοηθηθεί αυτή η μετάβαση. Εδώ το κράτος έχει ρόλο. Φορολογία, κόστος ενέργειας, υποδομές, διασφάλιση κανόνων ανταγωνισμού – αυτά είναι υποθέσεις του κράτους. Αναστροφή της ανεστραμμένης πυραμίδας είναι ο στόχος. Σε αυτήν την προσπάθεια η κεντροαριστερά έχει το πλεονέκτημα αλλά και το πρόβλημα. Πλεονέκτημα διότι καταστατικά οφείλει να συνδυάσει ελεύθερη οικονομία και παρέμβαση κράτους με τρόπο ισορροπημένο. Πρόβλημα διότι δεν έχει αυτήν την κουλτούρα, έχει βεβαρημένο παρελθόν και πολιτικό προσωπικό που έχει φθαρεί.
4) Κρίση, αυταρχισμός και δημοκρατία. Είναι προφανές πως για να βγούμε από την κρίση αλλά και να ανορθωθεί η χώρα, χρειάζεται συντεταγμένη προσπάθεια. Συντονισμός. Όχι σκορποχώρι. Αυτό είναι μία αναγκαιότητα. Όμως επειδή αυτή η αναγκαιότητα πολλές φορές μετατρέπεται σε έναν λανθάνοντα αυταρχισμό η κεντροαριστερά οφείλει να ακολουθήσει την αντίθετη συνταγή από τις δυνάμεις της συντήρησης. Ενίσχυση και αναμόρφωση θεσμών, δημοκρατία, συμμετοχή. Η κοινωνία είναι μέτοχος και όχι άθροισμα υπηκόων, ούτε αντίπαλος.5) Μουσάτος ή statesman; Βολονταρισμός ή σχέδιο; Η αλήθεια είναι ότι μας γοητεύει το μούσι, ο βολονταρισμός, η ζωτικότητα, η ρητορική, ο δυναμισμός. Το μεταπολιτευτικό παράδειγμα είναι που μας οδηγεί εκεί. Όμως η συγκυρία αποδεικνύει ότι δεν αρκεί αυτό. Οι λύσεις θα έρθουν μέσα από διαδικασίες, σχέδια, αντιερωτικούς συμβιβασμούς και υπομονή. Ο νέος κεντροαριστερός δεν μπορεί να είναι ιδεολογικά πληθωριστικός και τεχνοκρατικά ανεπαρκής, ούτε όμως άνευρος κουστουμάτος πληκτικά τεχνοκρατικός.

Καινοτομία και το μέλλον της εκπαίδευσης | Κλήμης Πυρουνάκης

Το έργο του Κλήμη Πυρουνάκη είναι γνωστό. Μεταξύ άλλων, διετέλεσε μέχρι το 2012 διευθυντής και καθηγητής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας στις Γυναικείες Φυλακές Ελεώνα Θηβών. Σήμερα,  παραμένει εκεί εθελοντικά ως ιδρυτικό μέλος του Δικτύου Στήριξης Φυλακισμένων και Αποφυλακισμένων Γυναικών.
Τον περασμένο μήνα είχαμε την ευκαιρία να παρευρεθούμε σε μία ομίλια του στα πλαίσια της εναρκτήριας συνάντησης του δικτύου GNOSIS, που στοχεύει στην εξέλιξη της εκπαίδευσης στη χώρα μας. Με θέμα το μέλλον της Εκπαίδευσης, ο κ. Πυρουνάκης κατέθεσε το απόσταγμα της  μακρόχρονης εκπαιδευτικής του  εμπειρίας και προσδιόρισε το μέλλον της εκπαίδευσης στη χρήση των νέων τεχνολογιών.  Αξιολόγησε την κατάσταση με γλαφυρό και ουσιαστικό τρόπο τόσο που δεν άφησε κανέναν ακροατή αδιάφορο. Ευχαριστούμε θερμά τον κ. Πυρουνάκη που μας εμπιστεύτηκε τη Απαντώντας στο ερώτημα ποιους τομείς οφείλουμε να δούμε διαφορετικά στην Εκπαίδευση, επισημαίνουμε ότι το σύστημα είναι ακόμη γραφειοκρατικό – συγκεντρωτικό. Αναγκάζει τον διευθυντή και τους καθηγητές, να αναλώνουν τον εκπαιδευτικό τους χρόνο συμπληρώνοντας καταστάσεις, στατιστικά, προϋπολογισμούς και παρόμοια. «Καλοί καθηγητές» είναι οι τυπικοί, οι τυπολατρικά συνεπείς, χωρίς να υπολογίζεται εάν έχουν στοιχειώδεις σχέσεις με τους μαθητές και αν επενδύουν σε διαπροσωπικές επικοινωνίες. «Κακοί καθηγητές» είναι οι laissez-faire, οι ανήσυχοι, οι ενθουσιώδεις, αυτοί που χάνουν χρόνο κουβεντιάζοντας με τα παιδιά, ακόμη και στα διαλείμματα, που φροντίζουν να βρίσκουν εκπαιδευτικό υλικό για την ενίσχυση της αναζήτησης του καινούριου που λαχταρά η ψυχή του μαθητή, αυτοί που επενδύουν στη δυναμική της ομάδας. Αυτοί οι «κακοί» καθηγητές συν τοις άλλοις δέχονται κριτική και από την προϊσταμένη αρχή, αλλά και από συναδέλφους που είναι ακόμη προσκολλημένοι στο παλιό σχολείο, στις δοκιμασμένες πρακτικές του καταλόγου, στην αναγκαστική απομνημόνευση και στην επανάληψη που τη θεωρούν «μητέρα της μάθησης». Επιπλέον οι «κακοί» καθηγητές συχνά ταλαιπωρούνται με αναφορές και ένορκες διοικητικές εξετάσεις. Το περίεργο είναι ότι στις εγκυκλίους οι εκπαιδευτικοί καλούνται σε δράσεις καινοτομίας. Μόλις αυτές ξεκινήσουν και γίνονται πράξη, ο ίδιος ο μηχανισμός βάζει γραφειοκρατικά εμπόδια και γίνονται τροχοπέδη.
Οι αποφάσεις για την οργάνωση των σχολείων παίρνονται συνήθως από ανθρώπους χωρίς διδακτική εμπειρία και τα εγκεφαλικά τους αποκυήματα βασανίζουν την εκπαιδευτική κοινότητα. Αυτοί οι παράγοντες δεν είναι «μπαρουτοκαπνισμένοι» και δεν κατέχουν τι έχει το μυαλό των παιδιών μέσα, τις ανησυχίες τους και τις φοβίες τους.
Η παλιά γενιά των καθηγητών, αλλά και πολλοί από τους καινούριους είμαστε γενιά του βιβλίου. Με την ηλεκτρονική επανάσταση οι μαθητές μας σιγά σιγά γίνονται η γενιά της εικόνας και της ηλεκτρονικής μηχανής. Οι παλιοί επιμένουν στην αποστήθιση κειμένων, στη διδακτέα ύλη και η μεγαλύτερη τραγωδία επισημαίνεται, όταν μετά τις Πανελλαδικές Εξετάσεις στην τηλεόραση βλέπουμε τις σωστές απαντήσεις των θεμάτων «σελίδα τάδε, η εξής παράγραφος…».
δημοσίευση της ομιλίας του.Υπάρχει μια μερίδα καθηγητών που πάσχει από ακαδημαϊσμό. Θεωρούν τιμή τους να νιώθουν ότι είναι φορητές εγκυκλοπαίδειες.
Πολλές φορές επιμένουμε στην εξειδίκευση του μερικού.
Σε μερικές ειδικότητες η ύλη είναι απολιθωμένη. Η επιστήμη τρέχει και εμείς επιμένουμε να διδάσκουμε ξεπερασμένες γνώσεις.
Ας σημειώσουμε το τελευταίο που γίνεται λόγω λιτότητας. Να διδάσκουν μαθήματα καθηγητές εκτός ειδικότητας με ανάθεση. Οι καθηγητές αναγκάζονται να κάνουν εκατό δουλειές, πού να βρεθεί χρόνος για ενσυναίσθηση, για επικοινωνία με γονείς, για οργάνωση εκδηλώσεων, εκπόνηση προγραμμάτων κ.α.
Καινοτομία είναι να επιζητούμε μόνιμη σχέση με την πνευματικότητα. Να επεξεργαζόμαστε την ενδοπροσωπική νοημοσύνη αλλά και τη διαπροσωπική και να ασχολούμαστε με την αναζήτηση του ωραίου. Να επιμένουμε να αλλάζουμε την αισθητική του χώρου.
Πόσο θλιβερό είναι το σημερινό σχολείο. Έξω λερωμένο, μέσα άδειο. Θα σας πω μια προσωπική ιστορία. Με κάλεσαν οι συμμαθητές μου από τη δευτέρα δημοτικού. Και συνταθήκαμε μετά από 55 χρόνια στην τάξη μας. Οι τοίχοι της τάξης ήταν ίδιοι, άδειοι, ένας καλόγηρος στην άκρη, η έδρα, η εικόνα του Χριστού εξουσιαστή πάνων από τον πίνακα. Πέρασαν 55 χρόνια και δεν άλλαξε τίποτα. Η αισθητική του χώρου είναι ο καθρέφτης της ψυχής, γίνεται καθοριστικός παράγοντας στη διαμόρφωση της διάθεσης, του ψυχισμού, της δημιουργικότητας του μαθητή και του καθηγητή και υποβοηθά στην ανάδειξη του καινούριου.
Σε μια χώρα σαν τη δική μας με τέτοιο φως και πολιτιστικές καταβολές είναι η απόλυτη παραφωνία.
Καινοτομία είναι η μαθητοκεντρική – βιωματική προσέγγιση. Η κάθε ώρα διδασκαλίας να επιφυλάσσει τη μοναδικότητά της και αυτό μπορεί να γίνεται γιατί η διάθεση του καθηγητή και των μαθητών δεν είναι σταθερή, όλα αλλάζουν, όλα κινούνται. Οι ιστορικές στιγμές (μικρόκοσμος, μεγάκοσμος) κυλούν. Το βιολογικό αποτύπωμα του καθενός, ο συναισθηματικός κόσμος, το απροσδόκητο και οι διαπροσωπικές σχέσεις μόνιμα μετασχηματίζονται.
Ας δίνουμε τουλάχιστον την εντύπωση ότι κινούμαστε συνειδητά στο χωροχρόνο, να σκεφτόμαστε και να λειτουργούμε ως σκαπανείς, ως δημιουργοί, ως εφευρέτες. Οι ανάγκες της ανθρώπινης ύπαρξης είναι επιτακτικές. Η ικανοποίηση των αναγκών να εξυπηρετούνται από τις ανθρώπινες νοημοσύνες. Η καλλιέργεια όλων των μορφών νοημοσύνης γίνονται ελπίδα για το μέλλον, γίνονται τα εργαλεία που ξεκλειδώνουν τα μυστικά της δημιουργίας. Ας επαναλάβουμε τις πιο βασικές: λεκτική-γλωσσική, λογική, οπτική, μουσική, διαπροσωπική, ενδοπροσωπική, περιβαλλοντική νοημοσύνη κ.α.
Οφείλουμε να γνωρίζουμε πώς λειτουργεί το όλο πρόσωπο του μαθητή, ποιοι αμυντικοί μηχανισμοί υπάρχουν μέσα του και ποια είναι τα πρόσφορα κίνητρα για αλλαγή. Η αλλαγή, η διαφοροποίηση, η επένδυση και η μόρφωση επιτελείται όταν ο μαθητής είναι συναισθηματικά έτοιμος. Και κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Ο μαθητής μέσα στο σχολείο πρέπει (είναι υποχρέωση των υπεύθυνων) να νιώθει ασφαλής. Όλο το ανθρωπογενές περιβάλλον να λειτουργεί ως υποστηρικτικός ιστός. Εδώ είναι καταλυτικός και ο ρόλος του γονιού (εάν ο γονιός έχει προβλήματα, βρίσκουμε τρόπους διαχείρισης με άλλους φορείς και άλλους υποστηρικτικούς παράγοντες). Άλλως καλλιεργείται ο φόβος και η ανασφάλεια. Το αποτέλεσμα του φόβου και της ανασφάλειας είναι η καταφυγή σε κάθε είδους εξαρτήσεις (κομματισμός –χουλιγκανισμός -δίκτυα μαφίας – χρήση ουσιών – σχολικός εκφοβισμός…). Τα παιδιά μας ευάλωτα γίνονται καράβια χωρίς πυξίδα.
Οι ευρωπαϊκές δράσεις συνεργατικής μάθησης δείχνουν ένα νέο μοντέλο σχολείου που κάνει πράξη την ανεκτικότητα, τη διαπολιτισμικότητα, τη συνύπαρξη, την αλληλοκατανόηση. Γίνονται η απόδειξη της βιωματικής μάθησης. Τα ευρωπαϊκά προγράμματα Comenius και E-twinning γίνονται οδηγός του πώς μπορούμε να μεταμορφώνουμε τη διαδικασία μάθησης, επικοινωνίας και δημιουργίας. Ακόμα και το πλαίσιο σπουδών των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας είναι έξυπνο, ευέλικτο και συμπερασματικά αποτελεσματικό. Όλοι οι γραμματισμοί λειτουργούν αυτόνομα και ταυτόχρονα συνεργατικά. Το ΣΔΕ δοκιμασμένο σε περιθωριακές, ευάλωτες ή παροπλισμένες ομάδες ανθρώπων έχει να παρουσιάσει θετικά αποτελέσματα.
Οφείλουμε πλέον να αντιληφθούμε ότι ανέτειλε ένας καινούριος κόσμος.Ας μην μένουμε σαστισμένοι, ας δράσουμε με μέτρο και ταχύτητα, ας χρησιμοποιήσουμε τις νέες τεχνολογίες ως μέσο για τη διερεύνηση του καινούριου που επιφυλάσσει την ελπίδα για να βγούμε από τα αδιέξοδα: υπαρξιακά – φιλοσοφικά – οικονομικά.

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Τα πλεονεκτήματα και τα "κόστη" μίας άμεσης αναδιάρθρωσης του εθνικού χρέους


του Γιάννη Σιάτρα


Κατά τις τελευταίες μέρες, τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στο εξωτερικό, διευρύνεται σημαντικά η συζήτηση για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους.

Σε αρθρογραφία μας, έχουμε εξηγήσει για ποιούς λόγους θεωρούμε πλέον τις προσπάθειες για την αποφυγή της αναδιάρθρωσης ως μάταιες. Επιγραμματικά, κατά την άποψή μας, οι λόγοι που τελικά θα οδηγήσουν στις διαδικασίες μίας “σχεδιασμένης αναδιάρθρωσης” είναι το γιγάντιο μέγεθος του χρέους, ο ρυθμός μεταβολής του, η αποτυχία της Κυβέρνησης να εφαρμόσει τα μέτρα του Μνημονίου και κυρίως να περιορίσει το τερατώδες μέγεθος του Κράτους και περισσότερο απ’ όλα, η αποτυχία της Κυβέρνησης να εμπνεύσει τον ελληνικό λαό (αλλά ακόμη και πολλούς Υπουργούς) για το ότι υπάρχει διέξοδος και ότι οι θυσίες του μπορούν να πιάσουν τόπο.

Επί αρκετούς μήνες, θεωρούσαμε ότι, μέσα από πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις, το χρέος της χώρας μπορούσε να είναι διαχειρίσιμο, έτσι ώστε η χώρα να αποφύγει την αναγκαστική αναδιάρθρωσή του. Δύο από τις εκ των “ων ουκ άνευ” προϋποθέσεις ήταν η έκδοση ευρω-ομολόγων και η επίτευξη της μείωσης των ελλειμμάτων, ήδη από το 2010 και η εμφάνιση πρωτογενών πλεονασμάτων από το β’ εξάμηνο του 2011.
Με την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής, το πρώτο αποκλείστηκε, ενώ με την ανακοίνωση του δημοσιονομικού ελλείμματος του 2010, φάνηκε ότι η μείωση των ελλειμμάτων δεν επιτυγχάνεται και ούτε καν προσεγγίζει τους στόχους.

Μετά από τις εξελίξεις αυτές, αναθεωρήσαμε την άποψή μας για το ζήτημα της ικανότητας διαχείρισης του χρέους. Παράλληλα όμως, η αναθεώρηση αυτή μας οδηγεί στην υποστήριξη της θέσης για την όσο το δυνατό ταχύτερη λήψης της πολιτικής απόφασης για την αναδιάρθρωσή του. Δηλαδή, δεν έχει πλέον καμία σημασία να περιμένει η χώρα έως το 2013 για να καταλήξει να κάνει την αναδιάρθρωση του χρέους, αφού εάν αυτή γίνει άμεσα, παρέχει στη χώρα περισσότερες ωφέλειες.

Με τον όρο “αναδιάρθρωση” εννοούμε την ανάληψη πρωτοβουλίας για το “φιλικό και συναινετικό διακανονισμό” με τους ομολογιούχους, στη βάση της κοινής αντίληψης της μη διαχειρισιμότητας και στην εξεύρεση κοινά αποδεκτών πρακτικών για τους τρόπους αποπληρωμής τμήματος της οφειλής της χώρας προς αυτούς, ή την επιμήκυνση της περιόδου αποπληρωμής, ή της μείωσης του επιτοκίου, ή συνδυασμό όλων των προηγούμενων.

Ποιά είναι όμως τα πλεονεκτήματα και ποιά τα μειονεκτήματα από μία απόφαση για την αναδιάρθρωση του χρέους; Και ακόμη περισσότερο, ποιά είναι τα πλεονεκτήματα και ποιά τα μειονεκτήματα από μία άμεση αναδιάρθρωση;

Κατά την άποψή μας, τα κυριότερα πλεονεκτήματα είναι:

- Τερματισμός της περιόδου αβεβαιότητας και άγχους που επί μήνες βιώνει η ελληνική κοινωνία και οικονομία. Αυτό είναι το πιο σημαντικό κέρδος από την ταχύτερη έλευση μίας εξέλιξης που, όλο και περισσότερο, δείχνει να είναι αναπόφευκτη. Όσο περισσότερο διάστημα διατηρείται η παρούσα νοσηρή αβεβαιότητα, τόσο μεγαλύτερη βλάβη προκαλείται στις δομές της οικονομίας και τόσο βαθύτερα βυθίζεται στην ύφεση.

- Μείωση του χρέους. Αναλόγως των μεθόδων (εκτιμάται ότι θα προκριθούν 2-3 μέθοδοι αναδιάρθρωσης) που θα εφαρμοσθούν, το χρέος μπορεί να μειωθεί έως και 65 περίπου δισεκατομμύρια ευρώ (με την υπόθεση ότι το “κούρεμα” για μία κατηγορία ομολόγων θα φθάσει περίπου στο 40%). Αν σ’ αυτή τη μείωση προστεθεί και μία ωφέλεια ύψους 25 έως 30 δισεκ. ευρώ που μπορεί να έχει η χώρα από το (“κουρεμένο”) χρέος που έχει ήδη συγκεντρώσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τότε το συνολικό όφελος μπορεί να φθάσει κάπου μεταξύ 90 - 95 δισεκ. ευρώ, το οποίο αποτελεί περίπου το 25% του συνολικού χρέους, μειώνοντας έτσι τη σχέση ΑΕΠ προς Χρέος στο 105% περίπου. Η σχέση αυτή παραμένει υψηλή, αλλά εάν η χώρα πετύχει -και θα πρέπει να πετύχει- την εμφάνιση πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2012 και εάν υπάρξει μία στατιστική αναθεώρηση του ΑΕΠ, τότε η σχέση αυτή μπορεί να μειωθεί κοντά στο 90%, ποσοστό το οποίο είναι διαχειρίσιμο.

- Μείωση του επιτοκίου και  χρονική επιμήκυνση. Συχνά, η μείωση του επιτοκίου και η επιμήκυνση μέρους του χρέους είναι ζητήματα που τίθενται στο “πακέτο” των διαπραγματεύσεων, τουλάχιστον για ένα τμήμα του χρέους, που είτε δε θα “κουρευτεί”, είτε θα “κουρευτεί” λιγότερο.

- Μείωση των ετησίων τόκων. Η μείωση του χρέους θα μειώσει το ποσό που ετησίως καταβάλλει η χώρα σε τόκους. Αυτό θα βελτιώσει το μέγεθος του ελλείμματος ή το πρωτογενές πλεόνασμα και θα απελευθερώσει πόρους για την κοινωνία, την οικονομία και την ανάπτυξη.

- Μεγαλύτερο “κούρεμα” του μη-εγγυημένου χρέους. Γνωρίζουμε ότι, με κάθε δόση που η χώρα λαμβάνει από την τρόικα, αυξάνεται το ύψος του “εγγυημένου” (προς τα Κράτη που μας δανειοδοτούν) χρέους και μειώνεται το ύψος του “μη εγγυημένου” χρέους (προς τους ιδιώτες ομολογιούχους). “Κούρεμα” μπορεί να γίνει μόνον προς το “μη εγγυημένο” χρέος. Συνεπώς, όσο πιο γρήγορα αποφασιστεί η αναδιάρθρωση, τόσο πιο μεγάλο τμήμα του χρέους μπορούμε να κουρέψουμε. Και αυτό σημαίνει, πιο πολλά χρήματα που μπορεί να “γλυτώσει” το Κράτος, αλλά και μικρότερο ποσοστιαίο “κούρεμα” στο ιδιωτικό, μη εγγυημένο χρέος. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που οι διεθνείς οίκοι υποβαθμίζουν διαρκώς τη χώρα μας, αφού προσπαθούν να την πιέσουν να αναδιαρθρώσει το χρέος της το συντομότερο δυνατόν, έτσι ώστε το ποσοστιαίο “κούρεμα” για τους ιδιώτες (και πελάτες των οίκων αξιολόγησης) να είναι μικρότερο.

- Καλύτερος προσδιορισμός της καθαρής θέσης των τραπεζών και των επιχειρήσεων. Σήμερα, είναι αδύνατο για έναν αναλυτή να προσδιορίσει την καθαρή θέση μίας Τράπεζας, αφού κανείς δε μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια την αξία των ομολόγων που έχει στο χαρτοφυλάκιό της. Το ίδιο συμβαίνει και με πολλές επιχειρήσεις. Λόγω αυτής της αβεβαιότητας, οι τράπεζες δυσκολεύονται στη συμμετοχή τους στην διατραπεζική αγορά, ενώ παράλληλα αυξομειώνεται το επίπεδο του επιτρεπόμενου δανεισμού τους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Με άλλα λόγια, μετά την αναδιάρθρωση και εφ’ όσον αυτή γίνει με κατάλληλο χειρισμό, θα δημιουργηθούν οι συνθήκες για τη σταδιακή αναθέρμανση της τραπεζικής χρηματοδότησης.

- Διακοπή του φαινομένου της φυγής κεφαλαίων από το τραπεζικό σύστημα (με κατεύθυνση το εξωτερικό, τις θυρίδες, ή ακόμη και τα ...μαξιλάρια). Σ’ αυτό το σημείο βέβαια χρειάζεται μία ξεκάθαρη επικοινωνιακή πολιτική της Κυβέρνησης, μέσα από την οποία θα διαβεβαιώνεται ότι δεν υπάρχει περίπτωση αποχώρησης από το ευρώ, ή εφαρμογής περιοριστικών μέτρων στις αναλήψεις από τις τράπεζες.

- Πολιτικές ανακατατάξεις. Είναι εύκολα κατανοητό ότι, με βάση τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, η απόφαση για μία τέτοια κίνηση μπορεί να ληφθεί μόνον από μία κυβέρνηση ευρύτερης βάσης και κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Συνεπώς, η όποια απόφαση ληφθεί, θα είναι καλά προσχεδιασμένη τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό και θα συνεπάγεται τη συνέχιση της διακυβέρνησης της χώρας από μία κυβέρνηση συνασπισμού, η οποία θα έχει την ευκαιρία να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα προσαρμογής, το οποίο θα έχει ευρύτερη πολιτική αποδοχή.

Θα μπορούσαμε βέβαια να καταγράψουμε πολλά ακόμη πλεονεκτήματα που θα προσέφερε σήμερα η αναδιάρθρωση του χρέους. Όμως, παραμένουμε στα κυριότερα. Άλλωστε, στο μέλλον θα έχουμε την ευκαιρία να επανέλθουμε στο ζήτημα.

Ποιά είναι όμως τα μειονεκτήματα; Ποιά είναι τα γενικότερα μειονεκτήματα (και κόστη) μίας αναδιάρθρωσης και ποιά είναι τα μειονεκτήματα της άμεσης αναδιάρθρωσης;

Για τα “κόστη” της αναδιάρθρωσης, έχουμε γράψει σε παλαιότερα άρθρα. Όμως, κατά πόσον τα “κόστη” αυτά εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται ως “κόστη”, όταν η εξέλιξη μοιραία οδεύει προς αυτή την κατεύθυνση.

Το μεγαλύτερο κόστος είναι η “διακοπή” της χρηματοδότησης της χώρας από τις διεθνείς αγορές για ένα χρονικό διάστημα (το οποίο εξαρτάται ανάλογα με τη διαδικασία “ανάνηψης” της οικονομίας της χώρας.
Όμως, συμμετέχει σήμερα η χώρα στις διεθνείς αγορές; Υπάρχει κάποια ελπίδα για σύντομη επιστροφή της; Επί μήνες, πολλούς μήνες τώρα, τα επιτόκια των ομολόγων της χώρας βρίσκονται “καρφωμένα” σε επίπεδα άνω του 12%!
Το μεγάλο επίτευγμα της Κυβέρνησης (επειδή πρέπει να αναγνωρίζονται τα θετικά) είναι ότι, πρωτοστάτησε για τη δημιουργία ευρωπαϊκών μηχανισμών για τη στήριξη χωρών που αντιμετωπίζουν προβλήματα.
Σήμερα υπάρχουν μηχανισμοί που μπορούν να χρηματοδοτήσουν τις δανειακές ανάγκες της χώρας, μετά την αναδιάρθρωση. Βεβαίως, με την υπογραφή νέων μνημονίων. Όμως, αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα για όσους αποτυγχάνουν στη διαχείριση των οικονομικών τους. Και δε γίνεται αλλιώς.

Το μεγαλύτερο κόστος στην περίπτωση της αναδιάρθρωσης του χρέους σήμερα, δεν είναι για το λαό, δεν είναι για μας. Ο λαός, έχουμε υποστεί το κόστος. Και το υποστήκαμε δυσανάλογα με τις ευθύνες μας. Το μεγαλύτερο κόστος είναι για την Κυβέρνηση και το ευρύτερο πολιτικό σύστημα , αφού η αναδιάρθρωση μίας χώρας, συνήθως προκαλεί και την καταβαράρθρωση των πολιτικών που συσχετίστηκαν με αυτή. Και αυτός είναι άλλωστε ο λόγος της καθυστέρησης στη λήψη της απόφασης. Άλλωστε, η ελπίδα για τους πολιτικούς, πάντα πεθαίνει τελευταία. Για τους πολίτες, έχει ήδη πεθάνει... Και ο μόνος τρόπος για να αναστηθεί, είναι να φύγει αυτό το βάρος της αβεβαιότητας και της καθημερινής μιζέριας, το συντομότερο δυνατό!


Πηγή: Εurocapital.gr

Ο προκρούστης της θεωρίας



του Γρηγόρη Μπέκου


 
Αντρέ Ορλεάν
Η ηγεμονία της αξίας –
Για μια επανίδρυση της οικονομίας
Μετάφραση Χριστιάννα Σαμαρά.
Εκδόσεις Πόλις, 2013,


 Παρίσι, 1952. Ο αμερικανός στατιστικολόγος Λέοναρντ Σάβατζ συναντάται με τον γάλλο οικονομολόγο (και μετέπειτα νομπελίστα) Μορίς Αλέ στο πλαίσιο ενός επιστημονικού συνεδρίου αφιερωμένου στην αβεβαιότητα. Κύριο θέμα της συζήτησής τους είναι το «κριτήριο επιλογής» για ένα «σύστημα εναλλακτικών ενεργειών με αβέβαιες συνέπειες» που έχει επινοήσει ο πρώτος και το οποίο βασίζεται στη σύγκριση των διαφόρων «προσδοκιών ωφέλειας», ώστε να επιλεγεί προφανώς η μεγαλύτερη δυνατή ωφέλεια.

Οι δυο τους συζητούν, με άλλα λόγια και υπό μια ευρύτερη έννοια, πώς συμπεριφέρονται τα άτομα όταν έρχονται αντιμέτωπα με το ρίσκο. Ο Αλέ θέλει να αποδείξει ότι το κριτήριο του Σάβατζ που εισάγει στην προβληματική αυτή δύο υποκειμενικές εκτιμήσεις - δηλαδή τις ωφέλειες και τις πιθανότητες, οι οποίες βεβαίως εκτιμώνται διαφορετικά από τον καθένα μας - δεν συνάδει με τη συμπεριφορά του ορθολογικού ατόμου.

Ο Αλέ, προκειμένου να δοκιμάσει την εγκυρότητα του κριτηρίου του Σάβατζ, καταφεύγει στην εμπειρική εφαρμογή και στην παρατήρηση. Τι κάνει; Επινοεί με τη σειρά του ένα μαθηματικό πείραμα και προτείνει, σε μια ομάδα ατόμων που επιλέγει στην τύχη, δύο ταυτόχρονες επιλογές: ανάμεσα στο Α και στο Β, και ανάμεσα στο Γ και στο Δ. Το κάθε άτομο καλείται να επιλέξει χωρίς να γνωρίζει την «κρυφή συσχέτιση» που έχει σκαρώσει ο Αλέ, ο οποίος έχει διαρθρώσει με τέτοιον τρόπο τις επιλογές ώστε το άτομο που, σύμφωνα με το κριτήριο του Σάβατζ, θα προτιμήσει το Α από το Β, θα προτιμήσει αναγκαστικά και το Γ από το Δ ανεξαρτήτως της προσωπικής του κλίσης. Το αποτέλεσμα; Τα άτομα που προτίμησαν το Α από το Β, προτίμησαν στην πλειονότητά τους και το Δ από το Γ! Το συμπέρασμα; Η συμπεριφορά των ατόμων αντιφάσκει πλήρως με το μοντέλο του Σάβατζ, το κριτήριό του καταρρέει.

Αλήθεια και ψέμα
Ο Αλέ όμως πήγε ένα βήμα παραπέρα τότε: συμπεριέλαβε στο πείραμά του και τον ίδιο τον Σάβατζ. Τι συνέβη; Ο τελευταίος απάντησε όπως η πλειονότητα των ερωτηθέντων! «Ο επινοητής του κριτηρίου διαψεύδει με την επιλογή του τις ίδιες του τις υποδείξεις», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο 64χρονος γάλλος οικονομολόγος Αντρέ Ορλεάν στο βιβλίο του «Η ηγεμονία της αξίας - Για μια επανίδρυση της οικονομίας».

Ο ίδιος ανακαλεί το φαινόμενο αυτό, το οποίο ονομάστηκε «παράδοξο του Αλέ» και επηρέασε στη συνέχεια πλήθος επιστημόνων σε άλλα πεδία, όπως η ψυχολογία, για να καταδείξει ακριβώς ότι η διαπιστωμένη τάση της οικονομίας, η κυριαρχούσα σήμερα αντίληψη για την οικονομία καλύτερα, «επικεντρώνεται σε φορμαλιστικά σχήματα αποκομμένα από την εμπειρική πραγματικότητα».

Επί της ουσίας «η οικονομία ενδιαφέρεται λιγότερο για το είναι και περισσότερο για το δέον», οι οικονομολόγοι δηλαδή δεν ενδιαφέρονται τόσο να περιγράψουν την πραγματικότητα της οικονομίας στην ολότητά της όσο να περιορίσουν την ίδια την πραγματικότητα της οικονομίας στα μέτρα τους, να την κάνουν «λειτουργική» και «αποτελεσματική», πλην όμως περιορισμένης επιστημονικής ευθύνης, να την εγκλωβίσουν στο κανονιστικό πλαίσιο των μοντέλων τους και στα πρότυπα της «εργαλειακής ορθολογικότητάς» τους.

Το καταφέρνουν βεβαίως και, όπως διαβλέπει ο συγγραφέας, θα συνεχίσουν να το κάνουν λόγω μιας συνολικά ελλειμματικής αντίληψης που χαρακτηρίζει την παράδοση της οικονομικής θεωρίας - χωρίς να συνυπολογίζουμε τα συμφέροντα που καραδοκούν. Αν δηλαδή η πραγματικότητα δεν είναι συμβατή με τις ιδέες των οικονομολόγων, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα!

Θαρραλέο δοκίμιο
Οσοι θεωρούν τη διαπίστωση υπερβολική καλό θα ήταν να διαβάσουν αυτό το θαρραλέο δοκίμιο κριτικού και επιστημολογικού αναστοχασμού που στοχεύει στην επανίδρυση της οικονομικής θεωρίας και επιπλέον αποδεικνύει την αναγκαιότητα υπαγωγής της στις κοινωνικές επιστήμες.

Στο βιβλίο αυτό, μια ψύχραιμη και αναλυτική επιχειρηματολογία ενός οικονομολόγου που θέλει να τα έχει καλά με τον εαυτό ως επιστήμων αλλά και ως πολίτης, ο αναγνώστης δεν θα συναντήσει ούτε μία φορά τον όρο «νεοφιλελευθερισμός» μολονότι η προσέγγιση του συγγραφέα καταρρίπτει επί της ουσίας το θεωρητικό υπόβαθρο αυτής της αντίληψης ως δομικά ελλειμματικό.

Ο Αντρέ Ορλεάν, για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους που μεταχειρίζεται ο ίδιος, ασχολείται με τη «νεοκλασική θεωρία» ή το «βαλρασιανό μοντέλο» (το όνομα προέκυψε από τον γάλλο οικονομολόγο της «γενικής ισορροπίας» Λεόν Βαλράς), διερευνώντας τα όρια και τη συνοχή του. Δεν το ακυρώνει και αυτό είναι το ενδιαφέρον στο εγχείρημά του - εφόσον δεν υπάρχει ένα καινούργιο «παράδειγμα» για να πάρει τη σκυτάλη, δεν τίθεται θέμα απόρριψής του -, αντιθέτως αναγνωρίζει τη χρησιμότητά του στην τυποποίηση και στην κατανόηση των οικονομικών μηχανισμών. Αμφισβητεί ωστόσο τη γενική ισχύ του και εξηγεί γιατί δεν είναι αρκετό και γιατί μπορεί να αποβεί καταστροφικό - η ακραία απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας επικυρώνει του λόγου το ασφαλές.

Χρειαζόμαστε, υπογραμμίζει ο Αντρέ Ορλεάν, ένα ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο που θα συλλαμβάνει την εμπορευματική οικονομία στο σύνολο των σύνθετων καθορισμών της. «Το ζήτημα της αξίας οφείλει να τοποθετείται πάντοτε σε κεντρική θέση, ως βασικό εργαλείο ανάλυσης κάθε αμιγούς θεωρίας που εκκινεί από ένα ορθολογικό σχήμα» μας υπενθυμίζει ο Γιόζεφ Σουμπέτερ.

Η αξία ενός εμπορεύματος - λέει η νεοκλασική θεωρία - θεμελιώνεται στη χρησιμότητά του. «Αυτή είναι η βασική αρχή που εδρεύει στην καρδιά της σύγχρονης οικονομικής σκέψης» υπογραμμίζει ο Αντρέ Ορλεάν.

Στρεβλή σχέση
Εκεί βρίσκεται η ρίζα της στρεβλής σχέσης που έχουν οι οικονομολόγοι με την πραγματικότητα. «Η αξία γίνεται αντιληπτή ως ένα μέγεθος που προσδιορίζεται εξωγενώς προς τις ανταλλαγές, βάσει μιας ουσίας - της χρησιμότητας - η οποία ενυπάρχει στα εμπορεύματα» εξηγεί ο συγγραφέας. Ωστόσο «είναι λάθος να συναρτάμε την εμπορευματική αξία αποκλειστικά και μόνο με τη λογική της χρησιμότητας», καθώς υπάρχουν και άλλες παράμετροι, όπως ο αγώνας των ανθρώπων για «κοινωνική διάκριση» που ενεργοποιεί τον λεγόμενο «μιμητικό ανταγωνισμό» (μοντέλο Βέμπλεν). Τα άτομα ζουν σε κοινωνίες και όχι σε δοκιμαστικούς σωλήνες.

Ο Αντρέ Ορλεάν υποστηρίζει ότι πρέπει να συλλάβουμε την εμπορευματική αξία ως ένα αυτόνομο μέγεθος που απορρέει από τις κοινωνικές σχέσεις. «Τούτη η αυτονομία, η οποία προσδίδει στην αξία μια ηγεμονική δύναμη, επιτυγχάνεται χάρη στο χρήμα», τονίζει, «το χρήμα είναι ο ιδρυτικός θεσμός της αξίας» και των ανταλλαγών. «Η επιθυμία για χρήμα - και όχι η επιθυμία για χρήσιμα αγαθά - είναι η ζωογόνος ενέργεια, η κινητήρια δύναμη του εμπορευματικού ανταγωνισμού». Η φύση της αξίας επομένως είναι κατ' εξοχήν θεσμική σύμφωνα με τον συγγραφέα. «Η γενικευμένη δυσπιστία που προκαλεί το χρήμα στους φιλελεύθερους στοχαστές είναι πολύ διδακτική» γράφει - και έχει δίκιο. 
 
Πηγή: ΒΗΜΑ

ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΕΟΥΣ


του Νίκου Χριστοδουλάκη*

Σήμερα υπάρχει ανάγκη ριζικής επανεξέτασης του προβλήματος του χρέους και οι επιλογές δεν είναι απεριόριστες. Στην πραγματικότητα είναι μόλις τρείς:

(α) Μονομερής διαγραφή, πράγμα που θα οδηγήσει σε πλήρη σύγκρουση με τις πιστώτριες χώρες και έξοδο από το Ευρώ.

(β) Συναινετική διαγραφή χρέους , πράγμα που θα απαιτήσει όμως νέο Μνημόνιο και προγράμματα προσαρμογής. Υπό τις παρούσες πολιτικές συνθήκες, η έγκριση τους είναι κοινοβουλευτικά επισφαλής ενώ το αποτέλεσμα θα είναι και πάλι ασταθές και αδιέξοδο.

(γ) Αναδιάρθρωση πληρωμών και ισχυρή ανάπτυξη. Η επιλογή αυτή είναι η μόνη που αποσοβεί μια νέα κρίση τόσο στις σχέσεις της Ελλάδας με τους εταίρους στην Ευρωζώνη γιατί αποφεύγει την άρνηση πληρωμών όσο και μια νέα ανάφλεξη συγκρούσεων στο εσωτερικό της χώρας επειδή δεν απαιτεί νέο Μνημόνιο και απηνή δημοσιονομική λιτότητα.

Η τρίτη επιλογή βέβαια δεν είναι ούτε εύκολες ούτε αυτόματες. Πέρα από την συμφωνία που πρέπει να γίνει με τις πιστώτριες χώρες για την μείωση του επιτοκίου και άλλες διευκολύνσεις και επιμήκυνση στον χρονικό καταμερισμό των πληρωμών, απαιτείται και η διασφάλιση δύο άλλων διαδικασιών: η σταθερότητα του δημοσιονομικού πλεονάσματος και η υλοποίηση του αναπτυξιακού στόχου με νέες επενδύσεις. Η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος – έστω και μικρού – παρέχει σήμερα την δυνατότητα να τεθούν νέοι κανόνες για την σταθεροποίηση της οικονομίας και να αναληφθούν πρωτοβουλίες για την έξοδο από την ύφεση, όπως περιγράφονται στην συνέχεια.

Νέα Συμφωνία
Το πρώτο και καθοριστικό βήμα είναι ο απεγκλωβισμός της χώρας από τον μηχανισμό των συνεχών και αδιέξοδων μέτρων λιτότητας που επιβάλει το Μνημόνιο και να σταματήσει η ακραία αποτυχημένη διαδικασία διαβουλεύσεων με την Τρόϊκα. Στόχος πρέπει να είναι η διαμόρφωση μιας Νέας Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία θα είναι διμερής και όχι τετραμερής όπως είναι σήμερα. Η σημερινή συγκυρία στην Ευρωπαϊκή Ένωση ευνοεί την ανάληψη πρωτοβουλίας για την αλλαγή του πλαισίου ασφυκτικής υπαγόρευσης, καθώς όλο και περισσότεροι αναγνωρίζουν την αναποτελεσματικότητα των μεθόδων ακραίας λιτότητας που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια. Η διαμάχη μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωζώνης για το ποιος απέτυχε περισσότερο, μπορεί να αξιοποιηθεί από την Ελλάδα για την υπαγωγή όλων των εκκρεμών θεμάτων σε ένα πλαίσιο διαπραγμάτευσης, αποκλειστικά ευρωπαϊκό. Αν δεν μπορούμε να πειστούμε μόνοι μας για αυτή την προοπτική, ας θυμηθούμε τουλάχιστον την τόλμη του συντηρητικού Ισπανού Πρωθυπουργού που το 2012 έκλεισε την πόρτα στο ΔΝΤ και ανέλαβε ο ίδιος το κόστος για την απαιτούμενη προσαρμογή. Μέσα σε ένα χρόνο η Ισπανία βγήκε από την ύφεση και τελικά τον Δεκέμβριο 2013 απαλλάχθηκε από το καθεστώς επιτήρησης.

Στην Ευρώπη όλοι ξέρουν ότι ήρθε η ώρα για περισσότερο ρεαλισμό και λιγότερο δογματισμό στις αποφάσεις που δεν αφορούν μόνο την τύχη μιας οικονομίας, αλλά τελικά και την ίδια την κοινωνία. Για τον λόγο αυτό, η προσπάθεια εξόδου από την κρίση πρέπει να γίνει από κοινού με την Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια διαδικασία συναπόφασης, συμμετρικής ευθύνης και ταύτισης επιδιώξεων. Όσο παραπλανητικό και επιζήμιο είναι να ξεσπαθώνουν διάφοροι «εθνικά αγέρωχοι» εναντίον των Βρυξελλών καταγγέλλοντας ότι επεμβαίνουν στα εσωτερικά μας, άλλο τόσο ευθυνόφοβο είναι να θεωρείται η Ελλάδα από την Κομισιόν ως μοιραία περίπτωση κακοδαιμονίας ανεξάρτητα από κυβερνήσεις και πολιτικές θέλοντας έτσι να αποσείσει τις δικές της ευθύνες για την αδράνεια και την ανοχή που έδειξε τα τελευταία χρόνια στην κατρακύλα της ελληνικής οικονομίας. Το περιεχόμενο της Νέας Συμφωνίας μπορεί να περιέχει τα εξής:

Το πρωτογενές πλεόνασμα

Το πρωτογενές πλεόνασμα αναδεικνύεται σε ακρογωνιαίο λίθο της δημοσιονομικής πολιτικής ώστε να καλύπτονται όλες οι εσωτερικές ανάγκες χρηματοδότησης χωρίς ανάγκη προσφυγής σε νέο δανεισμό εξ αυτού του λόγου. Το πλεόνασμα όμως για να είναι πραγματικό και διατηρήσιμο πρέπει να βασίζεται:

στην αποτελεσματική συλλογή φορολογικών εσόδων και όχι στην επιβολή νέων φόρων,

στον περιορισμό του κόστους λειτουργίας του κράτους και όχι σε νέες περικοπές μισθών και συντάξεων,

στην απορρόφηση των κοινοτικών πόρων για την αναθέρμανση της οικονομίας και όχι στην διακράτηση τους ως προσωρινά έσοδα, όπως επιχειρήθηκε στο παρελθόν.

Το πρωτογενές πλεόνασμα δεν πρέπει να αποτελέσει την πλατφόρμα επιβίβασης νέων συντεχνιακών αιτημάτων τα οποία σαν σίφουνας θα σαρώσουν κάθε προοπτική σταθεροποίησης αλλά να κατευθύνεται δεσμευτικά κατά ένα μέρος στην πληρωμή τόκων, ενώ το υπόλοιπο θα χρηματοδοτεί αναπτυξιακές πρωτοβουλίες και επείγουσες κοινωνικές ανάγκες. Όταν εδραιωθεί η αξιοπιστία στην διάρκεια και στον τρόπο κατανομής πρωτογενών πλεονασμάτων, τότε και μόνο οι αγορές θα αρχίσουν να επαναδανείζουν την Ελλάδα χωρίς να φοβούνται στάση πληρωμών. Λογικά αυτό μπορεί να συμβεί στο τέλος του 2014 και δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να επισπευσθεί για λόγους εσωτερικών εντυπώσεων.

Για την θεσμική κατοχύρωση του πρωτογενούς πλεονάσματος η καλύτερη μέθοδος θα ήταν η καθιέρωση ενός συνταγματικού κανόνα που θα απαγόρευε την υπέρβαση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων από τον εκάστοτε στόχο και την υποχρεωτική απομείωση του δημόσιου χρέους κάθε χρόνο. Αναλόγως έπραξε το 2011 η Ισπανία ανατρέποντας σε μεγάλο βαθμό τις κερδοσκοπικές πιέσεις.

Αναθεώρηση του PSI

H ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών πρέπει να γίνει μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) και όχι από τα κονδύλια της δανειακής βοήθειας. Εάν συμπεριληφθούν και τα ομόλογα από προηγούμενες κεφαλαιοποιήσεις, το μέτρο αυτό από μόνο του θα μειώσει το δημόσιο χρέος σχεδόν κατά 25% του ΑΕΠ, προκαλώντας αμέσως μια σημαντική ανακούφιση που θα προστεθεί στις άλλες προσπάθειες ελάφρυνσης του και θα το κάνει οριστικά βιώσιμο.

Επειδή τώρα θα ήταν παράδοξο οι μεν τράπεζες να ενισχύονται από το ελληνικό δημόσιο για να καλύψουν τις ζημιές από το «κούρεμα» των ομολόγων του, ενώ οι μικρο-αποταμιευτές να αφήνονται στην τύχη τους για τα ίδια ακριβώς ομόλογα που κατείχαν, θα πρέπει επίσης να βρεθεί μια λύση για αυτούς με τρόπο που δεν δημιουργούνται νομικά προηγούμενα για τα μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια. Η πιο απλή λύση είναι η ζημία να αναπληρωθεί με φορολογικές πιστώσεις στους δικαιούχους που εκτείνονται σε όση διάρκεια χρειάζεται για να αντισταθμίσουν τις απώλειες στα ομόλογα. Το σύστημα μπορεί να εφαρμοστεί όπως η επιστροφή φόρων σε αγρότες και άλλες επαγγελματικές κατηγορίες. Άλλος τρόπος μπορεί να είναι η σταδιακή αναπλήρωση των «κουρεμένων» ομολόγων με έντοκα γραμμάτια στην αξία αγοράς των τίτλων ή ακόμα και συνδυασμός των δύο μεθόδων.

Νέες επενδύσεις

Για την επίτευξη του ρυθμού ανάπτυξης 3.50% ετησίως σε μια μεσοπρόθεσμη βάση, χρειάζεται να υλοποιηθεί ένα φιλόδοξο επενδυτικό πρόγραμμα που θα την πυροδοτήσει. Άλλες δυνατότητες ανάπτυξης είτε μέσω νέων δανείων για τόνωση της ζήτησης είτε με προσλήψεις στο Δημόσιο για να δημιουργηθούν νέα εισοδήματα, απλώς δεν υπάρχουν. Το επενδυτικό πρόγραμμα θα είναι και η διαδικασία παραγωγικής συσσώρευσης που έχει ανάγκη η χώρα για να ξαναβρεθεί σε μια δυναμική προόδου και δημιουργίας νέων θέσεων απασχόλησης. Το πρώτο ερώτημα είναι πόσες επενδύσεις χρειάζονται για τον σκοπό αυτό;

Η έκταση των επενδύσεων θα πρέπει να είναι ανάλογη του ρυθμού ανάπτυξης. Όπως την περίοδο 2009-2013 η επενδυτική δραστηριότητα συρρικνώθηκε δραματικά ακολουθώντας την καταβαράθρωση του ρυθμού ανάπτυξης, έτσι και τώρα πρέπει να επανέλθει ταυτόχρονα με την ανάκαμψη της δραστηριότητας. Αυτό σημαίνει ότι οι καθαρές νέες επενδύσεις τα επόμενα χρόνια πρέπει σταδιακά να φτάσουν ένα επίπεδο γύρω στο 10% του ΑΕΠ. Τα ποσά που πρέπει να επενδυθούν μέχρι το 2020 ανέρχονται συνολικά στα 107 δισεκατομμύρια Ευρώ.

Το δεύτερο ερώτημα είναι από πού θα βρεθούν αυτά τα κονδύλια και σε ποιους τομείς πρέπει να κατευθυνθούν; Ενδιαφέρουσες μελέτες έχουν γίνει από ειδικευμένους οργανισμούς, οι οποίοι έχουν εντοπίσει τα παραγωγικά πλεονεκτήματα κάθε κλάδου στην Ελλάδα και έχουν εκτιμήσει τις πιθανές επενδυτικές ροές προς αυτούς. Οι τομείς που παρουσιάζουν το μεγαλύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον είναι η ενέργεια, οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης, οι μεγάλες τουριστικές μονάδες, νέα έργα αερομεταφορών, όπως επίσης και η ανασυγκρότηση των επιχειρήσεων που δοκιμάστηκαν από την κρίση.

Σε αυτές τις επενδύσεις προστίθενται τα έργα που θα γίνουν με χρηματοδότηση από τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, καθώς και οι αποκρατικοποιήσεις κρατικής περιουσίας. Συνολικά οι αναμενόμενες επενδύσεις ανέρχονται σε 90 δισεκατομμύρια Ευρώ και απομένουν άλλα 17 δισεκατομμύρια Ευρώ μέχρι το απαιτούμενο ύψος των 107 δισεκατομμυρίων. Το επενδυτικό κενό των 17 δισεκατομμυρίων Ευρώ μπορεί να καλυφθεί με την δημιουργία ενός επιπλέον αναπτυξιακού προγράμματος από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων που θα χρηματοδοτήσει υποδομές, κατάρτιση και νέες επιχειρήσεις για τις χώρες του Νότου και την Ελλάδα.

Μόνο έτσι θα γίνει οργανωμένη επανεκκίνηση της οικονομίας, αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις δυνατότητες της χώρας και δημιουργία βιώσιμων θέσεων απασχόλησης για την νέα γενιά. Διαφορετικά, ακόμα και αν η ύφεση υποχωρήσει το επόμενο έτος, το πιο πιθανό η χώρα να διέλθει από μια φάση «άνεργης ανάκαμψης», καθώς οι επιχειρήσεις θα διστάζουν να εκλάβουν τα πρώτα σημάδια ως τερματισμό της αβεβαιότητας και δεν θα κάνουν νέες προσλήψεις.

Με βάση τις κατά καιρούς διαβεβαιώσεις των αρχών της ΕΕ, η στήριξη αυτή με ένα ν επενδυτικό πρόγραμμα εξετάζεται ήδη από τις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών. Η συμμετοχή του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στην κυβέρνηση της Γερμανίας είναι καθοριστική για μια τέτοια πρωτοβουλία, αφού προεκλογικά αναγνώρισε δημόσια ότι ο ευρωπαϊκός Νότος χρειάζεται ένα νέο Σχέδιο Μάρσαλ για να ξεκολλήσει από την ύφεση και να αρχίσει να δημιουργεί ξανά θέσεις απασχόλησης. Όσο και να ξεθωριάσει μετεκλογικά, η δέσμευση του μπορεί να αποτελέσει ένα σημείο πίεσης από τις κυβερνήσεις των χωρών του Νότου, αξιοποιώντας μάλιστα και την συγκυρία των Ευρωεκλογών που διαφορετικά θα διεξαχθούν μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης δυσπιστίας και αποξένωσης των πολιτών.

Μόνο μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί να διασφαλιστεί ταυτόχρονα η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και η βιωσιμότητα του χρέους. Διαφορετικά η έλλειψη μιας στιβαρής ανάπτυξης θα συνεχίσει να διογκώνει το χρέος όσα πρωτογενή πλεονάσματα και να επιδιώξει η κυβέρνηση. Η αβεβαιότητα θα αποτρέπει την πραγματοποίηση νέων επενδύσεων και οι μικρές δόσεις ανάκαμψης θα εξατμίζονται χωρίς ουσιαστική ενίσχυση της απασχόλησης. Αργά ή γρήγορα η κρίση θα επανέλθει οξύτερη και θα κάνει την έξοδο από Ευρώ να μοιάζει αναπόφευκτη.

Για την ενθάρρυνση των επενδύσεων ανανέωσης κεφαλαίου πρέπει να επιδιωχθεί η χρηματοδότηση των ελληνικών επιχειρήσεων με επιτόκια παρόμοια με αυτά που ισχύουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και ένα τέτοιο σχέδιο μπορεί να αναληφθεί επίσης από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων σε συνδυασμό με την ΕΚΤ. Έτσι οι ελληνικές επιχειρήσεις θα μπορέσουν να επιβιώσουν και να γίνουν ανταγωνιστικές στην διεθνή αγορά και όχι με τις αλλεπάλληλες μειώσεις μισθών των εργαζομένων, οι οποίες οδήγησαν μεν σε κατάρρευση το οικογενειακό εισόδημα αλλά δεν αναπτέρωσαν καθόλου την ανταγωνιστικότητα.

Παράλληλα με την αναθέρμανση της οικονομίας για την μείωση του χρέους και της ανεργίας, η Ελλάδα χρειάζεται σήμερα ένα εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων, αποκρατικοποιήσεων και ανταγωνιστικής απελευθέρωσης αγορών και επαγγελμάτων. Και στους τρεις αυτούς τομείς τα αποτελέσματα την τελευταία τριετία ήταν πενιχρά, ακριβώς γιατί αντιμετωπίστηκαν ως απειλητικά προαπαιτούμενα των δόσεων της δανειακής βοήθειας και όχι ως εργαλεία αναδιάρθρωσης της οικονομίας.

Με τον τρόπο αυτό έδωσαν όλα τα προσχήματα ακόμα και στα πιο σκανδαλώδη συντεχνιακά προνόμια, να εμφανίζονται ως φλάμπουρα «κατά των ξένων» και να διεκδικούν την διαιώνιση τους με αντιστασιακή ρητορική. Το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων πρέπει να σχεδιαστεί χωρίς ξένη υπαγόρευση για να μην εκλαμβάνεται ως άλλος ένας όρος των Μνημονίων, αλλά και χωρίς χατίρια στις κομματικές και πελατειακές ομάδες που καραδοκούν να ξαναγυρίσουν στις προσφιλείς τακτικές πιέσεων και διανομής προνομίων. Το πρόγραμμα θα αποτελέσει το διαρθρωτικό αντιστήριγμα στο πρωτογενές πλεόνασμα και την βάση επανεδραίωσης της αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας.

* Ομιλία σε εκδήλωση με θέμα "Αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους"

Jacques Attali: Τα 12 διδάγματα από την ιστορία του δημοσίου χρέους

Επιμέλεια: Αντώνης Μιχαλάκης

ΠΡΩΤΟ ΜΑΘΗΜΑ: Το δημόσιο χρέος είναι μια απαίτηση της σημερινής γενιάς έναντι των επόμενων, οι οποίες τελικά πάντα την εξοφλούν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Το δημόσιο χρέος χρησιμοποιείται προκειμένου κάποιες δαπάνες που είναι χρήσιμες στις σημερινές γενιές να χρηματοδοτηθούν με τα χρήματα των μελλοντικών γενεών. Το δημόσιο χρέος αντιπροσωπεύει το μέτρο του κινδύνου που η σημερινή γενιά “κληροδοτεί” στις επόμενες. Ο κρατικός δανεισμός γίνεται πιο ανεκτός όσο οι μελλοντικές γενιές προβλέπεται να είναι πιο πολυπληθείς και πλούσιες. Η μετανάστευση, σε γενικές γραμμές, βοηθά την κάλυψη του χρέους καθώς η χώρα υποδοχής δεν έχει χρηματοδοτήσειτα πρώτα χρόνια διαβίωσης και σχολικής φοίτησης των αλλοδαπών που υποδέχεται.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΑΘΗΜΑ: Το δημόσιο χρέος μπορεί να αποδειχθεί πολύ χρήσιμο για την ανάπτυξη.

Ο δημόσιος δανεισμός δικαιολογείται αν η επένδυση την οποία χρηματοδοτεί αυξάνει την αξία των συλλογικών περιουσιακών στοιχείων για τις γενιές που θα κληθούν να αποπληρώσουν το δάνειο.
Ο δημόσιος δανεισμός δεν δικαιολογείται εάν χρηματοδοτεί τρέχουσες δαπάνες του προϋπολογισμού ή εάν συμβάλλει στη συσσώρευση ιδιωτικού οφέλους για κάποιους “εκλεκτούς” εργολάβους δημοσίων συμβάσεων.

ΤΡΙΤΟ ΜΑΘΗΜΑ: Το δημόσιο χρέος ωθεί το κράτος στη δημιουργία χρηματοπιστωτικών μέσων τα οποία, εν συνεχεία, οι αγορές χρησιμοποιούν εναντίον του.

Ειδικό ταμείο, φόροι, ομολογίες, δευτερογενείς αγορές, κεντρική τράπεζα, τραπεζογραμμάτια, γραμμάτια του Δημοσίου, δυνατότητα μεταβίβασης τίτλων, τιτλοποίηση, δικαιώματα προαίρεσης, πριμ κτλ. Για να διασφαλίσει τους δανειστές του ότι θα αποπληρώσει το χρέος του, το κράτος επινοεί διαθέσιμα, έσοδα ή περιουσιακά στοιχεία. Για τον έλεγχο του χρέους επινοεί λογιστικά βιβλία και οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας. Για την ασφάλισή του σοφίζεται μηχανισμούς κάλυψης κινδύνων (πχ CDS). Για την απόκρυψή του ιδρύει εξωτερικούς μηχανισμού (Fannie Mae, Freddie Mac) ή φορείς διαχείρισης (CADES). Το κράτος χρησιμοποιεί πρώτο αυτά τα μέσα, έστω κι αν αλλάξει την νομοθεσία, και στην συνέχεια αυτά τα μέσα χρησιμοποιούνται από τον χρηματοπιστωτικό τομέα προς όφελος των ιδιωτών και ιδιαιτέρως των πιστωτών του δημόσιου χρέους.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΑΘΗΜΑ: Τα εσωτερικά και εξωτερικά δημόσια ελλείμματα συνδέονται στενά.

Η ύπαρξη ελλείμματος στο ισοζύγιο πληρωμών καταδεικνύει την ανάγκη επιστροφής κεφαλαίων για την χρηματοδότηση ενός ελλείμματος του ιδιωτικού τομέα (Ισπανία), ή ενός δημόσιου ελλείμματος (Ελλάδα) ή και των δύο (ΗΠΑ).
Στο 84% των περιπτώσεων, μια τραπεζική και μια νομισματική κρίση προηγούνται της κρίσης του δημόσιου χρέους. Κατά μέσο όρο, το δημόσιο χρέος αυξάνεται κατά 86% μέσα στα τρία πρώτα έτη από την τραπεζική κρίση. Μια τέτοιου είδους κρίση ακολουθείται πάντα από περικοπές στον προϋπολογισμό και αύξηση της φορολογίας. Μια νομισματική κρίση μπορεί να επιφέρει κρίση του δημόσιου χρέους, το οποίο χρηματοδοτείται με δάνεια από το εξωτερικό, ωθώντας σε υποτίμηση του εθνικού νομίσματος. Η υποτίμηση αυτή μειώνει την δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους.

ΠΕΜΠΤΟ ΜΑΘΗΜΑ: Το δημόσιο χρέος είναι καταδικάσμενο να αυξάνεται, εάν το κράτος δεν αντισταθμίσει την φυσική τάση των δαπάνων του να αυξάνονται γρηγορότερα από τα έσοδά του.

Οι δημόσιες δαπάνες χρηματοδοτούν ουσιαστικά παρεχόμενες υπηρεσίες με σταθερή παραγωγικότητα (στρατιωτικοί, ιατροί, καθηγητές, αστυνομικοί κτλ). Η παραγωγικότητα της βιομηχανίας αυξάνεται ταχύτερα από αυτήν των δημόσιων υπηρεσιών, ενώ οι φόροι που χρηματοδοτούν αυτές τις δαπάνες αυξάνονται. Συνεπώς η απόκλιση μεγαλώνει.

ΕΚΤΟ ΜΑΘΗΜΑ: Το χρέος γίνεται πιο ανεκτό, όσο χρηματοδοτείται από την εσωτερική αποταμίευση.

Στην Ιαπωνία το δημόσιο χρέος υπερβαίνει το 200% χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερη δυσκολία στην χρηματοδότησή του, λόγω των συσσωρευμένων περιουσιακών στοιχείων των Ιαπώνων, του πολύ υψηλού ποσοστού αποταμίευσης και των σχεδόν μηδενικών επιτοκίων.

ΕΒΔΟΜΟ ΜΑΘΗΜΑ: Οι οφειλέτες κρατούν στο χέρι τους πιστωτές όσο και οι πιστωτές τους οφειλέτες.

Το κράτος-πιστωτής του σήμερα είναι το κράτος-οφειλέτης του αύριο. Οι πιστωτές έχουν θεωρητικά μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη από τους οφειλέτες, ακόμη κι αν πρόκειται για κράτη. Ωστόσο των αίσθημα ατιμωρησίας των κρατών παραμένει η κινητήρια δύναμη του δημόσιου χρέους.

ΟΓΔΟΟ ΜΑΘΗΜΑ: Σε μια επικείμενη κρίση δημόσιου χρέους, το κράτος πιστεύει ότι η δική του περίπτωση είναι ξεχωριστή και ότι θα καταφέρει να γλυτώσει.

Και οι πιστωτές και οι οφειλέτες ξεχνούν οτι η κακή διαχείριση του χρέους τους καταστρέφει μαζί. Οι οφειλέτες παραμένουν αθεράπευτα αισιόδοξοι. Υποθέτουν πως αν συνεχίσουν να δανείζονται θα λύσουν τα προβλήματά τους, ότι η ανάπτυξη ή κάποιος από μηχανής θεός θα τους βοηθήσει να ξεπεράσουν τις δυσκολίες τους και ότι η αθέτηση των υποχρεώσεων τους είναι απλώς αδύνατη: δεν πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο.
Όπως πάντα, όταν υπολογίζουμε σε ένα θαύμα, επέρχεται χάος.

ΕΝΑΤΟ ΜΑΘΗΜΑ: Η έναρξη μιας κρίσης δημόσιου χρέους εξαρτάται περισσότερο από την απώλεια εμπιστοσύνης των αγορών παρά από την υπέρβαση συγκεκριμένων δεικτών.

Το πότε θα ξεσπάσει μια κρίση δημόσιου χρέους εξαρτάται από την εμπιστοσύνη των αγορών που δραστηριοποιούνται οι πιστωτές του κράτους, η οποία εξαρτάται με τη σειρά της από πολυάριθμους παράγοντες: το επίπεδο ελλείμματος, το επίπεδο και την προθεσμία λήξης του χρέους, το μερίδιο της εξυπηρέτησης του χρέους που χρηματοδοτείται από την εσωτερική αποταμίευση, τη δυνητική ανάπτυξη, τα επιτόκια, την τιμή ορισμένων εξαγώγιμων πρώτων υλών, το επίπεδο των υποχρεωτικών εισφορών, την ικανότητα συνεισφοράς, το ποσοστό της ιδιωτικής αποταμίευσης, το αναμενόμενο πρωτογενές πλεόνασμα, το είδος του συναλλάγματος, την ύπαρξη φούσκας περιουσιακών στοιχείων κ.α.
Προπάντων, όμως, εξαρτάται από την πολιτική κατάσταση: τον βαθμό της δημοκρατίας και των ατομικών ελευθεριών, την επιθυμία της χρεωμένης κυβέρνησης να αποπληρώσει τα χρέη της, την εγγύτητα των εκλογών, την κοινή γνώμη, το είδος της εξοικονόμησης των δημοσιονομικών πόρων και το είδος των απαραίτητων φορολογικών αυξήσεων.
Κανένας χρηματοοικονομικός δείκτης δεν αρκεί για να εξηγήσει την έναρξη μιας κρίσης.

ΔΕΚΑΤΟ ΜΑΘΗΜΑ: Η σταδιακή εξάλειψη του δημόσιου χρέους πραγματοποιείται μέσα από οκτώ στρατηγικές εκ των οποίων η μία είναι, σχεδόν πάντα, ο πληθωρισμός.

Αύξηση φόρων, μείωση δαπανών, ενίσχυση της ανάπτυξης, μείωση των επιτοκίων, άνοδος του πληθωρισμού, πόλεμος, εξωτερική στήριξη, αθέτηση των υποχρεώσεων.
Ο πληθωρισμός είναι πολύ διαδεδομένος. Ένας ετήσιος πληθωρισμός 3-5% για μια πενταετία μειώνει αυτομάτως το δημόσιο χρέος κατά 20 και πλέον μονάδες του ΑΕΠ.

ΕΝΔΕΚΑΤΟ ΜΑΘΗΜΑ: Σχεδόν όλες οι υπερχρεωμένες χώρες καταλήγουν να αθετούν τις υποχρεώσεις τους.

Η Γαλλία έχει αθετήσει τις υποχρεώσεις της 8 φορές και η Ισπανία 6. Στην Λατινική Αμερική έχει συμβεί 126 φορές ενώ στην Αφρική 63.
Κάθε αθέτηση των υποχρεώσεων προκαλεί τον προσωρινο αποκλεισμό από τις κεφαλαιαγορές και την ανάγκη επιβίωσης χωρίς δανεισμό. Κάθε αθέτηση επιφέρει την αργή και επιπονή αναδιάρθρωση του χρέους, με αβέβαιη έκβαση. Συχνά ακολουθείται από πολέμους και επαναστάσεις (Βενετία 1490, Γένοβα 1555, Ισπανία 1650, Αμστερνταμ 1770, Αίγυπτος 1876, Νέα Γη 1936).

ΔΩΔΕΚΑΤΟ ΜΑΘΗΜΑ: Κάθε υπεύθυνο κράτος θα πρέπει να αποφεύγει να χρηματοδοτεί τη λειτουργία του μέσω δανείων, ενώ θα πρέπει να περιορίζει τις επενδύσεις του με βάση την ικανότητά του να εξοφλεί τα χρέη του.

Το δημόσιο χρέος, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να το γνωρίζουμε καλά, να το γνωστοποιούμε, να το συγκρατούμε, να το επιμηκύνουμε, να αποτρέπουμε την επανεμφάνισή του και να το χρησιμοποιούμε αποτελεσματικά.

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Μαουτχάουζεν





Αποσπάσματα από το χρονικό του Ιάκωβου Καμπανέλλη "Μαουτχάουζεν"

Στις 5 του Μάη, λίγο πριν από το μεσημέρι, ένα θεόρατο αμερικάνικο τανκ, καπνισμένο και σημαδεμένο από τον πόλεμο, γκρέμισε την πύλη του Μαουτχάουζεν και μπήκε στον περίβολο. Κι αυτό το θεόσταλτο άρμα της ελευθερίας ήταν, λέει, ένα από τα αμέτρητα κι ακατανίκητα της ενδεκάτης ταξιαρχίας αρμάτων της τρίτης αμερικάνικης Στρατιάς που διοικούσε κάποιος σπουδαίος στρατηγός ονόματι Τζώρτζ Πάττον!... Τι ωραία λόγια, τι ουράνιες ειδήσεις... Οι πολεμιστές μας κοίταζαν σαστισμένοι, περήφανοι, περίλυποι... Καλά που κάνανε και μείνανε εκεί ψηλά, στη ράχη του τανκ. Γλιτώσανε από τόσες μάχες. Απ' τη χαρά μας δε θα γλιτώναμε. Ουρλιάζαμε, ξεσκίζαμε τα ρούχα μας, ταρακουνιόμαστε σαν διαμονισμένοι. Στριμωχνόμαστε, ποδοπατιόμαστε, για να φτάσουμε κοντά στο τανκ. Πολλοί πέφτανε πάνω και φιλούσανε τα καπνισμένα σιδερικά κι άλλοι χτυπούσανε τα κεφάλια τους και κλαίγανε. 


Τον καιρό εκείνο, κάθε Κυριακή που δε δουλεύαμε στέκαμε ώρες ολόκληρες και κοιτάζαμε τις γυναίκες που και κείνες βγαίναν απ' τ' αντίσκηνα και μας κοιτάζανε. Η απόσταση που μας χώριζε ήταν μεγάλη. Είναι ζήτημα αν θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε κι αν ακόμη φωνάζαμε. Κάτι τέτοιο φυσικά κανείς δεν ξεθάρρευε να το δοκιμάσει. Ούτε χρειαζόταν. Αυτό το σιωπηλό αλληλοκοίταγμα που περνούσε δυο φράχτες από συρματόπλεγμα δεν είχε ανάγκη από μιλιά. Ήταν οι ώρες του έρωτα στο Μαουτχάουζεν.
Όμως σκέψου... Αυτές οι γυναίκες κι αυτοί οι άντρες που αλληλοκοιτάζονταν σιωπηλά επί ώρες ατελείωτες ήταν ντυμένοι με τα ίδια ριγωτά, ξεθωριασμένα, χιλιοφορεμένα ρούχα του κάτεργου. Τα σώματά τους ήταν πετσί και κόκαλο, τα μαγουλά τους ρουφηγμένα και μαλλιαρά απ' την αβιταμίνωση. Τα μαλλιά κουρεμένα με μια λουρίδα ξυρισμένη στη μέση, απ' το κούτελο ως το σβέρκο. Μόνο τα μάτια ήταν πιο μεγάλα και πιο βαθιά από άλλοτε για να χωράει ο φόβος.
Το ηλεκτροφόρο με το ρεύμα υψηλής τάσης και το συρματόπλεγμα με τις σκοπιές δεν ήταν μια απλή τεχνική εγκατάσταση, ένας αδιάβατος φράχτης. Εδώ μια διαταγή όριζε να χωριστεί τελεσίδικα τ' αρσενικό απ' το θηλυκό. Μια διαταγή σε μέγεθος μοίρας. Μια διάσπαση του αιωνίου ζεύγους. Ένα παραφύση κόψιμο των από ουρανό και γη ταγμένων να «έσονται εις σάρκαν μίαν



Η επόμενη κρίση

του Γιάννη Τσαμουργκέλη
 
Μετά την υπογραφή του μνημονίου οι κυβερνήσεις της χώρας εφαρμόζουν αυτά που συμφώνησαν με τη βεβαιότητα της μη εφαρμογής, είτε μέσω αναβολών είτε με την εκπαραθύρωση των ρυθμιζομένων από τις εφαρμοστικές εγκυκλίους. Συνεπεία αυτού, οι περισσότερες μεταρρυθμίσεις είναι «ονομαστικές» και ελάχιστα ακουμπάνε στην καθημερινότητα των πολιτών.

Το μόνο που είναι πραγματικά πραγματικό είναι η μείωση των εισοδημάτων και των συντάξεων. Η Ελλάδα, είναι πλέον χώρα φθηνού εργατικού δυναμικού και είναι αυτό το αποκλειστικό συγκριτικό της πλεονέκτημα. Ούτε η τεχνολογία, η ποιότητα του εργατικού δυναμικού, το άνοιγμα των επαγγελμάτων, ή η διευκόλυνση των επενδύσεων.

Αποκλειστικά και μόνο το φθηνό εργατικό δυναμικό. Και ας είναι το κόστος ενέργειας 60% υψηλότερο από το μέσο ευρωπαϊκό. Και ας είναι το κόστος χρήματος 300% υψηλότερο από τη Γερμανία. Και ας καταδυναστεύεται η οικονομία από ολιγοπωλιακές και ολιγαρχικές διατάξεις. Η απομείωση του κόστους εργασίας θα αναπληρώνει κάθε εκτροπή.

Σε αυτό το πλαίσιο κανείς από το πολιτικό στερέωμα δεν δεσμεύεται για αυτά που πιστεύει ή δεν πιστεύει. Δεν υπάρχει ανάγκη. Πράττουν με άλλοθι αυτά που μας λένε οι «τροϊκανοί» και την ίδια στιγμή κλείνουν το μάτι σε κάθε ιεραρχία συμφερόντων και συντεχνία με αντάλλαγμα την επανεκλογή και την αναπαραγωγή του πελατειακού πολιτικού συστήματος.

Και όμως, μια αξιοπρεπής πολιτική θέση θα ήταν να τεθούν επί τάπητος οι διαφωνίες και οι επιφυλάξεις και έναντι αυτών να κατατεθούν αντιπροτάσεις και διεκδικήσεις. Όμως τίποτα από αυτά δεν γίνεται καθώς δεν υπάρχουν θέσεις και σαφής πολιτική τοποθέτηση για το μέλλον της χώρας.

Αυτό που υπάρχει είναι η διεκπεραίωση των επιμέρους συμφερόντων και η συνεπαγόμενη οικοδόμηση θέσεων ως το άθροισμα ατάκτως ερρειμένων διεκδικήσεων. Κυβέρνηση διαμεσολάβησης που θέλει να αναγνωρισθεί ως καλύτερη έναντι της διαμεσολάβησης που προτείνει η αντιπολίτευση. Και όποιος υπόσχεται ότι το μέλλον θα προσομοιάζει με το παρελθόν κερδίζει.. όποιος αφήσει τα συμφέροντα περισσότερων ομάδων ανεπηρέαστα από την κρίση νικάει… όποιος εξασφαλίσει την αναπαραγωγή του συστήματος ηγεμονεύει.

Το μόνο που δεν περισσεύει είναι η σοβαρότητα. Η τεκμηριωμένη και ενδελεχής συζήτηση για την ολιστική αλλαγή που έχει ανάγκη η χώρα. Στα συστήματα, στους θεσμούς, την ιδεολογία, την παιδεία και τις συμπεριφορές. Για αυτά, απλώς θα περιμένουμε ελπίζοντας στην επόμενη κρίση που δυστυχώς δεν είναι μακριά …

*O Γιάννης Τσαμουργκέλης διδάσκει Διεθνή Οικονομική στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου  
 
Πηγή: ΒΗΜΑ
 

Το εθνικό πάρκο στο Δέλτα Αξιού, οι εκχερσώσεις και οι... αποθήκες


του Γιώργου Λιάλιου

Πριν από λίγο καιρό, ένας κτηνοτρόφος αποφάσισε να εκχερσώσει 200 στρέμματα υγροτοπικής γης, κοντά στην κοίτη του Αλιάκμονα. Η έκταση δεν του ανήκε, η εκχέρσωση άλλωστε είναι μια συνήθης μέθοδος των καταπατητών. Ευτυχώς, έγινε αντιληπτός από τους φύλακες του φορέα διαχείρισης του εθνικού πάρκου που βρίσκεται στο Δέλτα Αξιού, Λουδία και Αλιάκμονα και με την παρέμβαση της αστυνομίας αναγκάστηκε να παραιτηθεί από το καταστροφικό του έργο.

Περιπτώσεις όπως αυτή είναι συχνές στην περιοχή. Το συγκεκριμένο εθνικό πάρκο, ένα από τα 17 της χώρας μας, έχει την ιδιαιτερότητα ότι βρίσκεται ανάμεσα σε αρκετά μικρά και μεγάλα αστικά κέντρα, με σημαντικότερο τη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε μικρή απόσταση από μια βιομηχανική της περιοχή. Ως αποτέλεσμα, οι πιέσεις είναι έντονες και διαρκείς στο πέρασμα των ετών. «Τα προβλήματα που δέχεται το εθνικό πάρκο είναι πολλά. Για παράδειγμα, οι παράνομες εκχερσώσεις, που καταστρέφουν έναν μεγάλο αριθμό οικοτόπων και φωλεών άγριων ζώων. Συχνές είναι και οι παράνομες αμμοληψίες, στον Αλιάκμονα και τον Αξιό», εξηγεί στην «Κ» ο πρόεδρος του φορέα διαχείρισης της περιοχής, Θεμιστοκλής Κουιμτζής.

Η πιο «ηχηρή» παρατυπία

Η πιο «ηχηρή» από τις παρατυπίες που έχουν αποκαλυφθεί τα τελευταία χρόνια ήταν η έκδοση οικοδομικών αδειών για ανέγερση αποθηκών μέσα στο εθνικό πάρκο, σε περιοχές όπου απαγορεύεται. Ο φορέας διαχείρισης ουδέποτε ερωτήθηκε, όπως επιβάλλει η νομοθεσία, και όλα έγιναν... αλά ελληνικά. «Δεν μπορέσαμε ποτέ να εξακριβώσουμε τον ακριβή αριθμό των αδειών που είχαν τότε εκδοθεί. Μέχρι στιγμής έχουμε σταματήσει με δικαστικά μέσα την κατασκευή τριών κτιρίων, το 2009-2011, όμως η υπόθεση δεν έχει τελειώσει».

Γιατί να θέλει ένας επιχειρηματίες να χτίσει μέσα σε μια προστατευόμενη περιοχή; «Κάποτε οι αξίες της γης στην περιοχή είχαν ανέβει τόσο, που δεν συνέφερε τις επιχειρήσεις να πληρώσουν λ.χ. 50.000 ευρώ/στρέμμα για να εγκατασταθούν μέσα στην παρακείμενη βιομηχανική περιοχή. Αγόρασαν λοιπόν φθηνή αγροτική γη μέσα στα όρια του εθνικού πάρκου, με “πρόσωπο” στην εθνική οδό», λέει ο κ. Κώστας Γιουτίκας, εντεταλμένος περιφερειακός σύμβουλος για θέματα περιβάλλοντος. «Μάλιστα μία από αυτές τις εταιρείες κέρδισε τα δικαστήρια και μπόρεσε τελικά να κτίσει. Υπάρχει σε όλους μας ο φόβος ότι κάτι ανάλογο μπορεί να συμβεί και με άλλους και έτσι, σιγά σιγά, το εθνικό πάρκο να γεμίσει αποθήκες».

Το πρόβλημα, στην περίπτωση αυτή, είναι η έλλειψη ενός ισχυρού, συνεκτικού θεσμικού πλαισίου. Οπως και άλλες προστατευόμενες περιοχές, το Εθνικό Πάρκο Δέλτα Αξιού, Λουδία, Αλιάκμονα θεσπίστηκε με κοινή υπουργική απόφαση. Ομως το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει εδώ και χρόνια ακυρώσει ανάλογες αποφάσεις και ζητεί το θεσμικό πλαίσιο για τις προστατευόμενες περιοχές να κατοχυρώνεται με προεδρικό διάταγμα. «Ακούγεται σαν αποκλειστικά νομικό ζήτημα αλλά δεν είναι», λέει ο κ. Κουιμτζής. «Φοβόμαστε ότι ελλείψει ισχυρής νομοθετικής ρύθμισης, μπορεί και άλλοι να πετύχουν την εγκατάστασή τους και να δημιουργηθούν μη αναστρέψιμες καταστάσεις. Ζητούμε λοιπόν από το ΥΠΕΚΑ να προχωρήσει άμεσα στην έκδοση του προεδρικού διατάγματος και εν τω μεταξύ να αναστείλει τις οικοδομικές εργασίες και την έκδοση οικοδομικών αδειών στα όρια του εθνικού πάρκου». «Και η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας συμφωνεί ότι η πολιτεία πρέπει να θέσει εκ νέου τα όρια της δραστηριότητας στο εθνικό πάρκο», λέει ο κ. Γιουτίκας. «Χωρίς ένα νέο πλαίσιο, θα έχουμε πρόβλημα».

Το Εθνικό Πάρκο Δέλτα Αξιού, Λουδία, Αλιάκμονα καταλαμβάνει έκταση 388.000 στρεμμάτων, η οποία περιλαμβάνει μια ποικιλία οικοτόπων – από αγροτικές καλλιέργειες και λιβάδια έως αλατώδη εδάφη και ελώδεις εκτάσεις. Χάρη στη γεωγραφική της θέση και τη μεγάλη εναλλαγή των οικοτόπων, η περιοχή αποτελεί έναν σημαντικό βιότοπο για πολλά είδη άγριων ζώων και πουλιών.

278 είδη πουλιών

Χαρακτηριστικό είναι ότι στην περιοχή έχουν καταγραφεί μέχρι στιγμής 278 είδη πουλιών, δηλαδή σχεδόν το 63% των ειδών που έχουν παρατηρηθεί έως σήμερα στην Ελλάδα, εκ των οποίων 18 παγκοσμίως απειλούμενα είδη σε σύνολο 25 ειδών που έχουν καταγραφεί στη χώρα μας. Στην περιοχή επίσης ζει ένα από τα λίγα κοπάδια νεροβούβαλων, βίδρες, λαγόγυροι, λύκοι, τσακάλια, καθώς και πολλά είδη ερπετών και αμφιβίων.

Πηγή: Καθημερινή