Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018

Ο Τραμπ και οι αλλοι



του Αντώνη Μιχαλάκη

Η κίνηση Τραμπ για μονομερή εφαρμογή δασμών στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου από ΕΕ, Μεξικό και Καναδά, κορυφώνει την ένταση που υπήρχε στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις. Αναμενόμενη για πολλούς, λαμβάνοντας υπόψη την φρασεολογία αλλά και την πολιτική ατζέντα του αμερικανού προέδρου, δίνει στην πραγματικότητα μια σαφή εικόνα των σημερινών εμπορικών σχέσεων και το πως διαδραματίζεται το παιχνίδι σε αυτό το επίπεδο.


Και οι δύο κινήσεις του Τραμπ (η αποχώρηση των ΗΠΑ από την συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και η εφαρμογή δασμών στις εισαγωγές βασικών βιομηχανικών πρώτων υλών) εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο άσκησης μιας πολιτικής που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως προστατευτική. Προστατευτική προφανώς για τις πρώτες ύλες και τους υλικούς πόρους, ανεξέλεγκτη βέβαια για τα άυλα προϊόντα του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Μια προστατευτική πολιτική δεν είναι απαραίτητα κακή. Με όρους διεθνοποιημένου καπιταλισμού αυτός ο προστατευτισμός, φυσικά, φαίνεται λίγο αιρετικός. Δεν παύει όμως να είναι ένα εργαλείο ενδυνάμωσης εσωτερικής κατανάλωσης και ενδογενούς παραγωγής, κυρίως όμως για τα ισχυρά κράτη με ενεργειακή αυτονομία και επάρκεια πόρων. Και προφανώς όποιος επιλέγει στην παγκόσμια οικονομία να πορευτεί σε αυτό τον δρόμο, ανοίγει πολλαπλά εμπορικά μέτωπα.

Η Goldman Sachs με την έκθεση του Απριλίου σκιαγραφούσε σαφώς το μέλλον. Οι παγκόσμιες κόντρες θα έχουν έναν νικητή: το πετρέλαιο στα 80 δολ. το βαρέλι. Λαμβάνοντας υπόψη πως αυτή τη στιγμή έχουμε αύξηση των αποθεμάτων πετρελαίου για τις ΗΠΑ αλλά και ρεκόρ εξαγωγών (με κύριο αποδέκτη τη Κίνα), καταλαβαίνουμε ότι ο Τραμπ προσπαθεί να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο για μια πιο κλειστή αμερικανική οικονομία. Μια κλειστή αλλά ιδιαίτερα κερδοφόρα οικονομία η οποία θα απορροφήσει πόρους από τις ανταγωνιστικές της.

Το σημαντικότερο όλων είναι πως η ευρωπαϊκή βιομηχανία θα πρέπει να βρει άλλους δρόμους πώλησης, και κυρίως ενδοενωσιακά. Αν υπολογίσουμε πως στην ίδια κυρίως αγορά θα βρεθεί και ο χάλυβας της Τουρκίας (ο οποίος εξάγοταν κατά κύριο λόγο στις ΗΠΑ), τότε καταλαβαίνουμε ότι αλλάζουν αρκετοί εμπορικοί δρόμοι και εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ ταυτόχρονα θα συμπιεστούν αρκετά οι τιμές και τα περιθώρια κέρδους των προμηθευτών.

Η Ελλάδα μπορεί να μην πλήττεται άμεσα, μιας και οι εξαγωγές χάλυβα στις ΗΠΑ ήταν μηδενικές ενώ οι αντίστοιχες του αλουμινίου περίπου 57 εκ. ευρώ , εντούτοις δεν μπορεί να παραμελήσει το γεγονός πως υπάρχει η πιθανότητα για εμπορικές πιέσεις και το άνοιγμα μιας φαρέτρας οικονομοτεχνικών μεθόδων που είχαν μείνει για αρκετό καιρό στο περιθώριο της παγκοσμιοποίησης. Αν, δηλαδή, επιβληθούν δασμοί όπου δεν υπάρχουν, τότε αλλάζει πολύ το πεδίο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, με πιθανότερο αποτέλεσμα να πληγούν οι πιο φτωχές χώρες.  

Πέμπτη 31 Μαΐου 2018

Νέες προκλήσεις



του Αντώνη Μιχαλάκη

Διανύουμε μια κρίσιμη περίοδο για τη χώρα. Από τη μια το εσωτερικό μέτωπο με τις αβεβαιότητες, τις παλινδρομήσεις, την ανεπάρκεια πολιτικού και διοικητικού προσωπικού, τη διαρκή άρνηση σε κάθε μορφής συζήτηση και από την άλλη το εξωτερικό μέτωπο με τις μεγάλες προκλήσεις και ευκαιρίες, τα εμπόδια και τις δυσκολίες αλλά και την αυξανόμενη αντισυστημική - αντιδημοκρατική στάση.
Είναι σαφές νομίζω πως αυτή η κυβέρνηση με τον συγκεκριμένο τρόπο εφαρμογής των ασκούμενων πολιτικών δε μπορεί να έχει συνέχεια. Η ανάγκη μιας νέας αφήγησης για το μεταμνημονιακό πεδίο αλλά και η αναγκαιότητα ύπαρξης μιας διαφορετικής προσέγγισης από τα υφιστάμενα πολιτικά σχήματα κρίνεται επιτακτική. Το ψευδεπίγραφο δίλημμα μνημόνιο – αντιμνημόνιο έχει καταρρεύσει. Το δίλημμα όμως πρόοδος ή συντήρηση υφίσταται. Και δίνει αξία στο πως αντιμετωπίζουμε την  χώρα μετά τα μνημόνια ή τελικά στο τι επιδιώκουμε να γίνει αυτή η χώρα.
Πάνω σε αυτά τα κρίσιμα θέματα χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε τι εννοούμε προοδευτικό σήμερα και κατά πόσο οι πολιτικοί φορείς που υφίστανται με τις υπάρχουσες μορφές τους μπορούν να εκφράσουν έναν προοδευτικό ρεαλισμό. Εάν δεχτούμε λοιπόν, πως αυτή η κυβέρνηση ήταν μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού – όπως εμμέσως υποστηρίζουν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ – τότε δεν μπορεί παρά, η νέα πρόταση προοδευτικής διακυβέρνησης να απευθύνεται στους χώρους της μεταρρυθμιστικής αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας, της πολιτικής οικολογίας και του δημοκρατικού κέντρου. Πόσες πιθανότητες επιτυχίας έχει ένα τέτοιο εγχείρημα; Δεν τολμώ να απαντήσω. Με τις σημερινές συνθήκες και την πολεμική ατμόσφαιρα περισσότερο ως διακαής πόθος μου φαίνεται. Εντούτοις, είναι μια πολιτική πρόταση που αν ξεπεραστούν εγωισμοί, πίκρες και η άρνηση διαλόγου επί των συγκεκριμένων, μπορεί να λειτουργήσει ελπιδοφόρα. 

Μήπως λείπει η νέα… αριστερά και όχι ο τρίτος πόλος;



του Αλέξανδρου Στεφανάκη*
Τελευταία άνοιξε δειλά ένας διάλογος περί της επιχειρούμενης (;) μεταστροφής του Σύριζα σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Ένα βασικό επιχείρημα αυτών που απορρίπτουν χωρίς καμία κουβέντα τη μετάλλαξη αυτή του Σύριζα και συνεπώς την ενδεχόμενη μελλοντικά συνεργασία μαζί του είναι η απόλυτη αφερεγγυότητα και κυνισμός που έχει δείξει ως κόμμα και θυμίζουν με κάθε ευκαιρία τις κραυγαλέες αντιφάσεις μεταξύ προεκλογικών υποσχέσεων και κυβερνητικών πεπραγμένων.
Ας θυμηθούμε μερικές παλαιότερες προεκλογικές δεσμεύσεις για: αποκατάσταση συντάξεων και πολυτεκνικών επιδομάτων, σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών μέσω ισοδυνάμων μέτρων, έκτακτο επίδομα ανεργίας για μη μισθωτούς, συγκράτηση μισθών στον ιδιωτικό τομέα, σταδιακή άνοδο του αφορολόγητου ορίου, περικοπή 12 δισ. δημοσίων δαπανών σε δύο χρόνια, μη περικοπή του 13ου και 14ου μισθού, μέχρι και την επίσπευση της ανακήρυξης της ΑΟΖ και άλλα πολλά. Τέτοια δεν υποσχόταν ο  Σύριζα;
Λάθος! Αυτές είναι μερικές μόνο από τις προεκλογικές υποσχέσεις της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ) το 2012, που είχαν παρουσιαστεί ως 18 προτάσεις για την οικονομία στα περιβόητα πλέον Ζάππεια Ι, ΙΙ και ΙΙΙ. Η ΝΔ ήταν που αρνήθηκε να στηρίξει το πρώτο μνημόνιο που έσωσε στο παρά πέντε τη χώρα από την άτακτη χρεωκοπία. Ήταν το κόμμα της ΝΔ που δήλωνε το 2010 “όχι στο μνημόνιο, όχι σε νέους φόρους” και ότι “η συμφωνία δανεισμού από την τρόικα δεν ήταν η μόνη επιλογή για να αποφευχθεί η χρεοκοπία”. Ο πρόεδρος της ΝΔ δήλωνε το 2011 “δεν υπογράφω, δεν συγκυβερνώ, δεν αλλάζω θέση για το μνημόνιο”, ενώ και το 2014 αυτοανακυρυσσόταν ως «αρχιτέκτονας» του αντιμνημονίου και διακήρρυτε περήφανα ότι “σκίζει τα μνημόνια κάθε μέρα, σελίδα τη σελίδα”.
Και όμως με αυτό το κόμμα της ΝΔ, που προφανέστατα ως κυβέρνηση έπραξε τα ακριβώς αντίθετα από όσα διαλαλούσε ως αντιπολίτευση, που υπήρξε διαχρονικά στη μεταπολίτευση ο μεγάλος ιδεολογικός «αντίπαλος» της κεντροαριστεράς, που φέρει αποδεδειγμένα την ευθύνη του δημοσιονομικού εκτροχιασμού 2008-9, με αυτό το κόμμα λοιπόν δεν είχε κανένα πρόβλημα να συγκυβερνήσει η σοσιαλδημοκρατία μετά τις διπλές εκλογές του 2012, συγκροτημένα και θεσμικά, με προγραμματική συμφωνία και τη διαβόητη μοιρασιά του 4-2-1.
Και λογικά γεννάται το ερώτημα: αλήθεια τι διαφορετικό έχει η όλη παρουσία του Σύριζα την περίοδο της κρίσης από αυτήν της ΝΔ; Τα ίδια ψέμματα δεν είπαν λίγο-πολύ και οι μεν και οι δε; Και οι δύο δε διαγωνίζονταν ως προς τις αντιμνημονιακές επιδόσεις τους; Ζάπεια οι μεν, πρόγραμμα Θεσσαλονίκης οι δε, ενώ και οι δύο μαζί σκίζαν τα μνημόνια. Αν μη τι άλλο όμως, πρέπει επιτέλους να παραδεχτούμε ότι δε συγκρίνονται ο ρόλος και οι ευθύνες της δεξιάς με αυτές της αριστεράς για τα όσα οδήγησαν στην κρίση που ζούμε από το 2009. Συνεπώς, δεν είναι λίγο υποκριτικό όλο αυτό το φανατισμένο αντι-Σύριζα μένος; Γιατί άραγες δεν υπήρξε αντίστοιχο φανατισμένο αντι-δεξιό μένος τα προηγούμενα χρόνια, παρά μόνο ηττοπάθεια και συνεχής απολογία στα όρια της αυτοκαταστροφικότητας από την σοσιαλδημοκρατία; Τη στιγμή δε που λίγο-πολύ όλοι παραδέχτηκαν, έστω και έμμεσα, ότι αυτός ήταν ο χώρος που έσωσε τη χώρα από την καταστροφή της άτακτης χρεωκοπίας ενώ πλήρωσε και το μεγαλύτερο πολιτικό κόστος.
Ας μη γελιόμαστε. Είναι προφανές ότι ένα σεβαστό τμήμα της (εναπομείνασας) σοσιαλδημοκρατίας αισθάνεται πιο άνετα να συνδιαλέγεται και να συγκυβερνά με το κατεξοχήν αντίπαλον δέος της δεξιάς.
Να ξεκαθαρίσουμε όμως κάτι. Δεν (πρέπει να) αποτελεί επιλογή και το αντίθετο άκρο: η πρόσδεση στο άρμα αυτού του Σύριζα. Είναι γεγονός όμως ότι η σοσιαλδημοκρατία ιστορικά έχει περισσότερες προσεγγίσεις με τη ριζοσπαστική αριστερά (βλ. άρθρο Ν. Μουζέλη, Σοσιαλδημοκρατία και ριζοσπαστική Αριστερά, 09/10/2016, ΤΟ ΒΗΜΑ) παρά με τη δεξιά – όπως βέβαια και βασικές διαφωνίες. Ας θυμηθούμε λίγο το ΠΑΣΟΚ των αρχών της δεκαετίας του 80 και πως μετεξελίχθηκε στη συνέχεια στον κύριο εκφραστή της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα. Η ιστορία και οι ιδεολογικές καταβολές υποδεικνύουν ότι συγκλίσεις υπήρξαν και θα μπορούσαν να υπάρξουν μεταξύ της σοσιαλδημοκρατίας και της αριστεράς. Είναι όμως σφάλμα να υποθέτουμε ότι αυτός ο Σύριζα που βλέπουμε σήμερα είναι ο εκφραστής της αριστεράς. Στον σημερινό Σύριζα, ακόμη και μετά την πρώτη εκκαθάριση του Σεπτεμβρίου 2015, εξακολουθούν να παίζουν σημαντικό ρόλο ιδεοληπτικοί νεοκουμουνιστές, λαϊκιστές ως επί το πλείστον. Είναι λίγο πολύ γνωστό πως, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, γίνεται ήδη μια μάχη στο εσωτερικό του Σύριζα. Η περίοδος της διακυβέρνησης, η αναπόφευκτη προσγείωση στην πραγματικότητα και οι εφαρμοζόμενες πολιτικές έχουν αφήσει ανεξίτηλα σημάδια. Πολλοί ήδη διατυπώνουν ότι η περαιτέρω αποσταλινοποίηση και απομάκρυνση των τελευταίων ιδεοληπτικών είναι αναπόφευκτη και θα αφήσει χώρο να εκφραστούν οι πιο προοδευτικές δυνάμεις της αριστεράς, που σήμερα δεν έχουν ακόμα ισχυρή φωνή.
Συνεπώς, η πιθανολογούμενη αυτή στροφή του Σύριζα προς τον ορθολογισμό σαφώς και δεν πρέπει να αφήνει κανέναν αδιάφορο, ιδιαίτερα το χώρο της σοσιαλδημοκρατίας. Αντιθέτως, πρέπει να στηριχτεί, όπως εξάλλου είχε επικροτηθεί και η μεταστροφή της ΝΔ προς τον ρεαλισμό όταν ακολούθησε την μοναδική πολιτική σωτηρίας που είχε εφαρμόσει το ΠΑΣΟΚ το 2010. Ήταν η προοπτική ανάληψης και μετέπειτα της διατήρησης της εξουσίας που οδήγησε σε αυτήν τη μεταστροφή της ΝΔ, όπως σήμερα του Σύριζα. Και όμως: ίδιο κίνητρο, αλλά «στυγνοί πολιτικάντηδες» οι μεν, επέδειξαν «υπευθυνότητα όταν ήρθε η ώρα» οι δε.
Ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας, της κεντροαριστεράς, αν θέλει να ξαναπατήσει στα πόδια του, πρέπει να πάψει να ετεροπροσδιορίζεται. Δεν πρέπει να έχει ως στόχο την ανάδυσή του απλά ως τρίτη φοβική δύναμη στο κέντρο, συμπιεζόμενη μεταξύ Σύριζα και ΝΔ. Μπορεί να ξαναβρεί τη χαμένη της ταυτότητα, την επαφή της με την κοινωνία και τις κινήσεις πολιτών. Και πρέπει να στραφεί και προς εκείνο το τμήμα της αριστεράς, της οικολογίας και των κινημάτων που δεν διακατέχεται από ιδεοληψίες και αντιλήψεις θεσμικής ασυδοσίας. Αυτό που λείπει από το πολιτικό σκηνικό δεν είναι ένας τρίτος πόλος-τσόντα, αλλά ο ουσιαστικός εταίρος ενός σταθερού διπόλου – αυτού που παλαιότερα εκφραζόταν ως αριστερά-δεξιά και που στο άμεσο μέλλον (αν όχι ήδη στο παρόν) θα εκφράζεται ως προοδευτικές δυνάμεις/ανοιχτή κοινωνία έναντι συντήρησης/οπισθοδρόμησης. Λείπει μια νέα κεντρο-αριστερά, που θα συμπυκνώνει και θα συνενώνει ουσιαστικά τις προοδευτικές δυνάμεις της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, της κεντρο-αριστεράς, της ριζοσπαστικής αριστεράς και της οικολογίας, χωρίς τις γνωστές παθογένειες (αρχηγιλίκια, μοιρασιά στασιδίων, τσιφλικοποίηση, ιδεοληψίες) αλλά με πίστη στις κοινές αξίες της δημοκρατίας, της ελευθερίας, των κοινωνικών δικαιωμάτων, της καταπολέμησης των ανισοτήτων, του κράτους δικαίου. Αυτή πρέπει να είναι η στόχευση για την ουσιαστική ανασύσταση: η σύγκλιση των ευρύτερων προοδευτικών δυνάμεων του όλου χώρου της σοσιαλδημοκρατίας.
*O Αλέξανδρος Στεφανάκης είναι Δρ Περιβαλλοντικής Μηχανικής
Bauer Resources German University of Technology in Oman

ΠΗΓΗ: Μεταρρύθμιση