Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Σταδιακή βελτίωση και όχι καταστροφικοί ηρωισμοί


Του Αλέξανδρου Παπουτσή

Βρισκόμαστε στην τρίτη εβδομάδα μετά τις εκλογές τις 25ης Ιανουαρίου και τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτό το διάστημα έχουν γίνει πολλά. Οι δράσεις έφεραν αντιδράσεις, η αεικινησία της νέας κυβέρνησης διεθνοποίησε ξανά το πρόβλημα της Ελλάδας μετά το 2010 και τις ανάλογες τότε προσπάθειες, χωρίς όμως καμία βεβαιότητα αποτελεσματικότητας μέχρι στιγμής. Η αρχική εντύπωση υποστήριξης των ελληνικών αιτημάτων υποχώρησε καθώς μετά την απομάκρυνση της ελληνικής αντιπροσωπίας  από τις πρωτεύουσες, διαδοχικά οι εταίροι επανέλαβαν τις πάγιες θέσεις τους για συνέχιση μεταρρυθμίσεων και συνεργασία με την τρόικα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως όλη αυτή η προσπάθεια από ελληνικής πλευράς πήγε χαμένη καθώς υπήρξε μία σημαντική διαφορά σε σχέση με την προηγούμενη κυβέρνηση. Αντιστράφηκε το δόγμα «πρώτα υλοποιώ και μετά διαπραγματεύομαι», παρουσιάστηκε η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας με τρόπο πιο ρεαλιστικό από το «success story», το κοινωνικό ζήτημα μπήκε στο επίκεντρο των προσπαθειών και αμφισβητήθηκε ανοιχτά η ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική λιτότητας. Με μια πρώτη ματιά η νέα ελληνική κυβέρνηση φάνηκε να σπάει μία άρρητη συμφωνία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Με αφέλεια και θάρρος παραδέχεται και υπογραμμίζει ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός και πως πρέπει να υπάρξει αλλαγή πολιτικής. Η ευρωζώνη ήταν και παραμένει ο βασικός αποσταθεροποιητικός παράγοντας για την παγκόσμια ανάπτυξη.

Υπάρχουν όμως και αρνητικές πλευρές της προσπάθειας αυτής. Εμφανίζεται η ελληνική κυβέρνηση να ζητάει χρόνο μέσω ενός προγράμματος γέφυρα, μέχρι να παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομικών ισοδυνάμων που θα αντικαταστήσει το μνημόνιο. Θεμιτή, λογική απαίτηση λέμε εμείς εντός Ελλάδας αλλά άλλοι το βλέπουν ως αθέτηση συμφωνιών και ασυνέχεια του κράτους και δυσφορούν. Επιπλέον, ένα λογικό ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί τα 2-3 χρόνια αξιωματικής αντιπολίτευσης ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ετοίμαζε ένα τέτοιο σχέδιο ώστε σήμερα να είναι σε θέση να το παρουσιάσει. Εάν είχε έτοιμο ένα στοιχειώδες πρόγραμμα προοδευτικών μεταρρυθμίσεων, ένα στοιχειώδες σχέδιο δημοσιονομικών ισοδύναμων μέτρων, ένα στοιχειώδες πλάνο διαπραγμάτευσης με πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις και στόχους, με εντοπισμό των πιο αδύναμων, άδικων, αναποτελεσματικών σημείων του μνημονίου, με συγκεκριμένες απαιτήσεις θεσμικού τύπου ( π.χ κατάργηση της Τρόικα), με προτάσεις διαχείρισης του δημοσίου χρέους συμβατές με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, σήμερα θα βρίσκονταν σε πιο πλεονεκτική θέση.  Ένα σχέδιο ρεαλιστικό, δημοκρατικό, ευρωπαϊκό που θα πατάει πάνω σε δίκαια αιτήματα αλλά και σε επίπονες και άβολες αλήθειες, που δεν θα βασίζεται σε έναν άκρατο και μονομερή βολονταρισμό, με κέντρο τον ελληνικό εξαιρετισμό θα μπορούσε ενδεχομένως να προκαλέσει μεγαλύτερα ρήγματα στην γερμανικής εμπνεύσεως οικονομική πολιτική της λιτότητας.

Σε κάθε περίπτωση όμως η νέα κυβέρνηση πρέπει να έχει την απαραίτητη ευελιξία ώστε να μπορέσει να αποφύγει τη διεθνή και ευρωπαϊκή απομόνωση.  Να μην τυφλωθεί από την μεγάλη εσωτερική υποστήριξη που απολαμβάνει διότι αυτό δεν είναι ασφαλές κριτήριο ορθότητας – το διδάσκει η ελληνική Ιστορία πλείστες όσες φορές. Να επιδιώξει τη βάσανο της καθημερινής και σταδιακής βελτίωσης και όχι την καταστροφική γοητεία ηρωικών ενεργειών. Οι προγραμματικές δηλώσεις αρχικά δημιούργησαν ανησυχία όχι γιατί ήταν ριζοσπαστικές αλλά γιατί δεν φάνηκε να γεφυρώνουν το χάσμα με την κυρίαρχη πολιτική των εταίρων – δείγμα και αυτό της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Μια αμοιβαία επωφελής συμφωνία και ένας κοινός τόπος για τα μετέπειτα φαίνεται παρόλα αυτά να διαμορφώνεται οδεύοντας στο eurogroup. Εάν ξεπεραστεί ο σκόπελος της επί της αρχής συμφωνίας ακολουθεί μαραθώνιος για κυβέρνηση και ελληνική κοινωνία.  

ΠΗΓΗ: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 11/02/2015

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Το έθνος, το μνημόνιο και η κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας

Του Ανδρέα Γιάνναρου

Οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης εδράζονταν σε τρεις άξονες. Πρώτον, να τηρηθούν οι προεκλογικές δεσμεύσεις και οι εξαγγελίες για αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, δεύτερον να κρατηθούν ανοικτές οι θύρες της Ευρώπης και οι αντίστοιχες δεσμεύσεις και τρίτον να διαμορφωθεί μια νέα εθνική συλλογική ταυτότητα με ιδιαίτερες αναφορές την ενότητα, την αντίσταση, τον σεβασμό στον σύνταγμα και στις θυσίες των πολιτών.

Ο Α. Τσίπρας επιχείρησε να υπερβεί το δίπολο ανάμεσα στις δεσμεύσεις και τα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα από την Ευρώπη και το φιλόδοξο οικονομικό σχέδιο που εκπονήθηκε στην Θεσσαλονίκη προτάσσοντας άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε με κενά και επικλήσεις εθνικών συμβόλων μια δέσμη βασικών θέσεων που θα αποτελούσαν την βάση της νέας διακυβέρνησης.

Το σπάσιμο των προεκλογικών εξαγγελιών σε δύο χρονικές περιόδους, η δέσμευση για μικρό πρωτογενές πλεόνασμα, η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης έκλειναν ουσιαστικά το μάτι προς την πλευρά της Ευρώπης και την διαμόρφωση ενός πλαισίου συνεννόησης.
Επίσης η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς για διαγραφή του χρέους, άρσης των ιδιωτικοποιήσεων ή κατάργησης της τρόικας ήταν το πεδίο συνάντησης της κυβέρνησης με τις απαιτήσεις των εταίρων.

Από την άλλη η δέσμευση ότι θα καταργηθεί ο ΕΝΦΙΑ, ότι θα επανακτηθούν οι συλλογικές συμβάσεις και ο κατώτατος μισθός και ότι θα επιστραφεί ο 13ος μισθός των συνταξιούχων, οι επαναπροσλήψεις όσων απολύθηκαν στο δημόσιο, έστω όλα αυτά σταδιακά, αποτύπωναν ουσιαστικά και την προσπάθεια της κυβέρνησης να δείξει ότι τηρεί τις προεκλογικές της εξαγγελίες και δείχνει συνέπεια των λόγων της. Η μη ευκρινής ωστόσο περιγραφή του πλαισίου πάνω στο οποίο θα υλοποιηθούν αυτές οι δεσμεύσεις αναδείκνυαν και τις αντιφάσεις αυτής της στρατηγικής.

Το πρόγραμμα γέφυρα που έχει αναδειχθεί ως ο βασικός μοχλός διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης με τους εταίρους προς το παρόν δεν φαίνεται να αποσπάει συναινέσεις, μένει να εξειδικευθεί και να περιγράφει συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις.

Η επίκληση ωστόσο του Α. Τσίπρα ότι η προηγούμενη κυβέρνηση δεν πήρε εξάμηνη παράταση ήταν και μια έμμεση παραδοχή για την αναγκαιότητα της παράτασης και ενδεχομένως μια προσαρμογή της κυβέρνησης στις νέες συνθήκες σε περίπτωσης απόρριψης των προτάσεών της.

Όσον αφορά μερικές από τις χθεσινές εξαγγελίες, εντύπωση προκάλεσε η αναφορά για μείωση των κρατικών δαπανών και κατάργηση προνομίων που αφορούν περουσιακά στοιχεία του κράτους αλλά και δημοσίων λειτουργών. Μια κίνηση που πέρα από τους πολιτικούς και οικονομικούς και επικοινωνιακούς συμβολισμούς, επιχειρεί να ξεκλειδώσει την οργή ενός μεγάλου τμήματος πολιτών για την διαφθορά του πολιτικού συστήματος.

Στα θετικά η απόδοση ιθαγένειας, η αδειοδότηση από την αρχή των καναλιών, η διατήρηση της εθνικής εξωτερικής πολιτικής που έχει οικοδομηθεί εδώ και χρόνια (Κύπρος, Σκοπιανό), στα αρνητικά η οπισθοχώρηση όπως φαίνεται στην εκπαίδευση (τράπεζα θεμάτων, συμβούλια ιδρύματος), η παντελής έλλειψη για κάποιου είδους διαχωρισμό κράτους-Εκκλησίας (η κόκκινη γραμμή όπως φαίνεται της συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ), η επιστράτευση και πάλι των εξεταστικών επιτροπών για το μνημόνιο που φαίνεται ότι αποτελεί και διάθεση της κυβέρνησης να συντηρήσει τουλάχιστον φρασεολογικά την ιδιότυπη κόντρα με τους πολιτικούς της αντιπάλους.

Τέλος οι αναφορές του Α.Τσίπρα σε πολλά σημεία της ομιλίας του, για την αναγκαιότητα της χαμένης εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, αν και ξένισαν τα παραδοσιακά ακροατήρια της αριστεράς, είχαν σκοπό να ξεδιπλώσουν μια νέα μορφή διασύνδεσης της αριστεράς με το έθνος και την διαμόρφωση μιας νέας εθνικής συλλογικής ταυτότητας.

Οι επικλήσεις για κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας αντί για κυβέρνηση αριστεράς, για ανάκτηση της εθνικής αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας, αναδεικνύουν και την μεγάλη αυτή στροφή της κυβέρνησης προς ένα εθνικό ακροατήριο με έναν λόγο πιο συναισθηματικό, πιο ψυχολογικό, πιο αιχμηρό.

Αν δεν αποσαφηνιστεί όμως ο νέος αυτός αριστερός πατριωτισμός και δεν διαχωριστεί από τον εθνολαϊκισμό στην βάση υπαρκτών διλημμάτων, μνημόνιο αντιμνημόνιο χθες, με την κυβέρνηση ή με τους ξένους σήμερα, μπορεί να δημιουργήσει αντίρροπες δυνάμεις και να ενισχύσει αντιθεσμικές συμπεριφορές και νοοτροπίες.

Στο δια ταύτα, διάθεση συνεννόησης, ασάφειες και κενά, ρητορική έντονου εθνικού στοιχείου. Οι επόμενες ημέρες θα δείξουν τα περιθώρια, τις αντοχές και τις πιθανές προσαρμογές αυτού του σχεδίου...

ΠΗΓΗ : www.o-klooun.com

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

«Όπως αργεί το ατσάλι να γίνει κοφτερό...»




Του Ρωμανού Οικονομίδη
 
Λένε ότι ο χειρότερος εφιάλτης είναι να πραγματοποιηθεί το όνειρό σου. Έτσι κι εγώ, μεγαλωμένος σε ένα «αριστερό σπίτι», ποτέ δε φανταζόμουν ότι θα έγραφα αυτές τις γραμμές, με τον τρόπο που θα τις γράψω, για τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και την ταυτόχρονη εξαΰλωση του δικού μου κόμματος, της ΔΗΜΑΡ. 
 
Ωστόσο, το συγκεκριμένο κείμενο δε γράφεται ούτε ως αποδοκιμασία του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ως επικήδειος της ΔΗΜΑΡ. Γράφεται για να μεταφέρω τις δικές μου εμπειρίες, αυτές που αποκόμισα από τη συμμετοχή μου σε ένα διαφορετικό κόμμα της Αριστεράς και πώς βίωσα –σαν εξωτερικός παρατηρητής- την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, ελπίζοντας να εκφράσω κι άλλους της γενιάς μου.
Όπως αποδείχθηκε περίτρανα, στη σημερινή κυβέρνηση το αντιμνημονιακό μένος επιβλήθηκε του αριστερού και ευρωπαϊκού προσανατολισμού, οι οποίοι θα μπορούσαν να συνδυαστούν και να κυβερνήσουν. Λογικό από τη μία, αφού η ρητορική και οι επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ, δεν άφηναν τέτοια περιθώρια. Μοιραίο σφάλμα από την άλλη, για ένα νέο και ισχυρό κόμμα που φιλοδοξεί να διαμορφώσει συνειδήσεις. 
 
Η αλήθεια είναι ότι η λαϊκή εντολή δεν ήταν κυβέρνηση της Αριστεράς, ούτε καν κυβέρνηση με αριστερό χαρακτήρα. Οι ψηφοφόροι αντάμειψαν τα κόμματα που επέδειξαν αντιμνημονιακή συνέπεια και σίγουρα πολλές ήταν οι ψήφοι οργής. Όσο εύκολα κερδήθηκαν αυτές οι ψήφοι, τόσο εύκολα μπορούν να χαθούν. Κι αυτό, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν παίδευσε ποτέ το λαό και αριστερή κυβέρνηση χωρίς αριστερή παιδεία, δε γίνεται. 
 
Εκ διαμέτρου αντίθετα, τη νύχτα των εκλογών, τα συναισθήματα για όσους συντρόφους έμειναν στη ΔΗΜΑΡ και ήπιαν όλο το πικρό ποτήρι μέχρι τέλους. Ο κύκλος της Δημοκρατικής Αριστεράς κλείνει με το χειρότερο ίσως τρόπο. Κουρασμένη, απαξιωμένη και περιθωριοποιημένη οδηγήθηκε σε ένα ταπεινωτικό αποτέλεσμα που θα γραφτεί με μαύρα γράμματα στην ιστορία της Ανανεωτικής Αριστεράς. 
 
Από τη στιγμή που το κόμμα μετατράπηκε σε ιδιοκτησία, γεμίσαμε «μισθοφόρους και πραιτοριανούς» και ακόμα και η αξιοπρέπεια έγινε ζητούμενο. Δε θα πω ότι θα ξανασυναντηθούμε με όσους σμίξαμε. Το timing χάθηκε, οι ιδέες, οι προτάσεις και το αξιόλογο πολιτικό προσωπικό δόθηκαν προίκα αλλού. 
 
Ας μη δώσουμε υποσχέσεις που δε θα κρατήσουμε.


Παρόλα αυτά, η ΔΗΜΑΡ αποτέλεσε τεράστιο κεφάλαιο για τη χώρα και τη νέα γενιά σε μια δύσκολη περίοδο. Έφερε στο προσκήνιο ιδέες που αργότερα έγιναν πλειοψηφικές.
Ναι, ποτέ δεν κατάφερε να αποτυπώσει το παραπάνω γεγονός σε ποσοστά, αλλά θυμηθείτε:
*Μίλησε για δίκαιη λιτότητα και κατανομή των βαρών, όταν οι μεν έλεγαν ότι είναι αδύνατη η διαπραγμάτευση και οι δε μιλούσαν για καταγγελίες.
*Διακήρυξε ότι η Αριστερά δεν μπορεί να μένει στον απορριπτικό λόγο, αλλά και να προτείνει ρεαλιστικές λύσεις.
*Εισήγαγε στην ελληνική κοινωνία την έννοια των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων εν μέσω κρίσης, όταν οι κυβερνήσεις ισοπέδωναν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και οι αντιπολιτεύσεις αρνούνταν οποιαδήποτε αλλαγή.

Σταθμό στην πορεία της, βέβαια, αποτέλεσε η γενναία συμμετοχή της στην κυβέρνηση, εκεί όπου κόπηκε ο ομφάλιος λώρος και οι προσδοκίες για κάτι μεγαλύτερο από αυτό που αρχικά σκεφτήκαμε φούντωσαν. Τα πράγματα, όμως, ήταν πολύ πιο δύσκολα σε σχέση με αυτά που από αφέλεια νομίσαμε.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που ένιωσα ότι τα όπλα που είχε στη φαρέτρα του το κόμμα της Ανανεωτικής Αριστεράς, ήταν πολύ πιο αδύναμα από αυτά των πολιτικών του αντιπάλων. Με αποτέλεσμα πολλές φορές να δοκιμαστούν τα όρια της Αριστεράς και να καταλήξουμε η γραμμή μας να είναι το σύνολο των δισταγμών μας.

Για τους νέους που οργανωθήκαμε ανιδιοτελώς, αυτή η Αριστερά ήταν κάτι παραπάνω. Ένα δεύτερο σχολείο, θα έλεγα.

Ανησυχώ βλέποντας το φανατισμό και την ελαφρότητα πολλών «νεοαριστερών», οι οποίοι εύκολα περιπέφτουν σε αυθαίρετους μανιχαϊσμούς και υποκύπτουν στο λαϊκισμό. Κι εδώ, είναι μεγάλη και ιστορική η ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ για το όνομα της Αριστεράς, το οποίο θα παραδώσει στις επόμενες γενιές. Δεν έχει το μονοπώλιο όμως.
Εμάς, η δική μας Αριστερά, μας έμαθε για τον Μπερλίνγκουερ, τον Αγιέντε, τους δικούς μας Λεωνίδα Κύρκο, Μιχάλη Παπαγιαννάκη και πολλούς άλλους. Μορφές της που ένωναν, δεν αναβίωναν πάθη του παρελθόντος, ούτε δίχαζαν. 
 
Καταλάβαμε ότι εκτός από τους κοινωνικούς αγώνες, υπάρχουν και οι κοινωνικοί συμβιβασμοί, οι οποίοι είναι αναγκαίοι για την ομαλή λειτουργία της Δημοκρατίας, ειδικά σε περιόδους κρίσης.
Πέρα από τούτες τις ιδέες, έχουν μείνει δύο βαθύτερες αξίες, που αποτελούν εφόδιο ζωής.
Το πρώτο, είναι να αγωνίζεσαι για τις ιδέες σου, όσο μόνος κι αν είσαι, γιατί μόνο τότε είσαι ελεύθερος. Και το δεύτερο, να υπομένεις όταν σε λοιδορούν ή σε περιθωριοποιούν.
Κάναμε πράξη το πρώτο, τώρα ήρθε η ώρα για το δεύτερο. Μεγαλώσαμε με πρότυπα ανθρώπους της μεταπολίτευσης, οι οποίοι δεν ενέδωσαν στις σειρήνες του ΠΑΣΟΚ. Δε θα υποκύψουμε τώρα εμείς στον ΣΥΡΙΖΑ. 
 
Το όλο εγχείρημα της δημιουργίας της Δημοκρατικής Αριστεράς, θα μπορούσα να το συμπυκνώσω στο ερώτημα που μου έθεσε ένας σύντροφος και συμπατριώτης σε μια συνομιλία μας έξω από το 3ο Συνέδριο:
«Μήπως έπρεπε να μείνουμε και να παλέψουμε για τις ανανεωτικές μας ιδέες μέσα από ένα ευρύτερο σχήμα της Αριστεράς;»
Για να απαντήσει ο ίδιος αμέσως: «Όχι ρε γαμώτο! Δεν μπορώ να πείσω τον εαυτό μου ότι έκανα λάθος τότε που έφυγα!»

Η Δημοκρατική Αριστερά, μέσα από τις ιδέες και τις πράξεις της, κλόνισε πολλά από τα κακώς κείμενα της Αριστεράς και αμφισβήτησε ιδεολογήματα και μυθεύματα. Η ανάγκη της αμφισβήτησης όμως δεν «πνίγεται» εύκολα.
Πέρα από την κρίση, η γενιά μου έχει κάτι πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπίσει. Την έλλειψη μιας ουτοπίας, στην οποία θα αφοσιωθεί και θα παλέψει για να τη δει να πραγματώνεται.
Είμαστε καταδικασμένοι να κοιμόμαστε με όνειρα και να ξυπνάμε με ρεαλισμό.

Όσοι νέοι κάνουμε την επιλογή να μην ακολουθήσουμε τον ΣΥΡΙΖΑ και να μείνουμε σε μια δική μας, διαφορετική Αριστερά, είμαστε ηττημένοι και νικητές μαζί. Ηττημένοι για τους σημερινούς θριαμβευτές, αλλά και νικητές γιατί ανοίγουν νέοι δρόμοι στο διάβα μας.

Θα αγωνιστούμε για το σήμερα, αλλά θα κάνουμε και υπομονή για το αύριο. Ακριβώς όπως έγραψε ο Άρης Αλεξάνδρου: «Όπως αργεί το ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι, έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο. Σκοπός μας το μαχαίρι».